
Για το μυθιστόρημα της Έρσης Σωτηροπούλου «Δαμάζοντας το κτήνος» (εκδ. Πατάκη) που επανακυκλοφορεί 23 χρόνια μετά την πρώτη έκδοσή του.
Γράφει ο Αντώνης Γουλιανός
Το Δαμάζοντας το κτήνος της Έρσης Σωτηροπούλου είναι ένα πολυεπίπεδο μυθιστόρημα, το οποίο εγγράφεται σε ένα μετα-ρεαλιστικό πλαίσιο. Η διαρκής αλληγορία της ταυρομαχίας στέκεται ως δομική βάση στη σύνθεση, η οποία καταλήγει σε μια σάτιρα της νεωτερικής κοινωνίας, με τον φαταλισμό να θριαμβεύει ειρωνικά. Η διαλείπουσα ενασχόληση του πρωταγωνιστή με την ανάγνωση του Πόπερ σε διάφορες φάσεις του βιβλίου, λειτουργεί ως ένα άνοιγμα προς τον εξορθολογισμό της σύγχρονης πραγματικότητας, που όμως καταρρέει κάτω από το βάρος της αλληγορικής κατασκευής του.
Πιο συγκεκριμένα, ο Άρης, σύμβουλος υπουργού, ετοιμάζεται να εμφανιστεί σε μια τιμητική εκδήλωση για το ποιητικό του έργο, που μοιάζει να ανήκει ολοκληρωτικά στο παρελθόν. Παρ’ όλα αυτά, βρίσκει την αφορμή της εκδήλωσης προς τιμήν του για να γράψει ένα νέο ποίημα και να δοκιμάσει ξανά τις δημιουργικές δυνάμεις του.
Παράλληλα, η Ιταλίδα σύζυγός του Κάρλα, εμφανώς δυστυχισμένη, επιθυμεί να συνδεθεί φιλικά με τη νεαρή δημοσιογράφο που είναι ερωμένη του Άρη, την Πέννυ, αγνοώντας φυσικά την εξωσυζυγική του σχέση. Η ηλικιωμένη μητέρα του Άρη, πλέον βάρος για τον ίδιο, είναι παθιασμένη με την παρακολούθηση μιας σαπουνόπερας, ενώ ο γιος του, ο Πάολο, τον οποίο ο Άρης αποκαλεί Κανίβαλο, συναναστρέφεται έναν περιθωριακό τύπο, τον Σπίθα. Ο τελευταίος συμπίπτει να είναι και ο οδηγός ενός Πεζό που επιτίθεται συστηματικά στο αυτοκίνητο του Άρη, την ώρα που εκείνος κάθεται στο πίσω κάθισμα και ο οδηγός του τού ζητά διαρκώς ρουσφέτια.
Ένα πολύ επίκαιρο μυθιστόρημα
Ας ξεκινήσουμε όμως από τα βασικά: το μυθιστόρημα είναι καταρχάς ανέλπιστα επίκαιρο. Μάλιστα, ο χαρακτηρισμός «επίκαιρο» αποδεικνύεται πρακτικά μάλλον ανεπαρκής, καθώς η σχέση του βιβλίου με το παρόν δεν εξαντλείται σε επιφανειακές αναλογίες, αλλά ενσωματώνεται οργανικά στη δομή και τους χαρακτήρες του. Η διαχρονικότητά του δεν εντοπίζεται μεμονωμένα στη συγγένεια της πραγματικότητας που βιώνουμε τώρα με το τότε, αλλά στο ότι το κείμενο παραμένει παράδοξα σύγχρονο χωρίς να φανερώνει την ηλικία του, ακόμα και όσον αφορά τις τεχνολογικές λεπτομέρειες. Το 2003, όπως αποτυπώνεται στο βιβλίο, θα μπορούσε να είναι κάλλιστα το 2026.
Η Ελλάδα εκείνης της περιόδου βρισκόταν σε μια μεταβατική κατάσταση και με τον ίδιο τρόπο φαίνεται να λειτουργούν και οι χαρακτήρες του βιβλίου, μετέωροι στην εκπνοή μιας εκκρεμότητας.
Ωστόσο, το 2003 ως χρόνος της αφήγησης, ακόμα και συγκυριακός, παραμένει στρατηγικά επικερδής για το μυθιστόρημα αφού βρισκόμαστε λίγο πριν από τους Ολυμπιακούς Αγώνες της Αθήνας, σημείο καμπής της ελληνικής πραγματικότητας και οικονομίας και, ουσιαστικά, την κορύφωση ενός εθνικού θεάματος που υποσχόταν τον εκσυγχρονισμό και τη διεθνή αναγνώριση, αλλά στην πραγματικότητα οδήγησε σε οικονομική κατάρρευση. Η Ελλάδα εκείνης της περιόδου βρισκόταν σε μια μεταβατική κατάσταση και με τον ίδιο τρόπο φαίνεται να λειτουργούν και οι χαρακτήρες του βιβλίου, μετέωροι στην εκπνοή μιας εκκρεμότητας.
Οι ήρωες κινούνται σε έναν τόπο υπό διαμόρφωση, με την ανεκπλήρωτη υπόσχεση μιας ανάπτυξης και την κατασκευή προσωπείων αναβάθμισης που μοιάζουν με χωριά Ποτέμκιν και απλώς κρύβουν την ασχήμια του. Η ολυμπιακή προετοιμασία λειτουργεί ως ιστορικό υπόστρωμα μιας κοινωνίας που επί της ουσίας, με ντεμποριανούς όρους, αυτοσκηνοθετείται. Ο Άρης βεβαίως αγαπάει αυτή την ασχήμια, βρίσκει την Αθήνα έναν τόπο ζωώδη και ο ανιμαλισμός που διακρίνει σε αυτήν, καταλήγει να εκλαμβάνεται από τον ίδιο ως τραχιά αλλά επαρκής απόδειξη αυθεντικότητας: «Άσχημη πόλη, κάθε μέρα πιο άσχημη κι αυτός ανυπομονούσε να βρεθεί στα σωθικά της. Όλοι φώναζαν, κανείς δεν άκουγε κανέναν. Γουρουνίσια πόλη, υπέροχη» (σελ 33).
Ο χρόνος, έτσι όπως τον κατανέμει η συγγραφέας, παρότι κινείται γραμμικά, ενσωματώνει, κυρίως μέσω των χαρακτήρων, αλλά και της -πρακτικά παρούσας σε όλο το μυθιστόρημα- συσχέτισης της αφηγηματικής εξέλιξης με την κορίντα (ταυρομαχία), πολλαπλά χρονικά πισωγυρίσματα και μεταπτώσεις.
Τα πρόσωπα του μυθιστορήματος
Οι χαρακτήρες του Δαμάζοντας το κτήνος δεν λειτουργούν, δηλαδή, ως αποκλειστικά αυτόνομες αφηγηματικές μονάδες, αλλά ως χρονικές αποτυπώσεις του ίδιου προσώπου σε διαφορετικές φάσεις του χρόνου. Η Κάρλα αποτελεί μια εκδοχή της μητέρας του Άρη, όχι τόσο σε επίπεδο χαρακτήρα αλλά θέσης, αφού και οι δύο ενσαρκώνουν μια μορφή παθητικής παρουσίας, εγκλωβισμένης σε έναν ρόλο. Αντίστοιχα, ο ίδιος ο Άρης φαίνεται να αντανακλά στοιχεία τόσο του νεκρού πατέρα του όσο και του γιου του, ορισμένες στιγμές ακόμη και του Σπίθα, λόγω του, αμφιλεγόμενου από τη γυναίκα του, παρελθόντος του ως επαναστάτη. Όλα τα πρόσωπα του βιβλίου, ακόμα και ο νεκρός πατέρας, μοιάζουν να κινούνται ταυτόχρονα ανάμεσα σε παρελθόν, παρόν και μέλλον, χωρίς ποτέ να κατοικούν πλήρως σε κανένα από αυτά.
Οι πράξεις των προσώπων, ειδικά οι αναπολήσεις του Άρη σε σχέση με την υποψία μιας εξωσυζυγικής σχέσης της μητέρας του με τον Τζώρτζη -έναν άνδρα που παρουσιάζεται ως αριβίστας και του χαρίζει ένα τολμηρό βιβλίο για τους Λωτοφάγους, ενώ παράλληλα πολιορκεί την μητέρα του- καταλήγουν σε ψυχολογικές αντηχήσεις που επέρχονται στο παρόν.
Παράλληλες αναγνώσεις: Συσχετισμοί με τον Φρόιντ και τον Ντεμπόρ
Υπό αυτά τα δεδομένα, είναι δύσκολο να αποφύγει κανείς τον συσχετισμό με τον Φρόιντ. Αρχικά με τον Πολιτισμό πηγή δυστυχίας. Ο Άρης κινείται σε έναν κόσμο στον οποίο έχει αναγκαστεί να υποδύεται τον πολιτισμένο, να λησμονεί το κτήνος, κάτι που τον πνίγει υπόκωφα. Ο γιος του, λόγω υποξίας που υπέστη ως νεογνό, για πολλά χρόνια αντιμετώπιζε μαθησιακές δυσκολίες, κι έτσι ο χαρακτηρισμός «κανίβαλος» από τον πατέρα του κουβαλάει ένα αταβιστικό πεπρωμένο και παράλληλα την ναρκισσιστική πεποίθηση του Άρη για μια δαρβινική τύπου υπεροχή έναντι των άλλων.
Η φιλοδοξία του Άρη για ένα βίαιο και πατριαρχικό ένστικτο είναι υπό αυτούς τους όρους ο βασικός πρωταγωνιστής του βιβλίου. Το κτήνος μεταφράζεται ως μια τοξική ανδρική ταυτότητα και εξουσία, ειδικά μέσα από την εμμονή που αναπτύσσει ο Άρης με το να φορά την μάσκα του ταύρου στο σεξ, αφού χωρίς αυτή το φαλλικό σύμβολο καταρρέει. Ο Άρης έχει ανάγκη να περάσει από την αναπαράσταση της βίας στη σεξουαλική πράξη, στην ίδια την πράξη της γυναικοκτονίας, όταν φαντασιώνεται ότι σκοτώνει την ερωμένη του.
Η Σωτηροπούλου για ακόμα μία φορά προλαβαίνει την ιστορία και αφουγκράζεται ορθώς τη σημασία εκείνης της χρονικής καμπής ως οροσήμου που καταλύει την ταξική συνείδηση και την εργασιακή διεκδίκηση στην Ελλάδα, οδηγώντας στην ολοκληρωτική αλλοτρίωση.
Βεβαίως καθησυχάζει τον εγωισμό του: «Τελικά δεν είμαι αρκετά φιλόδοξος, σκέφτηκε και χαμογέλασε μόνος του» (σελ. 15), παρότι εμφανώς δυσανασχετεί με το χαμηλότερο στάτους που έχει ως σύμβουλος υπουργού και όχι ως ο κάτοχος της ίδιας της καρέκλας.
Η Σωτηροπούλου τοποθετεί τους διαδηλωτές και τα εργασιακά τους προβλήματα στο φόντο, ως απομακρυσμένες πορείες που ο Άρης αφουγκράζεται αχνά όσο πηγαίνει στη δουλειά του μέσα στην άνετη απομόνωση της ακριβής μερσεντές. Δεν έκανα τυχαία την προαναφερόμενη συσχέτιση με τον Ντεμπόρ: θεωρώ πως το μυθιστόρημα αποτελεί αφηγηματική μετάφραση της Κοινωνίας του θεάματος. Η Σωτηροπούλου για ακόμα μία φορά προλαβαίνει την ιστορία και αφουγκράζεται ορθώς τη σημασία εκείνης της χρονικής καμπής ως οροσήμου που καταλύει την ταξική συνείδηση και την εργασιακή διεκδίκηση στην Ελλάδα, οδηγώντας στην ολοκληρωτική αλλοτρίωση. «Είναι η πλέον παλαιά εξειδίκευση, η εξειδίκευση της εξουσίας, αυτή που βρίσκεται στην καταγωγή του θεάματος. Επομένως το θέαμα είναι μια εξιδανικευμένη δραστηριότητα που ομιλεί για λογαριασμό όλων των άλλων. Είναι η διπλωματική εκπροσώπηση της ιεραρχικής κοινωνίας ενώπιον του εαυτού της, όπου κάθε άλλος λόγος έχει εξοστρακισθεί. Εδώ το πλέον σύγχρονο είναι και το πλέον αρχαϊκό» (σελ. 21, Η κοινωνία του θεάματος, Γκυ Ντεμπόρ) Εδώ ακριβώς βρίσκεται και η ουσία του μυθιστορήματος.
Στο συγκεκριμένο απόσπασμα της Κοινωνίας του θεάματος ο Ντεμπόρ εντοπίζει την καταγωγή του θεάματος όχι μονάχα στη σύγχρονη τεχνολογία, αλλά στην ίδια την ιστορική συγκρότηση της εξουσίας. Το θέαμα γεννιέται τη στιγμή που η κοινωνική ζωή παύει να βιώνεται άμεσα και αρχίζει να εκπροσωπείται από λίγους για λογαριασμό των πολλών. Οι πραγματικές κοινωνικές και ταξικές σχέσεις μεταμφιέζονται σε εικόνες και τελετουργίες, ενώ η εξουσία εμφανίζεται ως τάχα «φυσική».
Το Δαμάζοντας το κτήνος συνομιλεί άμεσα με τη ντεμποριανή σύλληψη του θεάματος ως αρχαϊκής και ταυτόχρονα σύγχρονης μορφής εξουσίας.
Το παράδοξο που επισημαίνει ο Ντεμπόρ είναι ότι, παρότι το θέαμα φαντάζει απολύτως σύγχρονο, στην ουσία επαναφέρει αρχαϊκές μορφές κυριαρχίας. Στο βιβλίο βλέπουμε ξεκάθαρα αυτό ακριβώς το σχήμα που επιβεβαιώνεται και από το διαρκές μοτίβο της ταυρομαχίας. Η ταυρομαχία είναι αυτό το αρχαϊκό σύμβολο για το οποίο μιλά ο Ντεμπόρ. Υπό αυτό το πρίσμα, το Δαμάζοντας το κτήνος συνομιλεί άμεσα με τη ντεμποριανή σύλληψη του θεάματος ως αρχαϊκής και ταυτόχρονα σύγχρονης μορφής εξουσίας.
Το εθνικό σώμα, άλλωστε, ενόψει των Ολυμπιακών, έχει εισέλθει πλήρως στη λογική του θεάματος, ενώ η πραγματική κοινωνική ζωή υποχωρεί μπροστά στην αναπαράστασή της.
Η σαπουνόπερα που παρακολουθεί η μητέρα του Άρη και το επαναλαμβανόμενο μοτίβο της ταυρομαχίας (στην ουσία όλο το βιβλίο είναι μια ταυρομαχία που ξεκινά όταν ο Σπίθας επιτίθεται με το πεζό του στην μερσεντές του Άρη), που ενσωματώνει ο ίδιος ο Άρης και στο νέο του ποίημα, δεν αποτελούν ετερόκλητα αφηγηματικά στοιχεία, αλλά δύο όψεις του ίδιου θεαματικού μηχανισμού: από τη μαζική, καθημερινή αναπαράσταση της ζωής έως το τελετουργικό και αισθητικοποιημένο θέαμα της βίας. Το πλέον σύγχρονο αποδεικνύεται και το πλέον αρχαϊκό, καθώς η κοινωνική ιεραρχία και η εξουσία επανεμφανίζονται υπό τη μορφή τελετουργίας.
Το εθνικό σώμα, άλλωστε, ενόψει των Ολυμπιακών, έχει εισέλθει πλήρως στη λογική του θεάματος, ενώ η πραγματική κοινωνική ζωή υποχωρεί μπροστά στην αναπαράστασή της. Η εργασία, η ταξική σύγκρουση, η ουσιαστική πολιτική καταλήγουν αδύναμες θεάσεις, ενώ παράλληλα η άγνοια του Άρη για τους τρόπους πρόσληψης μιας καθαρίστριας, το γεγονός ότι του φαίνεται αυτό κάτι αστείο, δεικνύει τον κρυμμένο παντεσπανισμό της ελληνικής πολιτικής σκηνής στα μεταπολιτευτικά χρόνια.
Οι φροϋδικές ενορμήσεις των ηρώων
Ύστερα υπάρχουν οι σαφείς φροϋδικές ενορμήσεις των προσώπων, ένα οιδιπόδειο σχήμα που καθορίζει την πλοκή. Ο Πάολο καταλήγει να θέλει να σκοτώσει στα αλήθεια τον πατέρα του, η έμμεση αιμομιξία έχει διαπραχθεί άλλωστε μέσω της ερωτικής πράξης της Κάρλας με τον Σπίθα. Το μίσος του γιου προς τον πατέρα δεν είναι κάτι που ξεσπά ξαφνικά, ο γιος επί της ουσίας αδημονεί σε όλο το βιβλίο να σκοτώσει τον πατέρα του με την επιθυμία να υπερβεί, να «δαμάσει» και να καταργήσει το προηγούμενο πρότυπο. Αυτές οι ψυχολογικές δυναμικές βρίσκουν αντανάκλαση και στην κοινωνική δομή που παρουσιάζει η συγγραφέας, ενώ όλοι οι ήρωες βάλλονται από διαφορετικές εκδοχές του ίδιου ενστίκτου που παραμένει ταξικά αδιαμόρφωτο.
Η Σωτηροπούλου καθρεφτίζει τον κόσμο ως έχοντα μια πεσιμιστική ασυνέχεια, η ελίτ που επιλέγει ως κεντρικούς χαρακτήρες -ελίτ είτε πλούσια είτε περιθωριακή- καταλήγει πρακτικά ένας χυλός από προφάσεις και κοινωνικά προσχήματα. Τα πρόσωπα παραμένουν όμοια, υποταγμένα στη βία της πραγματικότητας χωρίς να κατορθώνουν ποτέ να ξεφύγουν από τις προσωπικές και κοινωνικές τους καταδίκες.
Η Σωτηροπούλου δείχνει με αυτόν τον τρόπο πώς το θέαμα δεν οργανώνει μόνο τη δημόσια σφαίρα, αλλά διαποτίζει και το ψυχικό πεδίο
Σε αυτό το πλαίσιο, η φροϋδική σύγκρουση πατέρα και γιου δεν μένει μόνο στο οικογενειακό δράμα, αλλά μετατοπίζεται και στο επίπεδο του ασυνείδητου ως ένστικτο. Η επιθυμία του γιου να απαλλαγεί από τον πατέρα δεν είναι προσωπική παρέκκλιση, αλλά εσωτερικευμένη μορφή της ίδιας θεαματικής και ταξικής βίας. Η Σωτηροπούλου δείχνει με αυτόν τον τρόπο πώς το θέαμα δεν οργανώνει μόνο τη δημόσια σφαίρα, αλλά διαποτίζει και το ψυχικό πεδίο, μετατρέποντας τη σύγκρουση σε επαναλαμβανόμενο τελετουργικό χωρίς κάθαρση, καθώς το μοιραίο αποσυναρμολογείται.
Oι χαρακτήρες κινούνται, όπως γίνεται φανερό, σε ένα μάλλον μετα-ρεαλιστικό πλαίσιο όπου η αφήγηση (πχ η σαπουνόπερα που παρακολουθεί η γιαγιά και θέλει να μοιάσει στη Νίκυ Άμποτ, την πρωταγωνίστρια) δίνει το στίγμα μιας κοινωνίας κενής.
Μια υποδειγματική σάτιρα
Η συσχέτιση, λοιπόν, με την Κοινωνία του θεάματος του Γκυ Ντεμπόρ είναι κάτι παραπάνω από εμφανής στη θεμελιακή σύλληψη του βιβλίου. Η πραγματικότητα που περιγράφει η Σωτηροπούλου δεν είναι μια πραγματικότητα απλώς αλλοτριωμένη, αλλά μια πραγματικότητα ήδη αποσπασμένη από το άμεσο βίωμα, μετασχηματισμένη από την αναπαράσταση της βίας μέσω της αλληγορίας της ταυρομαχίας. Υπάρχει μια υποψία φαταλισμού, ένα μοιραίο που αιωρείται, η προαναφερθείσα φροϋδική και μαρξιστική μοίρα των σχέσεων, που όμως, στο τέλος, παρότι επιβεβαιώνεται, καταλήγει σε μια αποσάθρωση, σε μια τηλεθεαματική διαπίστωση: «δεν ήρθε ακόμα η ώρα μου να πεθάνω» διαπιστώνει ο Άρης σαν άλλος ήρωας σαπουνόπερας, μόνος του στη βάρκα ενώ ο γιος του τον περιμένει στη στεριά εξαγριωμένος.
Το μυθιστόρημα της Σωτηροπούλου είναι μια υποδειγματικά δομημένη καυστική πολιτική και πολιτισμική σάτιρα, που φωτίζει την αισθητικοποίηση της ταξικής και έμφυλης βίας στη σύγχρονη πραγματικότητα.
* Ο ΑΝΤΩΝΗΣ ΓΟΥΛΙΑΝΟΣ είναι συγγραφέας και αρθρογράφος.
Λίγα λόγια για τη συγγραφέα
Η Έρση Σωτηροπούλου γεννήθηκε στην Πάτρα. Σπούδασε Φιλοσοφία και Πολιτιστική Ανθρωπολογία στη Φλωρεντία και εργάστηκε ως µορφωτική σύµβουλος στην ελληνική πρεσβεία στη Ρώµη. Έχει εκδώσει µυθιστορήµατα, νουβέλες, συλλογές διηγηµάτων και ποίηση. Έχει γράψει σενάρια και έχει πειραµατιστεί µε διάφορα εκφραστικά µέσα, κυρίως στον χώρο της οπτικής και συγκεκριµένης ποίησης.
Έχει τιµηθεί µε το Κρατικό Βραβείο Μυθιστορήματος και µε το Βραβείο του περιοδικού Διαβάζω για το µυθιστόρηµα Ζιγκ ζαγκ στις νεραντζιές (εκδόσεις Πατάκη, επανέκδοση, 2020), µε το Βραβείο της Ακαδηµίας Αθηνών για το µυθιστόρηµα Εύα (εκδόσεις Πατάκη, 2009), που ήταν επίσης υποψήφιο στη γαλλική του έκδοση για το Prix du Livre Europeen, µε το Κρατικό Βραβείο Διηγήµατος για τη συλλογή Να νιώθεις µπλε, να ντύνεσαι κόκκινα (εκδόσεις Πατάκη, 2011) και µε το Βραβείο Ποίησης Dante Alighieri στην Ιταλία.

Το µυθιστόρηµά της Τι µένει από τη νύχτα (εκδόσεις Πατάκη, 2015) απέσπασε στη Γαλλία το Βραβείο Μεσόγειος Καλύτερου Ξένου Μυθιστορήµατος (Prix Mediterranee Etranger) και στις ΗΠΑ το Εθνικό βραβείο ALTA 2019 (µετάφραση: Karen Emmerich).
Από τις εκδόσεις Πατάκη κυκλοφορούν επίσης τα μυθιστορήματά της Η φάρσα (2010, νέα έκδοση) και Μπορείς; (2017, Βραβείο Literature.gr Ελληνική Λογοτεχνική Φράση της Χρονιάς), το ποιητικό έργο Άνθρωπος στη θάλασσα (2018), η συλλογή διηγημάτων Η τέχνη να μην αισθάνεσαι τίποτα (2022) και η νουβέλα Εορταστικό τριήμερο στα Γιάννενα (2025, νέα έκδοση). Έργα της έχουν µεταφραστεί στα αγγλικά, γερµανικά, γαλλικά, ισπανικά, σουηδικά, φινλανδικά, σλοβένικα, τουρκικά, αραβικά και ιταλικά.


























