
Για τη συλλογή διηγημάτων της Μαρίας Ψωμά Πετρίδου «Ασφαλής περίφραξη» (εκδ. Τύρφη).
Γράφει η Δήμητρα Μήττα
Το βιβλίο της Μαρίας Ψωμά Πετρίδου Ασφαλής περίφραξη ξεγελάει. Είναι ένα μικρό βιβλίο, μόλις 45 σελίδων, όμως μεγάλο από την άποψη της ουσίας, των στοχασμών και των συναισθημάτων που προκαλεί.
Δύο αρχικά ζητήματα, ο τίτλος και η εικόνα του εξωφύλλου. Ασφαλής περίφραξη. Φράττω, φράζω, φράγμα, φραγμός. Περί-φράττω, φράζω γύρω τριγύρω. Άραγε για να προφυλάξει ο κατασκευαστής από εξωτερικό εισβολέα, από εξωτερική απειλή; Μήπως για να αποτραπεί η φυγή από μέσα προς τα έξω; Και ποιος είναι ο κατασκευαστής; Ασφαλής περίφραξη. Ασφαλής για ποιον; Και βέβαια η ασφαλής περίφραξη μπορεί να είναι ο καθορισμός των ορίων – μέχρι εδώ. Αλλά και πάλι ανακύπτουν ερωτήματα: ποια είναι τα όρια και ποιος τα όρισε.
Αυτά μόνο από τον τίτλο. Όσο για την εικόνα του εξωφύλλου, αυτή κι αν παραπέμπει στην Εύα του κήπου της Εδέμ ή σε νύμφες φύλακες των δέντρων, τις Δρυάδες και τις Αμαδρυάδες της αρχαιότητας που πέθαιναν μαζί με το δέντρο τους. Ή τον γάμο της Ήρας στον κήπο των Εσπερίδων, το μυθικό σύμβολο της γονιμότητας, μια αιώνια άνοιξη. Άλλοτε πάλι λέγεται πως τα μήλα ήταν το δώρο της Γαίας στην Ήρα· εκείνη τα βρήκε τόσο ωραία που τα φύτεψε μέσα στον κήπο της ανατροφής της, στην όχθη του Ωκεανού. Μπορεί πάλι να θυμηθούμε την Άνοιξη του Μποτιτσέλι (1478) με την Αφροδίτη στο κέντρο, ένας πίνακας για τη γονιμότητα. Μόνο που εδώ, στο έργο του Ράκαμ αχνοφαίνονται δύο γάτες – μια υπόμνηση άραγε της απρόβλεπτης φύσης της γυναίκας;
Οι ιστορίες της συλλογής
Οι ιστορίες της Ψωμά είναι αριθμημένες, χωρίς τίτλους, φτάνουν μέχρι το 9 και μετά μηδενίζουν, αρχίζει η αρνητική μέτρηση, -1, -2, -3, και μετά ένα χωρίς αρίθμηση. Τυχαίο; Παιχνίδια συγγραφικά; Κάποιο κρυμμένο μήνυμα; Σε κάποιες από τις ιστορίες αυθόρμητα βγαίνει ένας τίτλος, ας πούμε «Το σπίτι» για το πρώτο, και αμέσως αρχίζουν τα ερωτήματα: Στο σπίτι ή έξω από αυτό; Με ή χωρίς σπίτι; Και τι κάνει μια γυναίκα για να μείνει εκεί που ασφυκτιά; Η συγγραφέας γράφει: «Απέφευγε να ξηλώνει, μόνο έραβε σφιχτά, μην και ξεχειλώσει η ρευστή της άλλη» (σ. 10). Εξάλλου, τη χρειάζονταν οι άλλοι τόσο πολύ.
Δεσμά οι δεσμοί, χαλκάς φυλακισμένου η βέρα.
«Η κούκλα» για το δεύτερο. Εσείς είχατε κούκλα στο σπίτι; Εκείνη τη μαρκησία που δεν επιτρεπόταν καλά καλά να την αγγίζεις, για να μην χαλάσει. Καθόταν στον καναπέ απαστράπτουσα, ακίνητη, χαριτωμένη, χαμογελαστή. Αλήθεια, σας προκαλούν μελαγχολία οι ακίνητες κούκλες; Έπειτα είναι και οι κούκλες που έχουν όλα τα απαραίτητα εργαλεία για την ομορφιά, για τον ρόλο που της αρμόζει ως συζύγου και μητέρας. Πότε άρχισε η καταστολή; «… από θεού άρξασθαι», γράφει η συγγραφέας. Και ποιος τη συντηρεί; «Οι κυρίες κρατάνε τα σκήπτρα του κατεστημένου», ξαναγράφει (σ. 11). Δεσμά οι δεσμοί, χαλκάς φυλακισμένου η βέρα.
«Η φωτογραφία», τίτλος για την τρίτη ιστορία. Τι φανέρωναν εκείνες οι παλιές φωτογραφίες που κρέμονταν σε περίοπτη θέση στον τοίχο του σπιτιού; Ποιες σχέσεις; Και πώς εξηγείται το στήσιμο να είναι πάντα παρόμοιο μέσα στον χρόνο και να επαναλαμβάνει στερεοτυπικά ρόλους και σχέσεις; Ουδεμία αλλαγή, ουδεμία προ-οδος που προϋποθέτει έξοδο, μια διαρκής συντήρηση του ομοίου με φύλακες/δεσμοφύλακες τους μεγαλύτερους, γιαγιάδες και παπούδες στον εξέχοντα ρόλο της συγκάλυψης παρεκκλίσεων από τον κανόνα. Κλείω, εγκλείω, περικλείω, αποκλείω… Εκτός από τις γιορτές που το σπίτι θα ανοίξει και η οικοδέσποινα, η οικο-κυρά θα φορέσει το καλό της φόρεμα. Και πάλι η συγγραφέας στηλιτεύει την υποκρισία μιας πίστης που τηρεί τύπους -«πάντοτε με τη βοήθεια του Θεού»- και την αγία οικογένεια που μέσα στην εξόχως κατασκευασμένη φυλακή «υψίστης ασφαλείας» ταΐζει λύκους (σ. 13).
Και ο διάλογος μέσα στην οικογένεια; Ποιος διάλογος; Με ποιες δημοκρατικές αρχές; Σιωπή ή φλυαρία, αυτά κυριαρχούν. Και κρύβουν. Τι; Ο καθένας γνωρίζει και παλεύει να πνίξει θυμούς που συσσωρευμένοι μετατρέπονται σε οργή. Πώς τη συγκρατείς για να μην αποκαλύψει, ή μάλλον φτύσει, αλήθειες; Και τι θα γίνει αν ανακαλύψει να φωνάζει; «Μίλα!» (σ. 15) Και αυτό το μίλα, μαζί με τις λέξεις σιωπή και φλυαρία, θυμίζουν το ποίημα του Ναζίμ Ασίν Σώπα, μη μιλάς:
Αχ! Πόσο θα ‘θελα να μιλήσω ο κερατάς.
Και δεν θα μιλάς ,
θα γίνεις φαφλατάς,
θα σαλιαρίζεις αντί να μιλάς.
Κόψε τη γλώσσα σου, κόψ' την αμέσως.
Δεν έχεις περιθώρια.
Γίνε μουγκός.
Αφού δε θα μιλήσεις, καλύτερα να το τολμήσεις. Κόψε τη γλώσσα σου.
Για να είμαι τουλάχιστον σωστός στα σχέδια και στα όνειρά μου,
ανάμεσα σε λυγμούς και σε παροξυσμούς κρατώ τη γλώσσα μου,
γιατί νομίζω πως θα 'ρθει η στιγμή που δεν θα αντέξω
και θα ξεσπάσω και δεν θα φοβηθώ και θα ελπίζω
και κάθε στιγμή το λαρύγγι μου θα γεμίζω με ένα φθόγγο ,
με έναν ψίθυρο, με ένα τραύλισμα, με μια κραυγή που θα μου λέει:
«Μίλα!»…
Αλήθεια, πόσος κόπος χρειάζεται για να καταφέρει να «κλειδώνει την άλλη της στο δωμάτιο»; «Να χτίσει, θέλει, ετούτα τα παράθυρα, να τα σφραγίσει», θυμίζοντας αυτό το πεζό κείμενο της συγγραφέως/ανατόμου το ποίημα του Καβάφη. (σ. 19) Πόσος κόπος, πόσος κατασκευασμένος φαντασιωμένος πόθος, για να πάψει να παρατηρεί «ρωγμές, τα πρόχειρα επισκευασμένα χαλάσματα»; (σ. 26) Και ήδη έχει υποπέσει στο θανάσιμο αμάρτημα της λαγνείας. Και να ’ταν τουλάχιστον αληθινή.
Γυναίκες συνένοχες, γυναίκες ανάδελφες
Η συγγραφέας δεν χαρίζεται ούτε στην ίδια τη γυναίκα. Στηλιτεύει την «αθέατη εξουσία» της, τα κόλπα χειραγώγησης που χρησιμοποιεί ακολουθώντας «το παραδοσιακό θηλυκό πρότυπο» (σ. 15), την πονηριά, εξυπνάδα που στρίβει προς την προσποιητή υποταγή, το σεξ αλλά όχι τον έρωτα. Στηλιτεύει τη γυναίκα που καταβάλλει κόπο για να μην ακούει την «ισχύ του ρωμαλέου» που βιαιοπραγεί. Δικαιολογείται κιόλας: «Μήπως με λυπήθηκε εμένα κανείς;» (σ. 23). Γυναίκες συνένοχες, γυναίκες ανάδελφες.
Τι γίνονται τα χέρια, όταν φεύγουν όσοι ορίζουν την ύπαρξή μας;
Και τι γίνεται όταν η γυναίκα γερνά; Όταν απογυμνώνεται από τους τίτλους που την προσδιόριζαν – οι άνθρωποί της πεθαίνουν ή φεύγουν μακριά. Είναι ελεύθερη. Είναι; Ευδοκιμεί η ελευθερία στα ερείπια; (σ. 31) Εδώ ολόκληροι θεοί, ο Ποσειδώνας και η Αθηνά, εγκατέλειψαν την Τροία, γιατί δεν υπήρχε κανένας για τους προσκυνήσει. Τραγικά μίλησαν για τον χρόνο που περνά η Μήδεια και η Δηιάνειρα, ο χρόνος που καταγράφεται στα χέρια. Έχετε κοιτάξει ποτέ τα χέρια σας; Τι κάνετε με αυτά; Χαϊδεύετε, ράβετε, γεμίζετε πιπεριές, αλατοπιπερίζετε, κεντάτε, ξεσκονίζετε, ψάχνετε, ψαχουλεύετε…
Τι γίνονται τα χέρια, όταν φεύγουν όσοι ορίζουν την ύπαρξή μας; Για ποιον να μαγειρέψω, ποιον να χαϊδέψω, γιατί να κεντήσω; Η Μαρία Ψωμά Πετρίδου δίνει την επιτομή και τον ορισμό του γήρατος: γήρας είναι ο αποκλεισμός λέξεων, όπως έρωτας, σχέσεις, προσδοκίες, ο αποκλεισμός του αορίστου χρόνου και του μέλλοντος, ό,τι μένει είναι το παρόν, το εδώ και τώρα για το οποίο αγωνίζεται κανείς με διάφορες μεθόδους όταν είναι νέος, είναι η κυριαρχία λέξεων όπως φοβάμαι και θυμάμαι. Αυτό το τελευταίο αναστατώνει μέχρι τη στιγμή που δεν υπάρχει πια καμιά αρίθμηση.
Πώς τελειώνει ένα παραμύθι; Ζήσαν αυτοί καλά… Ποιοι είναι αυτοί που ζήσαν καλά; Και από πού προκύπτει ότι εμείς ζούμε καλύτερα και όχι πανομοιότυπα; Από πού προκύπτει ότι στον κάθε άνθρωπο δεν επαναλαμβάνεται η ιστορία του κόσμου; Η ιστορία της οικογένειας;
*Η ΔΗΜΗΤΡΑ ΜΗΤΤΑ είναι φιλόλογος και συγγραφέας. Τελευταίο της βιβλίο, το θεατρικό «Η επάνοδος» (εκδ. Σοκόλη).
Λίγα λόγια για τη συγγραφέα
Η Μαρία Ψωμά Πετρίδου, γεννήθηκε και ζει στη Θεσσαλονίκη. Είναι δημιουργός και συντονίστρια της ομάδας μεγαλόφωνων λογοτεχνικών αναγνώσεων «Διάβασέ μου!». Αρθρογραφεί για θέματα που αφορούν το βιβλίο και τον πολιτισμό.

Βιβλία της: Ισόβια θητεία (εκδ. Ερωδιός), Ανθολογία διηγήματος (συλλογικό, εκδ. Καστανιώτη), Και να βρεθεί, θα με κυνηγάει (εκδ. Παράξενες Μέρες), Δεύτερο ζευγάρι φτερά (εκδ. Κυριακίδης), Εκ του μη όντος (εκδ. Τύρφη), Όταν με βρήκε ο λύκος (εκδ. Τύρφη), ΚΡΑΚ! (εκδ. Παράξενες Μέρες), Ασφαλής περίφραξη (εκδ. Τύρφη).























