
Για τη συλλογή διηγημάτων της Δέσποινας Καϊτατζή-Χουλιούμη «Σφιχταγκαλιάσματα και φτερουγίσματα – Ο χορός της ζωής» (εκδ. ΑΩ). Εικόνα: Ο πίνακας του Έντβαρτ Μουνκ «Ο χορός της ζωής».
Γράφει η Δήμητρα Μήττα
Κατεξοχήν ποιήτρια η Δέσποινα Καϊτατζή-Χαλιούμη, ωστόσο δοκιμασμένη και ως διηγηματογράφος1, μας προσφέρει επτά διηγήματα που διαβάζονται απνευστί όχι μόνο λόγω του περιεχομένου αλλά κυρίως λόγω της γλώσσας που τα καθιστούν κείμενα λογοτεχνικά.
Σφιχταγκαλιάσματα και φτερουγίσματα ο τίτλος, και αμέσως δημιουργούνται συνειρμοί. Το αγκάλιασμα ως τρυφερή εκδήλωση, αλλά και ως ασφυκτικό κράτημα και σταμάτημα. Φτερουγίσματα, και το μυαλό πηγαίνει στο φτερούγισμα των πουλιών, στην ελευθερία τους να διαρρηγνύουν τα όρια του πάνω, στον αέρα, και του κάτω, στη γη· στο φτερούγισμα που νιώθει ο ερωτευμένος, αλλά και αυτός που έχει ένα πρόβλημα υγείας που σχετίζεται με την καρδιά· στο σπασμένο φτερό και τις σπασμωδικές κινήσεις που κάνει ένα πουλί για να σηκωθεί, να φύγει, να πετάξει, να γλυτώσει· το πουλί που χτυπάει με το ράμφος του ένα τζάμι – ποιος ξέρει; Μπορεί η ψυχή ενός νεκρού.

Υπότιτλος στο βιβλίο: «Ο χορός της ζωής», που κι αυτός μας παραπέμπει σε έργα εικαστικά με τον ίδιο τίτλο, όπως του Πικάσο, του Ματίς, του Μουνκ, του Ερνστ, του Ντελβώ, του Σινιάκ…, περισσότερο όμως του Μουνκ, έργο που δημιουργήθηκε μεταξύ 1899 και 1900, θεμελιώδες έργο του Εξπρεσιονισμού, ζωγραφισμένο με λάδι σε καμβά. Πρόκειται για ένα έργο διαστάσεων 126 επί 190,5 εκατοστά, το οποίο εκτίθεται στην Εθνική Πινακοθήκη στο Όσλο της Νορβηγίας, τη χώρα όπου και δημιουργήθηκε. Το έργο απεικονίζει μια σειρά από μορφές σε ένα τοπίο που μεταβαίνει από το φως της ημέρας στο λυκόφως. Η σκηνή λειτουργεί ως σύμβολο του κύκλου της ανθρώπινης ζωής και των συναισθηματικών καταστάσεων, μέσα από την παρουσία τριών κεντρικών γυναικείων μορφών, καθεμιά ντυμένη με διαφορετικό χρώμα που συμβολίζει ξεχωριστές φάσεις της γυναικείας ύπαρξης.

Η γυναίκα με τα λευκά, τοποθετημένη στα αριστερά, αντιπροσωπεύει την αθωότητα και τη νεότητα, ενώ η γυναίκα με το κόκκινο φόρεμα, η οποία βρίσκεται στο κέντρο και χορεύει τρυφερά με έναν άνδρα, συμβολίζει την αγάπη και το πάθος στο απόγειό τους. Τέλος, η γυναίκα ντυμένη στα μαύρα, που στέκεται μόνη στη δεξιά πλευρά, εκφράζει το πένθος και τα ύστερα στάδια της ζωής. Οι χορευτές στο σκοτεινό φόντο υποδηλώνουν μια κοινοτική ή κοινωνική διάσταση, ενώ η συνολική σύνθεση αντανακλά συμβολισμούς που σχετίζονται με τις χρονικές φάσεις της ζωής και τις καθολικές εμπειρίες της ωρίμανσης, της σύνδεσης και της απώλειας. Ο χορός της ζωής, ο κύκλος της ζωής. Οι τίτλοι των διηγημάτων της Καϊτατζή παραπέμπουν σε αυτόν τον κύκλο, με έρωτες (απραγματοποίητους), γάμους (εξ ανάγκης και με διαμεσολαβητές), γεννητούρια, ενοχές για θέματα που χρεώνονται και βαραίνουν, οικογένειες με ελεγκτικά μέλη, τη μετανάστευση και την επιστροφή, την εγκατάλειψη των τόπων για λόγους οικονομικούς και πολιτικούς, θανάτους. Άνδρες και γυναίκες στον κύκλο και τον χορό της ζωής με ασφυκτικά σφιχταγκαλιάσματα και οδυνηρούς αποχαιρετισμούς.
Η παραδοσιακή δομή της οικογένειας
Η συγγραφέας καταγράφει τη δομή της οικογένειας, σχεδόν σταθερή και επαναλαμβανόμενη από την αρχαιότητα μέχρι τη δεκαετία του ’60, με τη ζωή του άνδρα έξω, στη δουλειά, στη διασκέδαση, της γυναίκας μέσα, αταξίδευτη, χωρίς διασκεδάσεις. Σε μια ιστορία, ολόκληρο ζήτημα σηκώνεται στην οικογένεια όταν ο άνδρας ζητά από τη γυναίκα του να πάνε μαζί σε ένα γλέντι – φοβερή η σκιώδης μορφή της πεθεράς που σιγομουρμούριζε το πού θα πας και πού θα αφήσεις τα παιδιά, μια φωνή όμοια με της συνείδησης της γυναίκας. Η γυναίκα «αρχόντισσα του σπιτιού, του στάβλου, των αγρών, του αργαλειού, της ραπτομηχανής, της λαμαρινένιας σκάφης για την μπουγάδα και το μπανιάρισμα των παιδιών. Ακόμη κι εκείνον τον έλουζε στη σκάφη. […] Αφέντρα της ξύλινης σκάφης για το ζύμωμα του ψωμιού, του φούρνου και της κουζίνας, της βαφής των νημάτων και των μαλλιών για τα υφαντά, του ιδιάσματος του στημονιού για να περαστεί στα χτένια, αφέντρα του αργαλειού της. Μέχρι και για να στολίσουν το σινί με τα κόλλυβα στις κηδείες αυτήν φώναζαν στο χωριό» (σ. 10-11).
Όλα αυτά τα συνοψίζει η συγγραφέας σε μια πρόταση: «Η μάνα ήταν για τις βαριές δουλειές στο σπίτι και στο χωράφι» (σ. 16). Μπορεί το κορίτσι να ξεφύγει από την προκαθορισμένη γυναικεία μοίρα; «Θα μπορούσε να γίνει μια πρώτης τάξεως κομμώτρια». Δύο τα εμπόδια σε αυτό: 1. «[…] τη χρειάζονταν στο σπίτι. Ήταν το δεξί χέρι της μάνας»· 2. «[…] ήταν κορίτσι, πώς να την έστελναν να μείνει μονάχη στην πόλη για να μαθητεύσει δίπλα σε κάποια έμπειρη;» (σ. 16)
Αλλά και αυτές τις απώλειες, για τις οποίες η γυναίκα δεν έχει καμία ευθύνη, τις κουβαλά ενοχικά μέχρι το τέλος της ζωής της.
Και τι γινόταν όταν ένα κορίτσι περνούσε τα 20 και δεν είχε παντρευτεί ακόμη; Δεν είχε κιόλας κάνει αρκετά παιδιά; «Γραμμάτιο» απλήρωτο για την οικογένεια η ανύπαντρη κοπέλα που στεκόταν εμπόδιο στις μικρότερες αδελφές, ενώ δέσμευε και τα αρσενικά μέλη της οικογένειας. Αφήστε και τους γάμους σε πολύ νεαρή ηλικία, μόλις 14 ετών, από τον φόβο των Βουλγάρων, αλλά και τους θανάτους των μικρών στις γέννες – πώς να αναπτυχθούν σωστά σε ένα τόσο άγουρο σώμα; (σ. 68) Αλλά και αυτές τις απώλειες, για τις οποίες η γυναίκα δεν έχει καμία ευθύνη, τις κουβαλά ενοχικά μέχρι το τέλος της ζωής της. Ο λόγος της συγγραφέως γίνεται λιτός, κοφτός, περιεκτικός: «Μέσα δεκαετίας του ’50. Ετών τριάντα. Παντρεμένη λίγο πριν κλείσει τα δέκα τέσσερα. Γέννες έξι. Παιδιά εν ζωή τέσσερα. Περίμενε το πέμπτο. Αυτός ετών σαράντα.» (σ. 10)
Ο έρωτας
Και ο έρωτας; Επιτρεπόταν ο έρωτας; Ή με συνοικέσιο αποφασιζόταν από τους μεγάλους η τύχη των παιδιών τους ή και με τη μεσολάβηση μιας προξενήτρας; Ή ενός γραφείου συνοικεσίων στις πόλεις ή και με μικρές αγγελίες στις εφημερίδες. Και αν το μυαλό μας πηγαίνει σε παλιές ελληνικές ταινίες, κωμικές, σχετικές με το θέμα, χαρακτηριστική η μορφή της Γεωργίας Βασιλειάδου ή της Μαρίκας Νέζερ ή της Μήτσης Κωνσταντάρα στον ρόλο, το ζήτημα στην πραγματικότητα δεν σηκώνει γέλιο. Εξάλλου, το είπε κωμικά ο Κώστας Χ/χρήστος ως μπακαλόγατος: ««Εσύ κατόρθωσες και τελείωσες το συνοικέσιο του αίσχους. Αίσχος είναι, βέβαια, γιατί αυτή είναι κοπελίτσα κι αυτός είναι κοτζάμ γορίλας. Θα του τα φορέσει!»
Όσο για τον έρωτα; Πού τον συναντάς όταν οι έξοδοι είναι απαγορευμένοι ή αυστηρά οριοθετημένοι; Όταν η κοινωνία είναι ελεγκτική και παρακολουθεί την παραμικρή απόκλιση από την καθιερωμένη βόλτα του Σαββάτου ή της Κυριακής;
Το ίδιο όμως είναι και όταν δεν τίθεται θέμα ηλικιακής διαφοράς· ο γάμος είναι μια συμφωνία που λίγο αφορά τους μελλόνυμφους. Όσο για τον έρωτα; Πού τον συναντάς όταν οι έξοδοι είναι απαγορευμένοι ή αυστηρά οριοθετημένοι; Όταν η κοινωνία είναι ελεγκτική και παρακολουθεί την παραμικρή απόκλιση από την καθιερωμένη βόλτα του Σαββάτου ή της Κυριακής; Κι εμείς σήμερα μιλούμε για τον ρομαντισμό εκείνων των εποχών, όταν η όποια επαφή ήταν βλεμματική, σκέψεις και αισθήσεις αποτυπώνονταν σε ένα βλέμμα: «Το βλέμμα λαμπερό σαν τον αυγουστιάτικο ήλιο έψαχνε το αντικείμενο που θα απορροφούσε τη λάμψη του, τα μάτια που θα κάθιζε πάνω τους και θα αφηνόταν μέσα τους. […] Εκείνο το αυγουστιάτικο βραδάκι λίγο πριν από το τέλος του καλοκαιριού, το βλέμμα της κάθισε πάνω σε κάτι γκριζοπράσινα μάτια, που έβγαλαν σπίθες από την ακτινοβολία της. […] Με ένα βλέμμα ειπώθηκαν όλα. […] Εκείνος την κοίταζε σταθερά με βαθύ βλέμμα και τρυφερό μειδίαμα, σαν να ήθελε να της πει ότι την έψαχνε από πολύ καιρό και ποτέ πια δεν θα ήθελε να τη χάσει.» (σ. 19-20).
Ο έρωτας δεν στηριζόταν σε καμιά πραγματικότητα, μόνο στην ψευδαίσθηση, στη λαχτάρα, σε σώματα που διεγείρονταν από το ελαφρύ αεράκι
«Όλη η διαδρομή γινόταν για τη στιγμή της συνάντησης, όπου τα βλέμματα σε κλάσματα δευτερολέπτου έκαναν άπειρες εκμυστηρεύσεις. Όταν τολμούσαν και κατάφερναν να κοιταχτούν στα μάτια βέβαια, γιατί πλέον και ο νέος φαινόταν ότι δυσκολευόταν να την κοιτάξει στα μάτια. Τους ήταν τόσο δύσκολο παρότι το ποθούσαν τόσο και οι δυο τους, λες και θα χάνονταν ο ένας στο βλέμμα του άλλου.» (σ. 22) Και θυμούμαι τη Σμαρώ Στεφανίδου στην ταινία του Στέλιου Ζωγραφάκη «Ο Αριστείδης και τα κορίτσια του» (1964) να λέει σε μια νεαρή στο ραντεβού που είχε με τον καλό της: «Ούτε τη χείρα…». Ο έρωτας δεν στηριζόταν σε καμιά πραγματικότητα, μόνο στην ψευδαίσθηση, στη λαχτάρα, σε σώματα που διεγείρονταν από το ελαφρύ αεράκι: «Ή ραχοκοκαλιά της υγρή, λαχταρούσε να ριγήσει κάτω από ένα τρυφερό άγγιγμα» (σ. 19).
Το συνοικέσιο
Ποια ήταν τα κριτήρια επιλογής μιας νύφης σε ένα συνοικέσιο; Γιατί ένας νέος παντρευόταν προτού γνωρίσει τον κόσμο; Ο Αντώνης, για παράδειγμα, ήταν ένα όμορφο παλικάρι. «Σχεδόν μόλις είχε απολυθεί από φαντάρος. Δεν είχε προλάβει να γνωρίσει κάπως τον κόσμο, να καταλάβει λίγο τον εαυτό του τελοσπάντων. Θα γινόταν αναδασμός και έτσι βρέθηκε σ’ αυτή την αλλόκοτη κατάσταση του βιαστικού προξενιού. Έπρεπε να παντρευτεί το συντομότερο για να μη χάσει τα χωράφια που θα μοίραζαν στους ακτήμονες πριν από το τέλος του έτους. Δεν είχαν πολύ χρόνο στη διάθεσή τους, ήταν ήδη αρχές Οκτώβρη. Αυτός και η οικογένειά του ζητούσαν επειγόντως μια καλή κοπέλα για νύφη. Καλή κοπέλα σήμαινε πέρα από τα χαρίσματά της, να είχε και καλή προίκα, τράχωμα δηλαδή. Τα λεφτά μετρούσαν πολύ στην οικογένειά του» (σ. 27-28).
Φυσικά, υπάρχει η προξενήτρα, που ρόλος της είναι να εκθειάσει αρετές και να πείσει τα δύο μέλη.
«Τι μου δίνεις» θα μπορούσαμε να ακούσουμε τον νέο ή την οικογένειά του να λέει στον πατέρα της κόρης… «Αυτό που προείχε για την ώρα ήταν ο γάμος, έπρεπε να γίνει το συντομότερο δυνατό για να μη χαθεί ο κλήρος. Εκεί είχε καταλήξει το οικογενειακό συμβούλιο κι αυτός είχε απόλυτη εμπιστοσύνη στους δικούς του» (σ. 28). Οποία υπακοή… Φυσικά, υπάρχει η προξενήτρα, που ρόλος της είναι να εκθειάσει αρετές και να πείσει τα δύο μέλη. Και τι γίνεται όταν το κορίτσι υποκύπτει, ενώ η καρδιά χτυπάει για αλλού; Πώς περνάει το υπόλοιπο της ζωής της; «Η Τούλα λες και μεταμορφώθηκε σε παγοκολόνα. Μέχρι την τελετή της στέψης δεν καταλάβαινε τίποτα. Δεν ένιωθε τίποτα, δεν την άγγιζε τίποτα. Της ήταν όλα αδιάφορα πια κι ας αφορούσαν την ίδια και τη ζωή της. Αλλιώς πώς να αντεχόταν εκείνος ο πόνος που είχε πλακώσει το στήθος; Αν αφηνόταν θα έπρεπε να κλαίει ασταμάτητα, να γρυλίζει σαν τα γουρουνόπουλα που τα έσφαζαν παραμονές Χριστουγέννων και οι στριγκλιές τους απλώνονταν σε όλο το χωριό. Δεν αντεχόταν με τίποτε εκείνος ο πόνος» (σ. 33).
Και τι γίνεται όταν τα παιδιά, μετά τον θάνατό των γονιών και αποδομώντας το σπίτι τους, ανακαλύπτουν τα οικογενειακά μυστικά; Επηρεάζονται; Γιατί είναι ένα σοκ να ανακαλύπτει κανείς τη δυστυχία της μητέρας, τον λάθος γάμο, το ότι έζησε συμβατικά με τον πατέρα τους που πιθανόν εκείνα αγαπούσαν πολύ; Το συγκεκριμένο διήγημα μου θυμίζει την ταινία «Οι γέφυρες του Μάντισον», όταν τα παιδιά της ηρωίδας μαθαίνουν για τον κρυφό της έρωτα και στοχάζονται πάνω στους δικούς τους γάμους· στο διήγημα της Καϊτατζή, η κόρη της νεκρής πια μητέρας συνειδητοποιεί ότι ζούσε συναισθηματικά στερημένη μέσα στον δικό της γάμο, τον οποίο η ίδια είχε επιλέξει. Η κατάληξη ήταν ίδια. Είναι άραγε μια απαισιόδοξη σκέψη για την πορεία των σχέσεων; Για τη δυνατότητα ή το αδύνατον του σχετίζεσθαι;
Τα μετεμφυλιακά χρόνια
Η Καϊτατζή καταγράφει τη μετεμφυλιακή κατάσταση των φυλακίσεων και της ερήμωσης της υπαίθρου, τις δυσκολίες που είχαν τα παιδιά των «στιγματισμένων» που δεν υπέγραφαν, τα δακτυλοδεικτούμενα παιδιά, στην προσωπική τους πορεία· αλλά και γονείς που υφίσταντο τις συνέπειες της επαναστατικότητας των παιδιών τους στη διάρκεια της δικτατορίας, με τους χαφιέδες να κάνουν την άσχημη δουλειά τους και στις δύο περιπτώσεις. Περιγράφει τον κόσμο της παλιάς μετανάστευσης και ξενιτιάς από τα πράσινα χωριά σε κράτη βιομηχανικά, με άλλη νοοτροπία, που έδιναν ευκαιρίες στα «τεμάχια», σε όσους δηλαδή επιλέγονταν να δουλέψουν. (σ. 44) και που έκαμνε την ύπαιθρο να ερημώνει: «Ήδη είχε αρχίσει να συζητιέται το κλείσιμο του Δημοτικού Σχολείου. […] Το χωριό ήταν πλέον καταδικασμένο να εξελιχτεί σε γηροκομείο» (σ. 72), παιδιά και εγγόνια μακριά, «εμείς θα φύγουμε μ’ ανοιχτά τα μάτια», μουρμούριζαν οι ηλικιωμένοι (σ. 66). Μετά έκλεισε το περίπτερο, που έφερνε εφημερίδες, το σινεμά, το καφενείο· ελάχιστες οι στιγμές ανάτασης στις γιορτές και τις καλοκαιρινές διακοπές.
Μοναξιά εδώ, μοναξιά κι εκεί. Ιδίως σε στιγμές χαρούμενες για το άτομο, σε στιγμές επιτυχίας. Με ποιον να τις μοιραστεί. Πού να ζήσει κανείς;
Όσο για τη νέα μετανάστευση, κι αυτή δεν αφήνει γαμπρούς στα χωριά, μόνο ξένους εργάτες, οπότε άρχισαν οι μεικτοί γάμοι. Και πώς να συμφιλιωθεί η ηλικιωμένη μάνα με τον γάμο αυτό; Πώς να συμφιλιωθεί κανείς με την ξένη χώρα; Αλλοτρίωση. Εκεί και εδώ. Μοναξιά εδώ, μοναξιά κι εκεί. Ιδίως σε στιγμές χαρούμενες για το άτομο, σε στιγμές επιτυχίας. Με ποιον να τις μοιραστεί. Πού να ζήσει κανείς;
Η αλλαγή ενός κόσμου
Στα διηγήματά της η συγγραφέας καταγράφει την αλλαγή ενός κόσμου: «Ο κόσμος άλλαζε, τα πράγματα εξελίσσονταν τόσο γρήγορα και οι νέες και οι νέοι διψούσαν να γευτούν αυτή την εξέλιξη με τίμημα τον αποχωρισμό από τον τόπο και τους δικούς τους. Χρειαζόντουσαν ανάσες, δρόμους πλούσιους σ’ εμπειρίες και, κυρίως, δουλειά» (σ. 71). Διαφορετική πια η αντιμετώπιση της φύσης, έφευγαν και οι τελευταίοι που έπαιρναν ζωή φροντίζοντας τα ζωντανά, άλλαζε και η σχέση με τη γέννηση και τον θάνατο -πολλά τα γεννητούρια παιδιών και ζώων παλιά-, αλλά και πάλι, πώς συνηθίζεται η απώλεια; Ευτυχώς που υπάρχουν τα παραμύθια και οι λαϊκές δοξασίες: «Ξέρεις και εγώ θα φύγω κάποια στιγμή… κι ας σας αγαπώ τόσο πολύ… όμως όταν έρθει εκείνη η ώρα, δε θέλω να στεναχωρηθείτε… Θα ρίχνετε ψιχουλάκια στο περβάζι… κι εγώ πετούμενο του Θεού, θα έρχομαι και θα σας τιτιβίζω καλημέρα» (σ. 81-82).
Η συγγραφέας στο πεζό της εμπλέκει και την άλλη της ιδιότητα, της ποιήτριας.
Μπορεί η τέχνη να παίξει κάποιο ρόλο στη μοναξιά, κυρίως αυτών που δεν συμφιλιώνονταν με τον ίδιο τους τον εαυτό; «Στην αρχή διάβαζε για να ξεχνιέται και να γαληνεύει, γρήγορα όμως διαισθάνθηκε ότι το διάβασμα άνοιγε το πνεύμα του και, το σημαντικότερο, του άνοιγε μια χαραμάδα στη φαντασία και στο όνειρο, όπου χτιζόταν σιγά σιγά το δικό του σύμπαν» (σ. 54). Από το διάβασμα η ταραγμένη ψυχή του ήρωα περνάει στη γραφή: «[…] όταν είχε θύελλα η ψυχή του, καθόταν και έγραφε μέχρι να ηρεμήσουν τα μέσα του» (σ. 46)· «Τις νύχτες έβρισκε διέξοδο στους στίχους που έγραφε, ίσα ίσα για να καταλαγιάσει τη θάλασσα που φούσκωνε μέσα του και απειλούσε να τον πνίξει, διαφορετικά μπορεί να τον έπαιρνε από κάτω: "Εδώ είμαστε πάλι/ Εδώ που ο ήλιος έχει μόνο δύση/ Ξεριζωμένες ανεμώνες στης πίκρας το κατώφλι αφημένες/ Βαρκούλες με σχισμένα τα πανιά/ Βαμμένες στο χρώμα της ελπίδας/ Εδώ είμαστε πάλι/ Κρινάκια ανθηρά στο καταχείμωνο/ Μαβιές και κίτρινες ανταύγειες στο άσπρο του χιονιού/ Το άρωμά μας με των νιφάδων τ’ άρωμα ας δέσει/ Ή ανάσα μας στους πάγους ας αποτυπωθεί/ Για να ζεστάνει την ερημιά μας". Τέτοια έγραφε και άλλα παρόμοια και αλάφρωνε κάπως.» (σ. 46). Η συγγραφέας στο πεζό της εμπλέκει και την άλλη της ιδιότητα, της ποιήτριας. Κομματιασμένη κι αυτή στα δύο μεταξύ Ελλάδας και Σουηδίας, αλλά και πιο πλούσια σε εμπειρίες, όπως κάποιοι από τους ήρωές της.
Κι αυτός, όταν του δόθηκε η ευκαιρία, έφυγε μακριά και δεν δόθηκε πια η ευκαιρία για μια κουβέντα, για μια συγγνώμη, να μοιραστούν το πένθος.
Ενταγμένα σε ένα πολιτικό και κοινωνικό πλαίσιο τα διηγήματα, ωστόσο θίγουν και ζητήματα πιο καθολικά, όπως της ενοχής, ποιος φταίει;, ειδικά όταν το «εσύ φταις» λέγεται από τη μάνα στον γιο για τον πνιγμό του μικρότερου αδελφού του. Αλλά κι αυτή, η μάνα, σηκώνει με τη σειρά της την ενοχή γι’ αυτό που είπε. Κι αυτός, όταν του δόθηκε η ευκαιρία, έφυγε μακριά και δεν δόθηκε πια η ευκαιρία για μια κουβέντα, για μια συγγνώμη, να μοιραστούν το πένθος. Αλλά όσο μακριά κι αν έφευγε, δεν μπορούσε να φύγει μακριά από τον εαυτό του. Και από το «αμάρτημα».
Ο χορός της ζωής
Από το πρώτο της ζωής ταξίδι μέχρι το τελευταίο της εξόδου από αυτήν συντελείται ο χορός της ζωής. Με έναν απίστευτο λυρισμό η συγγραφέας γράφει: «Αυτή είναι η μοίρα μας, παιδί μου, ν’ αγκαλιαζόμαστε και να φτερουγίζουμε μακριά... Αρκεί να μην ασχημίζουμε και χαλάμε τον κύκλο του κόσμου, αρκεί να τον κρατάμε έτοιμο να δέχεται αυτούς που θα έρχονται μετά από μας […]. Ποτέ μην το βάλετε κάτω, παιδί μου. Ο χορός της ζωής θέλει μεράκι, απαντοχή και κουράγιο… Να νιώθεις το κάθε βήμα, τον κάθε πήδο, το κάθε τράνταγμα, να κρατάς γερά το χέρι του άλλου, για να σέρνεις τον χορό της ζωής με το χαμόγελο και να τον στεριώνεις με το δάκρυ, έτσι που η πατούσα σου να πατά σταθερά και να σε προετοιμάζει για το πέταγμα στην αντάρα» (σ. 100).
Και κάτι τελευταίο, αδιάφορο για την ουσία του βιβλίου, περισσότερο μια επισήμανση που προκύπτει από τις επαναλήψεις. Δήμητρα λέγεται η ηρωίδα στο διήγημα «Το πρώτο της ζωής της ταξίδι», η μάνα στο «Προξενιό», θεία Δήμητρα και Δημητρός στο διήγημα «Το τρένο της επιστροφής», Δήμητρα στα «Σφιχταγκαλιάσματα και φτερουγίσματα» και Δημητρούλα η εγγονή στο ίδιο διήγημα και στο «Επί του Τάφου», Δήμητρα στις «Ψιλοβελονιές». 31 φορές συνολικά ακούγεται το όνομα Δήμητρα, 4 το Δημητρούλα. Όσο για τα άλλα πρόσωπο είναι μια Πάτρα, μια Μαρίνα, μια Έλλη, γηραιές κυρίες στο «Επί του Τάφου». Έχει καμιά σημασία αυτή η επανάληψη; Μόνο στον βαθμό που μας αποκαλύπτει τα πατήματα ενός/μιας συγγραφέα. Διαφορετικά, για την αισθητική πρόσληψη, δεν προσφέρει τίποτε απολύτως.
*Η ΔΗΜΗΤΡΑ ΜΗΤΤΑ είναι συγγραφέας και Πρόεδρος της Εταιρίας Λογοτεχνών Θεσσαλονίκης.
1Ο τόπος μέσα μας. Αθήνα: Αρμός, 2020.
Λίγα λόγια για τη συγγραφέα
Η Δέσποινα Καϊτατζή-Χουλιούμη, γεννημένη στο Λιβαδοχώρι Σερρών κι απόφοιτη του Γυμνασίου Θηλέων Σερρών, ολοκλήρωσε τις προ- και μεταπτυχιακές σπουδές της (Msc) στη Σχολή Εφαρμοσμένης Ψυχολογίας του Πανεπιστημίου Ουψάλας κι εργάστηκε ως κλινικός ψυχολόγος-ψυχοθεραπεύτρια σε Δημόσιες μονάδες Εκπαίδευσης, Αποκατάστασης και Ψυχικής Υγείας στη Σουηδία και Ελλάδα. Διετέλεσε Διοικητική Προϊσταμένη του ΚΕΔΔΥ Σερρών, δίδαξε Λέκτορας επί συμβάσει στο ΤΕΦΑ Σερρών του ΑΠΘ.

Πιστοποιημένη Εκπαιδεύτρια Εκπαιδευτών Ενηλίκων συνεργάστηκε με δημόσιους φορείς και Πανεπιστημιακά ΚΕΚ, συντονίζοντας ομάδες Επιμόρφωσης ενηλίκων, Συμβουλευτικής γονέων και Εκπαίδευσης των Εκπαιδευτών Ενηλίκων. Είναι μέλος του Συλλόγου Ελλήνων Ψυχολόγων (ΣΕΨ), του «The Uppsala University Alumni Network», της Εταιρείας Λογοτεχνών Θεσσαλονίκης (ΕΛΘ), και της Εταιρίας Karin Boye Sällskapet.
Εξέδωσε πέντε ποιητικές συλλογές και ένα βιβλίο μετάφρασης σουηδικής ποίησης. Συμμετέχει σε συλλογικές εκδόσεις και έντυπες ή ηλεκτρονικές ανθολογίες. Συνεργάζεται με έντυπα και ηλεκτρονικά περιοδικά με κριτικές αναγνώσεις ή δημοσιεύσεις ποιημάτων και διηγημάτων της. Ποιήματα και διηγήματά της έχουν μεταφραστεί στα αγγλικά, σουηδικά, γερμανικά, ιταλικά και βουλγαρικά.






















