
Για το μυθιστόρημα της Ελένης Στελλάτου «Καιρός των κρυστάλλων» (εκδ. Πόλις). Μυθιστόρημα που «που διερευνά το παρόν με αλληγορικό τρόπο και υποβάλλει γόνιμες σκέψεις».
Γράφει ο Γιώργος Ν. Περαντωνάκης
Η πανδημία του κορωνοϊού και η διετία της καραντίνας άφησαν έντονα τα σημάδια τους στο συλλογικό υποσυνείδητο της ελληνικής –και όχι μόνο– κοινωνίας. Επέδρασαν στον ψυχισμό των ανθρώπων, στις σχέσεις τους με τους άλλους, στη διαμόρφωση της καθημερινότητάς τους, στην τηλ-εκπαίδευση, στην τηλ-εργασία, στον ψηφιακό μετασχηματισμό της ζωής τους… Και μια φαρμακοποιός, όπως η Ελένη Στελλάτου, που έζησε εκ του σύνεγγυς αυτούς τους κραδασμούς, αναλαμβάνει να μετουσιώσει τον ιατρικό και τον κοινωνικό αντίκτυπό τους σε λογοτεχνική επικράτεια.
Ξεκινά με μια παραθαλάσσια ισπανόφωνη πόλη. Πιθανότατα, κάτι τέτοιο παραπέμπει, όπως γίνεται και σε άλλους συγγραφείς, στον μαγικό ρεαλισμό της λατινοαμερικάνικης λογοτεχνίας, προσαρμοσμένο στο ελληνικό πρίσμα που διηθεί την πραγματικότητα. Σ’ αυτήν την πόλη, λοιπόν, στις αρχές του 20ού αιώνα ο ντρογκερίστας Εμανουέλ Περόν καλείται να λύσει τον γρίφο μιας μυστηριώδους, καινοφανούς, ασθένειας η οποία μετατρέπει τα σώματα σε πορσελάνες που διαρρηγνύονται. Οι αλυσιδωτοί θάνατοι υποδεικνύουν μια μεταδοτική νόσο, την οποία πιθανόν κολλά ο ένας από τον άλλο μέσω της αγκαλιάς, αλλά μένουν πολλά ερωτήματα για το πώς αυτή ξεκίνησε και πώς μπορεί να αντιμετωπιστεί.
Η μυθιστοριογράφος πάνω σ’ αυτό το πυρηνικό σχήμα δρομολογεί δύο βασικές γραμμές. Απ’ τη μια, η επιστήμη της ιατρικής και της φαρμακευτικής, που αναζητούν ενδείξεις και αποδείξεις, αλλά και διερευνούν τρόπους επιστημονικής λύσης, όπως πιθανά ελιξίρια και διαλύματα, έρχονται σε αντίθεση με τις θρησκευτικές λιτανείες και κυρίως με τα κομπογιαννίτικα φάρμακα που δεν έχουν καμία βάση. Απ’ την άλλη, η αγάπη και οι ραγισμένες πορσελάνες, ο έρωτας και οι αναστολές του οδηγούν τη σκέψη στους συμβολισμούς της ασθένειας ως… συναισθηματικού νοσήματος. Το ξέσπασμα της αρρώστιας, μάλιστα, ξεκινά από τον νεαρό Γιοχάνες που βουτά, ψυχικά συντετριμμένος, στον θρυμματιζόμενο πάγο της λίμνης, θρυμματισμός όμοιος με το κομμάτιασμα των πορσελάνινων σωμάτων.
Επομένως, στο πρώτο επιπεδο, ο αναγνώστης συναντά την ώριμη επιστημονική σκέψη, όπως αυτή ενσαρκώνεται στον Εμανουέλ Περόν, να αντιμάχεται τη ροπή προς τις εύκολες λύσεις, τις κομπογιαννίτικες πρακτικές, τις λαοφιλείς μαγγανείες, είτε αυτές προέρχονται από την αφέλεια του κόσμου, είτε από την ιδιοτέλεια των επιτήδειων. Όλο αυτό εξ αντανακλάσεως υποδεικνύει το σήμερα, όταν στη μάχη απέναντι στις ασθένειες, τις επιδημίες και δη τον κορωνοϊό ακούγονται φωνές παρ-επιστημονικής απάτης και ημιμαθούς ανοησίας.
Ο ντρογκερίστας, σε μια κορύφωση της πλοκής, καταφέρνει να ανακαλύψει το διάλυμα που θα δώσει τέλος στην επιδημία και παραδόξως –αντιμυθιστορηματικά θα έλεγα– κερδίζει τη συναίνεση των αρχών, του Δημάρχου εν προκειμένω, ο οποίος δρομολογεί την παρασκευή του και την προώθησή του σε όλον τον πληθυσμό. Στον αντίποδα, ο κομπογιαννίτης Ρικάρντο Άμες έχει κάθε συμφέρον να εμποδίσει τον ειδικό, πουλώντας για φάρμακο ένα καθαρτικό, που δεν έχει καμία θεραπευτική ιδιότητα, ενώ ο ξάδερφός του Λόπες, εκδότης μιας λαϊκίστικης εφημερίδας, συντάσσεται με το μέρος του.
Η αντιδικία της επιστήμης και του λαϊκισμού, που αποτελεί μια διαχρονικά υπαρκτή μάχη της ανθρωπότητας, μέσα στο μυθιστόρημα δεν οδηγείται σε ουσιαστική, συναισθηματικά φορτισμένη εννοώ, σύγκρουση.
Κι ενώ το κείμενο είναι γλωσσικά και αφηγηματικά στιβαρό και κερδίζει τον αναγνώστη με το μελετημένο ύφος του, δεν πετυχαίνει εντέλει να αναδείξει αυτή την αντίθεση. Γιατί; Η αντιδικία της επιστήμης και του λαϊκισμού, που αποτελεί μια διαχρονικά υπαρκτή μάχη της ανθρωπότητας, μέσα στο μυθιστόρημα δεν οδηγείται σε ουσιαστική, συναισθηματικά φορτισμένη εννοώ, σύγκρουση. Ο ακρωτηριασμός του Περόν από την επίθεση του Άμες και η δολοφονία του τελευταίου από τον τρελό φύλακα-άγγελο του πρώτου δεν εξελίσσεται σε πραγματική κορύφωση. Αλλά και ούτε κάπου αλλού οι τεκτονικές πλάκες προκαλούν κραδασμούς, αφού όλο το έργο κινείται σχετικά νωχελικά, χωρίς οξύτητες, εντάσεις και πάθη. Για να αποκτήσει υπόσταση μια κοινωνική διαμάχη μέσα στη λογοτεχνία, πρέπει να αποκτήσει δραματικότητα και ίσως τραγικότητα, κάτι που ο Καιρός των κρυστάλλων δεν πετυχαίνει.
Από την άλλη, η ισορροπία των μερών δεν ευοδώνεται λόγω της δυσαναλογίας στο μυθιστορηματικό μίγμα. Οι δύο άξονες (ο επιστημονικός και ο συναισθηματικός) δείχνουν ότι υπήρξε μια αμηχανία όσον αφορά στο πού θα οδηγηθεί η αφήγηση: θα αναδειχθεί η ανάγκη για επιστημονικές λύσεις ή θα υπερτερήσει ο συμβολισμός των ραγισμένων καρδιών; Γι’ αυτό, πολλά στοιχεία μένουν εκκρεμή, ενώ επεισόδια και νήματα δεν ολοκληρώνονται, όπως λ.χ. ο έρωτας του Περόν για τη νεαρή Μαρία Λουίζα. Θα μπορούσε η αγάπη να έχει μια άλλη δραστικότητα μέσα στο έργο, όπως και η μεταφυσική εξήγηση της λιμναίας συντριβής του Γιοχάνες. Θα μπορούσε να αξιοποιηθεί επαρκώς, ώστε η οικογενειακή διαμάχη που προκάλεσε σοκ στην ψυχή του γιου να περάσει το θέμα από τα χωράφια της ιατρικής στη σφαίρα της μεταφυσικής και στα πεδία της συναισθηματικής στρατόσφαιρας. Η ψυχική ρηγμάτωση θα μπορούσε να οδηγήσει σε σωματικά ραγίσματα, ο εσωτερικός κόσμος να κλονίσει τον εξωτερικό, η προσωπική συντριβή να γίνει σκυταλοδρομία σωματικών εκρήξεων.
Νιώθω ότι η βασική πρόθεση της μυθιστοριογράφου πέρασε από κύματα αμηχανίας, καθώς παράδρομοι και δεύτερες εναλλακτικές πορείες μπήκαν στη μέση και αποπροσανατόλισαν τον κύριο στόχο. Ωστόσο, κάθε μυθιστόρημα, όπως αυτό, που διερευνά το παρόν με αλληγορικό τρόπο και υποβάλλει γόνιμες σκέψεις, αξίζει της προσοχής μας.
* Ο ΓΙΩΡΓΟΣ Ν. ΠΕΡΑΝΤΩΝΑΚΗΣ είναι διδάκτορας Νεοελληνικής Φιλολογίας, κριτικός βιβλίου και συγγραφέας. Πρόσφατα κυκλοφόρησε –σε δική του επιμέλεια– ο δεύτερος τόμος της σειράς «Ιστορίες του 21ου αιώνα», μια συλλογή 12 διηγημάτων με τίτλο «Μεταξύ ανθρώπου και μηχανής» (εκδ. Διόπτρα).
Απόσπασμα από το βιβλίο
«Η λεπτή επιφάνεια του πάγου που θρυμματίζεται το πρωί στη λίμνη. Ένας σιγανός, οδοντωτός θόρυβος, καθώς ο Γιοχάνες τρέχει κι ο πάγος αρχίζει να ραγίζει κάτω από τη φαινομενική του αταραξία, κάτω απ’ τα σκελετωμένα κλαδιά των παραλίμνιων δέντρων που προκαλούν μια αίσθηση ανατριχίλας τελείως άσκοπα –θέλω να πω, ούτε μια ελάχιστη προειδοποίηση προς τον μικρό Γιοχάνες, ούτε μια υποψία φόβου ή κινδύνου– και καθώς το έλκηθρο γλιστράει, ούτε ένα μικρό πετραδάκι, τίποτα που ν’ ανακόψει την ορμητική του πορεία […]»
























