
Για τη νουβέλα της Λίλας Κονομάρα «Μια τρίχα που γίνεται άλογο» (εκδ. Καστανιώτη). Κεντρική εικόνα: Έργο του Φράνσις Μπέικον.
Γράφει ο Γιώργος Ν. Περαντωνάκης
Η νουβέλα της Λίλας Κονομάρα είναι ένας μικρός καταρράκτης στη συμβολή δύο ποτάμιων ροών, που έρχονται να ενώσουν τα νερά τους στο συγκεκριμένο βιβλίο. Από τη μία, έχουμε μια σειρά πεζογραφημάτων, στα οποία συναντάμε τις σχέσεις των αδελφών, που βρίσκονται συχνά σε ένταση, σε οξύτητα, σε απόσταση –στην καλύτερη των περιπτώσεων– ή σε άγρια σύγκρουση – στη χειρότερη. Τα παραδείγματα πολλά στη διεθνή και την ελληνική πεζογραφία, με απώτατο πρόγονο την παλαιοδιαθηκική δολοφονία του Άβελ από τον Κάιν. Από την άλλη, η ψυχική νόσος, που έρχεται να ορθώσει τη δική της λογική και να διασαλεύσει την ομαλότητα μιας κοινωνίας «φυσιολογικών», αποτελεί πρόσφορο πεδίο για συγγραφείς που θέλουν να δοκιμάσουν τα όρια της ανθρώπινης συνθήκης.
«Μια τρίχα που γίνεται άλογο»
Στην ανά χείρας νουβέλα ο αφηγητής μαθαίνει ότι ο αδελφός του Λευτέρης βρίσκεται στο νοσοκομείο μετά από την πυρκαγιά που ξέσπασε στο διαμέρισμά του. Η μικρή αυτή κορύφωση [ο θανάσιμος (;) τραυματισμός και ο γρίφος για το τι προκάλεσε τη φωτιά] έρχεται να εκτοξευτεί ακόμα πιο ψηλά, όταν σταδιακά μαθαίνουμε ότι ο σε κώμα ευρισκόμενος Λευτέρης πάσχει από ψυχικά νοσήματα, με νοσηλείες σε ιδρύματα και κλινικές, οι οποίες τελικά τον οδήγησαν σε φαρμακευτική αγωγή στο σπίτι του.
Τι κερδίζει ο αναγνώστης από αυτή τη σειρά των αναταράξεων; Στον πυρήνα όλων είναι οι κραδασμοί που προκαλεί ο ίδιος ο ασθενής και η κατάστασή του. Πώς ζει, πώς σκέφτεται, τι τον απασχολεί, πώς αντιδρά, πότε παίρνει και πότε όχι τα φάρμακά του, τι σκοτεινές ατραπούς περνά το μυαλό και η ψυχή του, πόσο δυστυχής, παθητικός, άνιωθος, επικίνδυνος είναι∙ ή όλα αυτά είναι δικές μας προκαταλήψεις; Η οπτική γωνία του αφηγητή δεν βοηθάει πολύ, γιατί κι ο ίδιος παρατηρεί, σκέφτεται, αναρωτιέται, εικάζει, αλλά δεν έχει να δώσει ολοκληρωμένες απαντήσεις («Τι ξέρει στ’ αλήθεια για εκείνον;» «Τι άλλο μπορεί να πει με σιγουριά;»). Επομένως, δεν μπορεί να εξηγηθεί καταρχάς και η αιτία της πυρκαγιάς: δυστύχημα λόγω του τσιγάρου ή αυτοκτονία;
Ο επόμενος επάλληλος κύκλος, ο οποίος πιθανολογώ ότι είναι και ο τελικός στόχος της Λ. Κονομάρα, είναι ο ίδιος ο αφηγητής. Η αφηγημένη ζωή του προσδιορίζεται σχεδόν σε όλο το βιβλίο από τον αδελφό του, επισκιάζεται από αυτόν και βρίσκεται σε μεγάλη αμηχανία ως προς το πώς να του φερθεί, όπως π.χ. το ότι δεν θέλει να συγκατοικήσουν, παρόλο που ο Λευτέρης το είχε ζητήσει. Έτσι, η επίσκεψή του στην ψυχίατρό του, σε τακτικές συνεδρίες, δείχνει ότι το πρόβλημα έχει μεταφερθεί καιρό τώρα στον ίδιο, ή παράλληλα με τον ψυχασθενή αδελφό του έχει κι ο ίδιος σοβαρά (;) θέματα με την ψυχική του ισορροπία.
Οι άνθρωποι με ψυχονοητικά θέματα δεν είναι παρά η κορυφή του παγόβουνου, αφού οι υποθαλάσσιοι τριγμοί που εκδηλώνουμε ή δεν εκδηλώνουμε όλοι εμείς οι «υγιείς» είναι πιο σημαντικοί, πιο αξιοπρόσεκτοι, πιο επικίνδυνοι, όσο κι αν καλύπτονται από ομαλές συμπεριφορές και κοινωνικά καμουφλάζ.
Η αδιόρατη μετατόπιση του ενδιαφέροντος από μια εμφανή περίπτωση ψυχασθένειας σε μια άδηλη ψυχική διαταραχή στρέφει και τους φακούς του αναγνώστη στην τελευταία. Το (αφηγηματικό) πρόβλημα δεν είναι ο Λευτέρης αλλά ο αφηγητής. Η αντιστροφή μέσα στο κοινωνικό πλαίσιο είναι δηλωτική: οι άνθρωποι με ψυχονοητικά θέματα δεν είναι παρά η κορυφή του παγόβουνου, αφού οι υποθαλάσσιοι τριγμοί που εκδηλώνουμε ή δεν εκδηλώνουμε όλοι εμείς οι «υγιείς» είναι πιο σημαντικοί, πιο αξιοπρόσεκτοι, πιο επικίνδυνοι, όσο κι αν καλύπτονται από ομαλές συμπεριφορές και κοινωνικά καμουφλάζ. Το πρόβλημα δεν είναι το «πρόβλημα», αλλά πώς χειριζόμαστε την όποια «ανώμαλη» κατάσταση, εξωτερικά και εσωτερικά.
Η ιστορία κυλάει αργά σε μια αργόσυρτη αφήγηση, καθώς τα πραγματικά γεγονότα, που είναι λίγα, στοιβάζονται κάτω από τόνους σκέψεων, περιγραφών και σχόλιων. Αυτή η «εκνευριστική» για τον αναγνώστη αργοπορία, που εκτείνει τη νουβέλα σε σχεδόν διακόσιες σελίδες, εξηγείται αν συνειδητοποιήσουμε ότι το σημαντικό δεν είναι η εξωτερική δράση, από την πορεία της ασθένειας μέχρι το δυστύχημα, αλλά η εσωτερική δραματικότητα του αφηγητή: πώς βλέπει τον αδελφό του στις ποικίλες αναδρομές και αναστοχασμούς του, αλλά και πώς ο ίδιος αργοσαλεύει στην κινούμενη άμμο τής –σίγουρα όσο και άδηλα– υπαρκτής ψυχικής του διαταραχής.
* Ο ΓΙΩΡΓΟΣ Ν. ΠΕΡΑΝΤΩΝΑΚΗΣ είναι διδάκτορας Νεοελληνικής Φιλολογίας, κριτικός βιβλίου και συγγραφέας. Πρόσφατα κυκλοφόρησε –σε δική του επιμέλεια– ο πρώτος τόμος της σειράς «Ιστορίες του 21ου αιώνα», μια συλλογή 12 διηγημάτων με τίτλο «Από το τοπικό στο παγκόσμιο» (εκδ. Διόπτρα).
Απόσπασμα από το βιβλίο
«Αρχίζουν οι κλασικές ερωτήσεις. Παιδική ηλικία, σχέσεις με τους γονείς, πρώτα συμπτώματα. Δεν λέει τίποτα. Ούτε για το δωμάτιο ούτε για όλα τα άλλα. Δεν ξέρει αν οι απαντήσεις του ικανοποιούν τον νεαρό ψυχίατρο. Δεν τον απασχολεί. Παλιά ναι, τώρα όχι πια. Έχει βαρεθεί με τις ερωτήσεις. Τα έχει επαναλάβει όλα αυτά αμέτρητες φορές. Κάθε Τρίτη στις έντεκα επί επτά χρόνια. Το μόνο που θέλει είναι να ξεμπερδεύει όσο το δυνανόν πιο γρήγορα. Ο ψυχίατρος τον παρατηρεί προσεκτικά όσο μιλάει. Όταν σταματάει, δεν του απευθύνει αμέσως τον λόγο, σαν κάτι να περιμένει ακόμα. Τις ξέρει αυτές τις παύσεις».
























