
Για τη μελέτη του Κώστα Καμπουράκη «Εθνική καταγωγή και DNA – Καταρρίπτοντας τον μύθο των γενετικών εθνοτήτων» (Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης). Πίνακας: René-Antoine Houasse, «Η διαμάχη της Αθηνάς και του Ποσειδώνα» (1706).
Γράφει ο Αντώνης Γουλιανός
Τα τελευταία χρόνια έχουν έρθει στην επικαιρότητα και στον δημόσιο διάλογο θέματα που αφορούν τη «βιολογικότητα» ορισμένων εκφάνσεων της ανθρώπινης ύπαρξης. Το φύλο και η φυλή είναι σίγουρα τα πιο πολυσυζητημένα πεδία αυτού του διαλόγου, τα οποία και ανακύπτουν συνεχώς σε άρθρα εκλαϊκευμένης επιστήμης, που συχνά μεταφέρουν ανακριβώς μια πληροφορία ή τελεσιδικούν αυθαιρέτως σχετικά με τη «φύση του ανθρώπου», παρουσιάζοντας τα αποτελέσματα μιας μεμονωμένης έρευνας. Η προσπάθεια να ερμηνεύσουμε τα πολιτισμικά δημιουργήματα των ανθρώπινων κοινωνιών μέσα από τη βιολογία, φανερώνει έναν άσκοπο και εσφαλμένο επιστημονικοφανή ουσιοκρατισμό, ο οποίος δεν έχει σχέση με την επιστημονική πραγματικότητα.
Μάλιστα, τα δύο αυτά θέματα, το φύλο και η φυλή, περιπλέκονται τόσο στην επιχειρηματολογία των «anti woke», («αν μπορείς να διαλέξεις το φύλο σου», λένε, «τότε μπορείς να διαλέξεις και την φυλή σου;») όσο και στις προκαταλήψεις που κληροδότησε η πρώιμη επιστήμη στο σήμερα. Και τα δύο, ωστόσο, αποτελούν ως έναν βαθμό κοινωνικές κατασκευές.
Οι γυναίκες και οι μαύροι ήταν «κατώτεροι» από τον λευκό άνδρα που είχε το ελεύθερο να τους εξουσιάζει.
Οι έννοιες του φύλου και της φυλής εργαλειοποιήθηκαν ιδιαιτέρως στην ταξινομική φάση της επιστήμης εγκαθιδρύοντας ρητώς αυθαίρετες ιεραρχήσεις που βασίζονταν σε σεξισμό και αποικιοκρατικές πολιτικές για να καθιερώσουν μια συγκεκριμένη κοσμοθεωρία. Οι γυναίκες και οι μαύροι ήταν «κατώτεροι» από τον λευκό άνδρα που είχε το ελεύθερο να τους εξουσιάζει. Από την πρώιμη ταξινομική φάση της επιστήμης κατά την οποία αρχικώς διατυπώθηκαν αυτές οι απόψεις από τους πρώτους φυσιολόγους, ανθρωπολόγους και ανατόμους, στη νεωτερική φάση της επιστήμης που ξεκίνησε τον 19ο αιώνα και οδήγησε στην επιστήμη του 20ού αιώνα, ο εσενσιαλισμός διέσπειρε προκαταλήψεις και λανθασμένες ερμηνείες. Η θεωρία της εξέλιξης διαστρεβλώθηκε αρκετά νωρίς με το αστήρικτο μιας τάχα θεωρίας της «επικράτησης του ισχυρότερου», τη στιγμή που η εξελικτική διαδικασία αποτελεί ένα πολύκλαδο δέντρο και όχι έναν αγώνα υπεροχής. Οι γυναίκες και οι μη λευκοί άνθρωποι θεωρήθηκαν από ορισμένους ρατσιστές και μισογύνηδες θεωρητικούς εξελικτικά κατώτεροι. Αυτές οι απόψεις διαψεύστηκαν παταγωδώς από τη γενετική, παρόλο που τα επιπόλαια και βολικά συμπεράσματα εξακολουθούν να προκύπτουν από όσους έχουν πολιτικούς λόγους για να ερμηνεύουν τη βιολογία με έναν συγκεκριμένο τρόπο.
Εθνική καταγωγή και DNA
Ας δούμε όμως λίγο πιο αναλυτικά τι συμβαίνει με τη φυλή, με βάση το βιβλίο του καθηγητή Κώστα Καμπουράκη Εθνική καταγωγή και DNA – Καταρρίπτοντας τον μύθο των γενετικών εθνοτήτων που κυκλοφορεί από τις Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης.
Ο Λινναίος (και αργότερα ο Μπλούμενμπαχ) ήταν ο πρώτος που ταξινόμησε τα «είδη» του σημερινού ανθρώπου, καταλήγοντας πως αυτά είναι τέσσερα: Homo europaeus albus (λευκός ευρωπαίος), Ηomo americanus rubescens (ερυθρωπός αμερικανός), homo asiaticus fuscus (χλωμός ασιάτης) και homo africanus niger (μαύρος Αφρικανός) Οι ρατσιστικές του ατοπίες γίνονται φανερές όταν αναλύει τις δήθεν «ιδιότητες» της κάθε φυλής: οι αυτόχθονες Αμερικανοί ήταν «οργίλοι και ευθυτενείς», οι Ευρωπαίοι «λευκοί, ενθουσιώδεις και μυώδεις», οι Ασιάτες «χλωμοί, μελαγχολικοί και άκαμπτοι», οι Αφρικανοί «μαύροι, φλεγματικοί και τεμπέληδες». Αυτές οι απόψεις συμπορεύονται με την αποικιοκρατία και βοήθησαν να ξεπεραστούν οι ηθικές αγκυλώσεις που αφορούσαν τη δουλοκτησία, αφού υποτίθεται πως αποδείκνυαν ότι οι Ευρωπαίοι είναι τάχα ανώτεροι από άλλες φυλές.
Ο Καμπουράκης ξεκινά το βιβλίο καταγράφοντας τη μεγάλη έξαρση ενδιαφέροντος για την ανεύρεση του «γενετικού» ιστορικού της καταγωγής. Ένας μεγάλος αριθμός ανθρώπων πληρώνουν τις εταιρείες που προσφέρουν αυτά τα πακέτα, για να μάθουν τη γενετική τους καταγωγή. Φυσικά, αυτό είναι κάτι επιστημονικά ανακριβές, όπως μας εξηγεί ο συγγραφέας. Τα DNA test είναι αξιόπιστα όταν χρησιμοποιούνται για την εύρεση ή τη διαπίστωση συγγένειας μεταξύ ατόμων, όχι όμως όταν χρησιμοποιούνται για να αναλύσουν την «εθνοτική καταγωγή».
Αφρική, ο κοινός τόπος καταγωγής μας
Υπάρχουν, καταρχάς, τρεις τύποι καταγωγής: η πολιτισμική, η γεωγραφική και η γενετική. Σε γενετικό επίπεδο, αυτό που ισχύει είναι πως η καταγωγή είναι παγκόσμια και συλλογική και όχι τοπική και ατομική. Με λίγα λόγια, όλοι μας καταγόμαστε από την Αφρική. Οι Νεάτερνταλ και οι Ντενίσοβαν συνυπήρχαν με τον Homo Sapiens και μεταξύ τους σημειώθηκαν και επιγαμίες, που απέφεραν ένα ποσοστό του DNA των συγκεκριμένων ανθρώπινων ειδών στον σημερινό άνθρωπο. Βεβαίως, όπως επισημαίνεται και στο βιβλίο, οι Ντενίσοβαν δύσκολα μπορούν να τοποθετηθούν διακριτά ως είδος με διαφορές από τον Homo Sapiens γιατί διαθέτουμε λίγα δείγματα που περιορίζονται σε μερικά οστά και δεν είναι ικανά να μας δώσουν, προς το παρόν, μια αξιόπιστη εικόνα.
Όλα τα άτομα της δειγματοληψίας των σχετικών ερευνών διέθεταν μάλιστα έναν κοινό θηλυκό πρόγονο, που έζησε στην Αφρική περίπου διακόσιες χιλιάδες χρόνια πριν και ονομάστηκε «μιτοχονδριακή Εύα».
Οι πρώτες μελέτες σχετικά με την ποικιλότητα του ανθρώπινου DNA βασίστηκαν στο μιτοχονδριακό DNA. Από αυτές τις μελέτες φάνηκε πως ο άνθρωπος πρωτοεμφανίστηκε στην Αφρική και μετά εξαπλώθηκε σε άλλες περιοχές. Όλα τα άτομα της δειγματοληψίας των σχετικών ερευνών διέθεταν μάλιστα έναν κοινό θηλυκό πρόγονο, που έζησε στην Αφρική περίπου διακόσιες χιλιάδες χρόνια πριν και ονομάστηκε «μιτοχονδριακή Εύα». Γι΄ αυτό, αν ένα άτομο θέλει να βρει τις ρίζες του, δεν χρειάζεται να κάνει τεστ DNA, αφού είναι βέβαιο ότι οι ρίζες του μοντέρνου ανθρώπου βρίσκονται στην Αφρική.
Οι ομοιότητες, άλλωστε, μεταξύ των ανθρώπων σε γενετικό επίπεδο, είναι περισσότερες από τις διαφορές, που αγγίζουν ένα ελάχιστο συγκριτικά ποσοστό. Οι διαφορές αυτές εντοπίζονται κυρίως σε ατομικό επίπεδο και όχι σε πληθυσμιακό. Με τη σειρά του, βεβαίως, ο όρος «πληθυσμός» είναι κάπως επισφαλής αφού ακόμα και στο πολιτιστικό, θρησκευτικό ή γεωγραφικό επίπεδο, ο απόλυτος διαχωρισμός είναι δυσχερής αν λάβουμε υπόψη τις επιγαμίες που παρουσιάζονται στο μεγαλύτερο μέρος της ανθρώπινης ιστορίας. Ακόμα και πολιτιστικά υπάρχει ένας αναμφισβήτητος συγκρητισμός και ένας διαρκής διάλογος ανάμεσα στις κουλτούρες, τη γλώσσα και τον πολιτισμό. Ο «πληθυσμός» ως ομαδοποίηση είναι επομένως μια σύμβαση που χρησιμοποιούν οι γενετιστές και παραμένει ως έννοια αόριστη και αφηρημένη, λαμβάνοντας κάθε φορά διαφορετικές σημασίες.
Τι αφορά η γενετική καταγωγή;
Η καταγωγή προκύπτει, όπως αντιλαμβανόμαστε, από πολιτιστικούς παράγοντες. Τα εθνικά κράτη δεν αποτελούνται από διαφορετικά «είδη» ανθρώπων, αφού αυτές οι ομαδοποιήσεις είναι τεχνητές και όχι «φυσικές». Οι δείκτες DNA στα σχετικά τεστ δεν δύνανται να αποτελούν κριτήρια καθορισμού της εθνότητας ενός ατόμου αφού αυτές οι ομάδες είναι κοινωνικά κατασκευάσματα. Αντιθέτως, τα DNA τεστ είναι χρήσιμα για την διαπίστωση συγγενικών σχέσεων, καθώς και διαμόρφωσης του γενεαλογικού δέντρου ενός ατόμου, τουλάχιστον μέχρι κάποιο εύκολα προσδιορίσιμο όριο, αφού μετά από κάποιες γενιές, είναι επίσης δύσκολο να διαπιστωθεί. Η γενετική καταγωγή, δηλαδή, αφορά τις διαδρομές του DNA ενός ατόμου και όχι «φυλών», αφού δεν υπάρχουν γενετικές κοινότητες, όπως, επί παραδείγματι, βιολογικότητα των Εβραίων.
Ακόμα και η φαινοτυπική ποικιλότητα, η διαφορά δηλαδή στην όψη ή το χρώμα δέρματος των ανθρώπων, δεν έχει ντετερμενιστικές αιτίες, αλλά περιβαλλοντολογικές και εξαρτάται σε έναν βαθμό και από το κάθε άτομο. Το χρώμα του δέρματος είναι γενετικά καθοριζόμενο, αλλά εξελικτικά διαμορφωμένο από περιβαλλοντολογικές συνθήκες. Ενώ η παραγωγή μελανίνης είναι, δηλαδή, γενετικά ρυθμιζόμενη, η κατανομή της στους ανθρώπινους πληθυσμούς έχει διαμορφωθεί εξελικτικά ως προσαρμογή σε περιβαλλοντικούς παράγοντες.
Ούτε βεβαίως ο όρος «ανάμειξη», που υποδηλώνει πως όλοι οι άνθρωποι έχουν «μικτό» DNA, είναι ορθός, αφού έτσι υπονοείται η ύπαρξη (τωρινή ή παρελθοντική) «καθαρών» φυλών.
Η αδυναμία ορισμένων να κατανοήσουν την ουσία της εξελικτικής θεωρίας και το πώς γενετικά, λόγω της Εξέλιξης, οδηγούμαστε στην παραλλακτικότητα του DNA και τον τρόπο που ένα περιβάλλον διαφοροποιεί τους κατοίκους του, οδηγεί στον γενετικό εσενσιαλισμό με αρνητικές συνέπειες. Αυτός είναι και ο κύριος λόγος που λανθασμένα έχουμε στο μυαλό μας το χρώμα του δέρματος ως «φυλή».
Πιο συγκεκριμένα, σύμφωνα με την ουσιοκρατική θεώρηση, οι «φυλές» -όπως, επί παραδείγματι, οι «μαύροι» και οι «λευκοί»- είναι θεμελιωδώς διαφορετικές μεταξύ τους, έτσι που ένα άτομο δεν μπορεί να βρίσκεται στο ενδιάμεσο, κάτι που φυσικά δεν ευσταθεί. Το χρώμα αποτελεί ένα συνεχές αποχρώσεων και όχι αυστηρή κατηγορία διάκρισης. Ούτε βεβαίως ο όρος «ανάμειξη», που υποδηλώνει πως όλοι οι άνθρωποι έχουν «μικτό» DNA, είναι ορθός, αφού έτσι υπονοείται η ύπαρξη (τωρινή ή παρελθοντική) «καθαρών» φυλών.
Όροι-παγίδες
Η εμμονή στην ουσιοκρατία και τον βιολογισμό, επιφέρει, όπως γίνεται φανερό, αναπόφευκτα τον ρατσισμό. Το γεγονός δε ότι συγκεκριμένοι άνθρωποι ζουν στο σήμερα σε ορισμένες περιοχές δεν συνεπάγεται το ότι αυτοί οι άνθρωποι είναι απόγονοι των παρελθοντικών κατοίκων ενός τόπου. Γι’ αυτό και ο όρος «αυτόχθονες», κατά τον συγγραφέα, πρέπει να χρησιμοποιείται με φειδώ και προσοχή. Δεν πρόκειται περί απλής έννοιας καθώς προκύπτει το ερώτημα από ποια χρονική στιγμή ξεκινά ο προσδιορισμός ενός πληθυσμού ως αυτόχθονα (σελ. 56).
Εξίσου επιφυλακτικοί πρέπει να είμαστε και με τον όρο «αρχαίο DNA» (aDNA), που έχει ιδιαίτερη πέραση σε βιβλία και ιστοσελίδες εθνικιστικού περιεχομένου. Ο Καμπουράκης αναφέρει τις απόψεις του Ντέιβιντ Ράικ, ενός από τους σημαντικότερους μελετητές της αρχαιογενετικής, που, ενώ διατυπώνει πως δεν υπάρχουν φυλές, αναφέρεται στις διαφορές των «πληθυσμών», οι οποίοι δεν διακρίνονται από τη φυλή, αφού δεν έχουν φυλετικό ή εθνοτικό χαρακτήρα, αλλά τοπικό και γεωγραφικό.
Άλλωστε, η μελέτη του αρχαίου DNA είναι αρκετά δυσχερής, αφού δείγματά του εντοπίζονται δύσκολα, μιας και πρέπει να προέρχονται από καλά διατηρημένους ιστούς (συνήθως δόντια ή οστά) και όχι απολιθώματα.
Όπως, όμως, ορθώς επισημαίνει ο συγγραφέας, δεν υπάρχει ουσιαστικός λόγος να εστιάσουμε, σαν να είναι κάτι το κομβικό, σε αυτές τις διαφορές που στο κάτω κάτω περιορίζονται γενετικά μόλις στο 0.1% του DNA. Το γεγονός ότι αυτό το μικρό ποσοστό έχει καταλήξει να γίνεται κεντρικό σημείο έρευνας, θα έπρεπε να μας προβληματίσει, αφού αυτή η ανάγκη ανακύπτει από εθνικιστικές πλάνες, είτε του παρόντος είτε του παρελθόντος. Προσθέτει, επίσης, πως «η οποιαδήποτε επιμονή στην ύπαρξη γενετικά διακριτών ομάδων του ανθρώπου θα έπρεπε να διευκρινίζει με σαφήνεια την πιθανολογική φύση μιας τέτοιας εκτίμησης και, παράλληλα, να διασαφηνίζει τι ακριβώς σημαίνουν και τι όχι αυτές οι διαφορές για τα αντίστοιχα άτομα» (σελ. 216).
Η δυσκολία της ερμηνείας
Άλλωστε, η μελέτη του αρχαίου DNA είναι αρκετά δυσχερής, αφού δείγματά του εντοπίζονται δύσκολα, μιας και πρέπει να προέρχονται από καλά διατηρημένους ιστούς (συνήθως δόντια ή οστά) και όχι απολιθώματα. Επιπλέον, υπάρχει ο κίνδυνος το αρχαίο γενετικό υλικό να έχει επιμολυνθεί με σύγχρονο, καθιστώντας την έρευνα της διάκρισης εξαιρετικά επίμοχθη.
Επομένως, αυστηρές κατηγοριοποιήσεις και απόλυτα συμπεράσματα από τους γενετιστές γίνονται λόγω πολιτικών χρήσεων της εκάστοτε έρευνας και όχι επειδή προκύπτουν από τα δεδομένα. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί το περιβόητο βιβλίο Η γενετική ιστορία των Ελλήνων: Το DNA των Ελλήνων που εξέδωσε το 2013 ο γενετιστής Κώστας Τριανταφυλλίδης. Τα πορίσματα του Τριανταφυλλίδη, όπως εξηγεί αναλυτικά ο Καμπουράκης, βασίστηκαν σε μελέτες που δεν ήταν όλες τους πλήρως αξιόπιστες. Παράλληλα, υπήρξε μεροληπτική λήψη του υλικού και λήφθηκαν γενετικοί δείκτες διαφορετικών τύπων. Συνεπώς, η γενετική συνέχεια των σύγχρονων Ελλήνων από τους αρχαίους αποτελεί -όπως και το σύνολο των απόψεων για τη γενετικώς φυλετική διαφοροποίηση- έναν πολυδιαφημισμένο μύθο.
*Ο ΑΝΤΩΝΗΣ ΓΟΥΛΙΑΝΟΣ είναι συγγραφέας και αρθρογράφος.
Λίγα λόγια για τον συγγραφέα
Ο Κώστας Καμπουράκης είναι συγγραφέας και επιμελητής πολλών βιβλίων, μεταξύ των οποίων τα Making sense of genes (Cambridge University Press, 2017· Τι είναι, τελικά, τα γονίδια;, Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης, 2021) και Understanding evolution (Cambridge University Press, 2014· Κατανοώντας την εξέλιξη, Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης, 2017).

Είναι διευθυντής της εκδοτικής σειράς Understanding Life (Cambridge University Press), ενώ υπήρξε διευθυντής της επιθεώρησης Science & Education (Springer) και δύο άλλων εκδοτικών σειρών. Το 2024 τιμήθηκε με το βραβείο Friend of Darwin του Εθνικού Κέντρου για την Εκπαίδευση στις Επιστήμες των ΗΠΑ. Διδάσκει στο Τμήμα Βιολογίας και στο Πανεπιστημιακό Ινστιτούτο Επιμόρφωσης των Εκπαιδευτικών του Πανεπιστημίου της Γενεύης.
























