
Για τη συλλογή διηγημάτων του Ηλία Μπιστολά «Η κορυφή του κόσμου» (εκδ. Τόπος). Εικόνα: Από την ταινία «Ζώνη ενδιαφέροντος» του Τζόναθαν Γκλέιζερ (2023).
Γράφει η Καλλιρρόη Παρούση
Ο Ηλίας Μπιστολάς σε μία από τις παρουσιάσεις της συλλογής διηγημάτων με τίτλο Η κορυφή του κόσμου, η οποία κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Τόπος, ερωτήθηκε ποιος κατά την άποψή του είναι ο πυρήνας που συνδέει τα οχτώ αυτά κείμενα μεταξύ τους και απάντησε πως κάθε χαρακτήρας σε αυτό το έργο έρχεται αντιμέτωπος με την κενότητα του νοήματος.
Ξαναδιαβάζοντας λοιπόν την Κορυφή του κόσμου υπό αυτό το πρίσμα περί της κενότητας του νοήματος προσπάθησα να εντοπίσω και να ερμηνεύσω αυτήν την κενότητα, κυρίως επειδή βρίσκω την απάντηση αυτή εκ μέρους του γράφοντος αρκούντως πολύσημη: αυτό που δεν έχει νόημα για τον Α έχει νόημα για τον Β, άλλωστε, πολλές φορές ακούμε την άποψη ότι όλοι μας ζούμε μέσα σε έναν μεταμοντέρνο χυλό όπου πρυτανεύει ο σχετικισμός. Παρατήρησα, λοιπόν, ότι στα διηγήματα αυτά η κενότητα του νοήματος εξακοντίζεται προς πολύ συγκεκριμένες έννοιες με προεξάρχουσα την έννοια του θανάτου και δευτερεύουσες τις έννοιες του θυμού, της βίας και της περατότητας της ανθρώπινης νόησης.
Διαπίστωσα ότι δεν υπάρχει ούτε ένα διήγημα στην παρούσα συλλογή που να μη φέρνει αντιμέτωπο τον αναγνώστη με την έννοια του θανάτου. Ο θάνατος είναι παρών ακόμη και όταν δεν είναι παρών, ως απειλή, ως κάτι το επερχόμενο, ως κάτι το αναπόφευκτο, και ο άνθρωπος διαρκώς αποτυγχάνει να συμφιλιωθεί με τη θνητή του φύση.
Μεταμοντέρνα συνθήκη
Στο πρώτο διήγημα της συλλογής, τη «Μεσογαία», δεκαεφτά άνθρωποι μέσα σε μία ώρα χάνουν τη ζωή τους από ανεξήγητη αιτία και ο συγγραφέας μάς παραδίδει ένα διήγημα χωρίς τέλος, με ανοιχτό νόημα, όπως οφείλει να κάνει κάθε μεταμομοντέρνος συγγραφέας που σέβεται τον εαυτό του. Στο δεύτερο διήγημα, τον «Θεό Πίθηκο», το μόνο επιζών μέλος μιας επικίνδυνης αποστολής στη ζούγκλα γράφει σε ένα σημειωματάριο που μπορεί να είναι ή να μην είναι δικό του -ίσως και να μην υπάρχει καν- ότι: «το γράψιμο θα με βοηθήσει να κρατήσω ειρμό σε ό,τι γεννιέται ανεξέλεγκτα μέσα στον νου μου» και εδώ έχουμε μια υποβόσκουσα κρούση της μεταμοντέρνας έννοιας για την αφήγηση, της μετα-αφήγησης: ο βασικός χαρακτήρας στοχάζεται για το νόημα περί της γραφής (γιατί γράφουμε αφού θα πεθάνουμε;).
Στο διήγημα αυτό συναντάμε και την υπέροχη ερώτηση που λειτουργεί ενδεχομένως και ως επερώτηση για όλο το πνεύμα των κειμένων της παρούσας συλλογής: «Γιατί συμβαίνει το οτιδήποτε;».
Στο επόμενο διήγημα, την «Αόρατη επικράτεια», ο ήρωας επιστρέφοντας σώος από μια επιθανάτια εμπειρία (παραλίγο να πνιγεί), παρηγορεί με τον δικό του παράδοξο τρόπο συγγενείς και οικεία πρόσωπα άλλων αδικοχαμένων ανθρώπων. Στο διήγημα αυτό συναντάμε και την υπέροχη ερώτηση που λειτουργεί ενδεχομένως και ως επερώτηση για όλο το πνεύμα των κειμένων της παρούσας συλλογής: «Γιατί συμβαίνει το οτιδήποτε;». Στο τέταρτο διήγημα, στον «Κουμπάρο», ο θάνατος υποβόσκει μέσα από τις συμβολικές διαστάσεις που αποκτά ο πραγματικός τεμαχισμός ενός ζώου: το αυτί, η γλώσσα, το κότσι, το μάγουλο μιας γουρουνοπούλας φέρουν τη θέση που έχουν αντίστοιχα τα props στις ταινίες, όλα αυτά τα αντικείμενα που τοποθετούνται στο σκηνικό και ενίοτε γίνονται και τα ίδια προωθητικοί φορείς της δράσης.
Από τη νοσηρή σχέση μεταξύ δύο αδερφών στο επόμενο διήγημα, «Την προοπτική του βαθέος χρόνου», διαπιστώνουμε τη συμβολική παρουσία του θανάτου ως αποιεροποίηση, ως πτώση από το ιδεώδες: «βουτάμε στην αποχέτευση του Παραδείσου» και εν προκειμένω η διαπίστωση αυτή θα μπορούσε να εκληφθεί και ως ένας έμμεσος ειρωνικός σχολιασμός για το πώς επιλέγει ο μέσος άνθρωπος να ζει τη ζωή του. Στο έκτο διήγημα της συλλογής -και προσωπικά, δικό μου αγαπημένο- στις «Θεαματικές κινήσεις του Κατς», από τη σχέση μεταξύ δύο φίλων, που το μόνο που φαίνεται να τους ενώνει είναι η προοπτική της πρόωρης άφιξης του θανάτου λόγω μιας δύσκολης ιατρικής πάθησης, οδηγούμαστε στη θυμωμένη απαξίωση όσων ανθρώπων δεν συνειδητοποιούν ότι η ζωή είναι δώρο: «Η πραγματικότητα μερικών ανθρώπων περιορίζεται στη μία ώρα του δελτίου ειδήσεων, τόσα γνωρίζουν, τόσα λένε».
Το σύγχρονο μετανεωτερικό υποκείμενο
Εν προκειμένω, διαπιστώνω ότι μέσα από φράσεις όπως οι ανωτέρω (βουτάμε στην αποχέτευση του παραδείσου, η πραγματικότητα μερικών περιορίζεται στη διάρκεια της ώρας ενός δελτίου ειδήσεων, η σιωπή είναι συναίνεση -όπως θα δούμε στο επόμενο διήγημα- κ.λπ.) συμφύρονται οι φωνές του εκάστοτε αφηγητή (στις περισσότερες περιπτώσεις εξωδιηγητικού) και των επιμέρους χαρακτήρων. Εισάγονται κατά αυτόν τον τρόπο στο κυρίως corpus της αφήγησης σχόλια πάνω στον σύγχρονο μετανεωτερικό υποκείμενο: ότι αυτό εντάσσεται σε ένα μονίμως επισφαλές περιβάλλον, το οποίο και κατανοεί ελάχιστα, και βιώνει μία μόνιμη απειλητική κατάσταση (μια κατάσταση εξαίρεσης) που τον οδηγεί στην αποξένωση. Το δίπτυχο «υπαρξιακή αποξένωση» είναι αστεία βερμπαλιστικό, όταν χρησιμοποιείται για τον σχολιασμό ενός βιβλίου και παραπέμπει συνήθως στο αόριστο σκεπτικό που κατά καιρούς παραθέτουν οι εκάστοτε κριτικές επιτροπές, όταν χαρίζουν βραβεία σε βιβλία για τα οποία αναρωτιέται κανείς αν όντως έχουν διαβαστεί, όμως, αν σκεφτεί κανείς το νόημα αυτού του διπτύχου, ότι δηλαδή επί της ουσίας υπαρξιακή αποξένωση σημαίνει το χάσμα, το κενό μεταξύ του υποκειμένου και του περιβάλλοντός του, παρόλη τη σύναψη υπαρκτών διαπροσωπικών σχέσεων, αντιλαμβάνεται το κοινό συναίσθημα που διέπει τους χαρακτήρες των διηγημάτων στην Κορυφή του κόσμου.
Σημειώνω εδώ ότι, μπορεί ο συγγραφέας σε αυτή τη συλλογή να μην έχει επιλέξει να τοποθετήσει συστηματικά τους ήρωές του μέσα σε ένα ακραιφνώς μητροπολιτικό κέντρο, αλλά, οι χαρακτήρες αυτοί σε όσο ακραίες συνθήκες και αν εκτίθεται (ζούγκλα, παγετώνες, έρημοι κ.λπ..) και όσο περίεργα επαγγέλματα και αν εξασκούν (π.χ. διαχείριση πυρηνικών αποβλήτων) εξακολουθούν να φέρουν τις νευρώσεις του σύγχρονου αστικού υποκειμένου: διακατέχονται δηλαδή από ένα αίσθημα σύγχυσης, αποδιοργάνωσης και ακατάπαυστης κόπωσης, και διαρκώς προβαίνουν σε αποτυχημένες απόπειρες μιας λογικοφανούς προσέγγισης της πραγματικότητας.
(...) ο αφηγητής παραδέχεται με μια πάλι εύστοχη χρήση του πρώτου πληθυντικού ότι «υπάρχει ένα αδιαπέραστο όριο για όσα μπορούμε να κατανοήσουμε», υπογραμμίζοντας έτσι το περατό της νόησης
Στο έβδομο και πιο κινηματογραφικά λεπτοδουλεμένο διήγημα της συλλογής, το «Tσακώνικο πορνό», το ενδεχόμενο πρόκλησης του θανάτου ως αποτέλεσμα πατριαρχικής επιβολής δίνει τη σκυτάλη στη γνωστή φράση «η σιωπή είναι συναίνεση» που παραπέμπει με τη σειρά της σε γεγονότα συστηματικής κακοποίησης των γυναικών και ενδοοικογενειακής βίας, τα οποία έρχονται στην επιφάνεια κατά καιρούς και αποσιωπώνται ή αξιοποιούνται με έναν πολύ συγκεκριμένο τρόπο από τα κυρίαρχα μέσα, ενώ αντίστοιχα στο τελευταίο διήγημα, το «Kάτω από το σέλας», όπου δύο αδέρφια επιχειρούν να ακολουθήσουν τα χνάρια ή και το παράδειγμα ενός μάλλον νεκρού πατέρα, ο αφηγητής παραδέχεται με μια πάλι εύστοχη χρήση του πρώτου πληθυντικού ότι «υπάρχει ένα αδιαπέραστο όριο για όσα μπορούμε να κατανοήσουμε», υπογραμμίζοντας έτσι το περατό της νόησης ως αποτέλεσμα -μεταξύ άλλων- και της θνητής ανθρώπινης φύσης.
Ο κόσμος καταρρέει
Ο Ηλίας Μπιστολάς αφενός είναι ένας μεταμοντέρνος συγγραφέας και αφετέρου με την παρούσα συλλογή επιχειρεί τρόπον τινά και έναν πολιτικό σχολιασμό -έστω και έμμεσο- της τρέχουσας πραγματικότητας. Είναι ένας μεταμοντέρνος συγγραφέας, όχι μόνο επειδή η αφηγηματική επεξεργασία του υλικού του επιβάλλει αυτόν τον χαρακτηρισμό (βλέπουμε διακειμενικότητα, μεταφήγηση, ελεύθερο ή ανοιχτό τέλος στις ιστορίες, εναλλαγή αφηγητών κ.λπ..), αλλά και επειδή θεματολογικά οι χαρακτήρες της παρούσας συλλογής βάλλονται από την επικράτεια του μεταμοντέρνου: εντάσσονται σε ένα διαρκώς μεταβαλλόμενο περιβάλλον το οποίο μπορούν μόνο στιγμιαία να το συλλάβουν και όταν -και αν- το συλλάβουν, αντιδρούν βίαια και με θυμό σαν άγρια ζώα φυλακισμένα σε κλουβί.
(...) ρέπουμε προς μια βολική στάση ζωής, κάνουμε σαν να μη συμβαίνει τίποτα, ενώ ο κόσμος γύρω γκρεμίζεται, καταρρέει στα εξ ων συνετέθη, μαζί με όλες τις μεγάλες αφηγήσεις.
Μια πολύ ωραία βάση συζήτησης για το πώς το πολιτικό παρεισφρέει στο αισθητικό στον μεταμοντερνισμό εκκινεί μεταξύ άλλων από την άποψη πως η έκθεση ενός έργου τέχνης, εν προκειμένω η έκδοση ενός βιβλίου, συνιστά από μόνη της, αφ εαυτής, ένα κοινωνικοπολιτικό γεγονός, μια παρέμβαση στο κοινωνικοπολιτικό γίγνεσθαι. Μια τέτοια παρέμβαση πάνω στον κόσμο και τα πράγματα θεωρώ ότι επιχειρεί με την παρούσα συλλογή ο Ηλίας Μπιστολάς καθώς μέσα από αυτό το βιβλίο μάς κατηγορεί όλους λίγο πολύ, χωρίς να εξαιρεί ούτε τον ίδιο του τον εαυτό, ότι ρέπουμε προς μια βολική στάση ζωής, κάνουμε σαν να μη συμβαίνει τίποτα, ενώ ο κόσμος γύρω γκρεμίζεται, καταρρέει στα εξ ων συνετέθη, μαζί με όλες τις μεγάλες αφηγήσεις.
Η ανάγνωση αυτού του βιβλίου μού έφερε στο μυαλό την ταινία «Zone of interest» του Τζόναθαν Γκλέιζερ. Όλοι μας ρέπουμε προς μια βολική στάση: σαν να είμαστε η οικογένεια του Ρούντολφ Χες, του διοικητή του στρατοπέδου εξόντωσης στο Άουσβιτς , η οποία ζούσε σε μια υπέροχη μονοκατοικία με κήπο μεσοτοιχία με το στρατόπεδο, και ωστόσο συμπεριφερόταν σαν να μη συμβαίνει τίποτα, παρόλο που άκουγε τους ήχους των βασανιστηρίων, έβλεπε τον καπνό που έβγαινε από τους θαλάμους αερίων.
→ Εκδοχή του κειμένου διαβάστηκε στην παρουσίαση του βιβλίου στο βιβλιοπωλείο Literature House στην Κυψέλη.
*Η ΚΑΛΛΙΡΡΟΗ ΠΑΡΟΥΣΗ είναι συγγραφέας των βιβλίων «Λίγα λόγια για μένα» (Τόπος 2023) και «Κανείς δεν μιλάει για τα πεύκα» (Κέδρος 2016).
Λίγα λόγια για τον συγγραφέα
Ο Ηλίας Μπιστολάς γεννήθηκε το 1982. Ζει και εργάζεται στην Αθήνα. Το πρώτο του μυθιστόρημα με τίτλο Χώμα στα μάτια, στα αυτιά, στο στόμα (Τόπος, 2022) ήταν υποψήφιο για το Βραβείο Πρωτοεμφανιζόμενου Συγγραφέα στην Πεζογραφία του περιοδικού Αναγνώστης.

Συμμετείχε επίσης στον συλλογικό τόμο Από το τοπικό στο παγκόσμιο των εκδόσεων Διόπτρα με το διήγημα «Γιατί δεν κοιμούνται τα χταπόδια;»
























