
Για το μυθιστόρημα του Φοίβου Οικονομίδη «Γιακαράντες», που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Εστία.
Γράφει η Ιωάννα Φωτοπούλου
Μια επιδημία burnout έχει εξαπλωθεί στη χώρα, ένας ένας οι νέοι άνθρωποι ξυπνούν ξαφνικά με μαύρους κύκλους κάτω από τα μάτια. Μια ανεξήγητη κόπωση τους καθιστά ανίκανους να κάνουν οτιδήποτε άλλο παρά μόνο να μπαίνουν στην εφαρμογή Span, την οποία ενέπνευσε η σύγχρονη ανθρώπινη κατάσταση, για να ικανοποιηθεί η εξελιγμένη ανάγκη για απόσπαση από την προηγμένη κοινωνία. Η εφαρμογή, με την κατάλληλη ροή περιεχομένου, επιτρέπει στους ανθρώπους να μένουν καθηλωμένοι και να καταναλώνουν περιεχόμενο, βοηθώντας τους να μη σκέφτονται. Ο αλγόριθμος γνωρίζει όχι μόνο τι τους αρέσει, αλλά και τι τους φοβίζει ή τους εξοργίζει, γνωρίζει όλα όσα χρειάζεται για να τους κρατήσει ακινητοποιημένους. Κάθε μέρα ο κόσμος τελειώνει με πολλούς τρόπους κι οι άνθρωποι ευάλωτοι στις συνωμοσίες του διαδικτύου, εθισμένοι στις ειδήσεις, στη ζωντανή αναμετάδοση της κρίσης, έρμαια σε μια ανατροφοδοτούμενη λούπα ικανοποίησης, ψάχνουν ένα ασφαλές μέρος για να επιβιώσουν. Εκτεθειμένοι σε μια υπερπληθώρα δεδομένων που είναι αδύνατον να ελέγξουν, έχουν ως μόνη επιλογή το να διαλέξουν τι θα ακολουθήσουν. Οι μάζες βυθίζονται στην κατάθλιψη. Το φαινόμενο παρακολουθείται από το κράτος.
Ο σύγχρονος κόσμος, όπως τον οραματίστηκε ο Βάλτερ Μπένγιαμιν
Ο Δημήτρης, που μέχρι τα είκοσι επτά του χρόνια ζει στον αυτόματο χωρίς να συνειδητοποιεί ακριβώς τι κάνει και γιατί στη ζωή του, τη μέρα των γενεθλίων του παθαίνει κρίση πανικού. Το μούδιασμα, όπως λέει ο ίδιος, είναι το πιο ισχυρό συναίσθημα. Η κατάρρευση του Δημήτρη δεν είναι ανεξάρτητη από την εποχή του. Ο Μπένγιαμιν έλεγε πως μαζί με τον τρόπο ύπαρξης των ανθρώπων, αλλάζει και ο τρόπος με τον οποίο οργανώνεται η αισθητηριακή αντίληψη του κόσμου και πως η προσαρμογή της πραγματικότητας στις μάζες και των μαζών στην πραγματικότητα είναι ένα γεγονός με ανυπολόγιστη βαρύτητα τόσο για τις σκέψεις όσο και για τις αισθήσεις. Τα προβλήματα που αφορούν στις ανθρώπινες αισθήσεις σε περιόδους ιστορικών καμπών επιλύονται, έλεγε, με τον εθισμό – ορισμένα, μόνο, προβλήματα μπορούν να επιλυθούν. Υπό αυτή τη θέαση, δεν είναι τυχαίο το όνομα της εφαρμογής Span, εκ του attention span, της διάρκειας, δηλαδή, κατά την οποία ένα άτομο μπορεί να παραμείνει προσηλωμένο σε μια δραστηριότητα.
Για τον Μπένγιαμιν, η μετάβαση από την εποχή του πρωτότυπου έργου στην εποχή της αναπαραγωγής αποτελεί μια ιστορική στιγμή, μια στιγμή κατάρρευσης. Αντίστοιχα, στη σύγχρονη εποχή, με τη μετάβαση σε έναν εικονικό κόσμο, όπου το άτομο κατακλύζεται από αποσπασματικές πληροφορίες τις οποίες απορροφά παθητικά, έχουμε και πάλι μια ιστορική στιγμή κατάρρευσης, στην οποία όμως ενυπάρχει η δυνατότητα της λύτρωσης μέσω μιας εκ νέου οικειοποίησης που απελευθερώνει μιαν ανατρεπτική δύναμη. Το κατακερματισμένο άτομο έχει τη δυνατότητα να ξανασυνδέσει τα κομμάτια του μέσα από τη συνειδητοποίηση και αποδοχή του εαυτού του κι αυτό ακριβώς είναι που θα επιλέξει να κάνει ο ήρωας του βιβλίου σε μιαν αγωνιώδη προσπάθεια να γλιτώσει από την πτώση. Ο πανικός είναι η εξελικτική αντίδραση του ανθρώπου απέναντι στον κίνδυνο που νιώθει για τη σκιά που του κρύβει τον ήλιο κι ο Δημήτρης δεν έχει άλλο να κάνει παρά να δει από τι προκαλείται αυτή η σκιά.
Ο Δημήτρης είναι ένας σύγχρονος άνθρωπος, εκπρόσωπος της γενιάς Ζ, κουρασμένος από την εποχή του Διαδικτύου, την εποχή που οι άνθρωποι ζουν εικόνες πλασματικής ευτυχίας μέσα σε καθρέφτες, κάμερες κι οθόνες.
Ο Δημήτρης είναι ένας σύγχρονος άνθρωπος, εκπρόσωπος της γενιάς Ζ, κουρασμένος από την εποχή του Διαδικτύου, την εποχή που οι άνθρωποι ζουν εικόνες πλασματικής ευτυχίας μέσα σε καθρέφτες, κάμερες κι οθόνες. Τρέχει χωρίς να ξέρει πού θέλει να φτάσει, λειτουργεί με πρόγραμμα κι έχει καταπιέσει τον θυμό του. Μέσα από τον χαρακτήρα του Δημήτρη και των φίλων του δίνεται όλο το δράμα της εποχής μας. Δουλεύουμε σε ασφυκτικές συνθήκες πίεσης, καταναλώνουμε περιεχόμενο, είμαστε περιεχόμενο, ανεβάζουμε περιεχόμενο, νέοι κόσμοι δυνατοτήτων ανοίγονται παντού γύρω μας, οι πόλεις είναι άδειες, οι άνθρωποι ζουν στον εικονικό κόσμο. Προσπαθώντας να επιβιώσουμε, κάνουμε coaching, yoga, διατροφή και ύπνο με πρόγραμμα, προσπαθούμε να λέμε μπράβο στον εαυτό μας και να εκτιμάμε όσα έχουμε. Δεν κάνουμε σχέσεις, κάνουμε σεξ, ρωτάμε τον διπλανό μας τι κάνει και κανείς δεν απαντάει ουσιαστικά, γιατί κανείς μας δεν ρωτάει ουσιαστικά κι ούτε περιμένει απάντηση. Η δημιουργικότητα έχει πάει περίπατο, η αντίληψη που έχουμε για τα αντικείμενα είναι η εικόνα που κάποιοι άλλοι έχουν επινοήσει για εκείνα, τα πάντα, ακόμα και η πολιτική είναι προϊόν διαφήμισης, νιώθουμε ματαιωμένοι και καταφεύγουμε για συμβουλές στην τεχνητή νοημοσύνη.
Απέναντι σε αυτή την τρέλα της εποχής, άλλοι βγήκαν με φόρα στη ζωή και με μια υπερβάλλουσα αυτοπεποίθηση πίστεψαν πως ο κόσμος τους ανήκε και πως εκείνοι μπορούσαν να καταφέρουν τα πάντα και φυσικά έφαγαν τα μούτρα τους, κι άλλοι, ανασφαλείς, υποφέροντας από το «σύνδρομο του απατεώνα», που λέει πως ποτέ δεν είναι αρκετοί, πως δεν αξίζουν, πως ακόμα κι αν καταφέρουν κάτι μάλλον κοροϊδεύουν τον κόσμο κι ο κόσμος αργά ή γρήγορα θα τους ανακαλύψει, νιώθουν πως πάντα χρειάζεται να καταφέρουν κάτι παραπάνω, να γίνονται όλο και καλύτεροι. Ευθύνεται η αντιφατικότητα της εποχής, που απ’ τη μία επιτάσσει να εξελισσόμαστε διαρκώς κι απ’ την άλλη μας ακινητοποιεί πίσω από οθόνες. Το Span είναι η εφιαλτική εκδοχή της ζωής στο εδώ και τώρα. Καταργεί τη μνήμη και υπονομεύει το μέλλον.
Κάποιες σκέψεις για τα γλωσσικά χαρακτηριστικά του βιβλίου
Ως προς τα τεχνικά γλωσσικά χαρακτηριστικά του βιβλίου, ο Οικονομίδης επιχειρεί με μεγάλη επιτυχία το συνταίριασμα μορφής και περιεχομένου μέσα από την ίδια τη διάρθρωση του λογοτεχνικού του κειμένου, επηρεάζοντας, με αυτόν τον τρόπο, το συνολικό του νόημα και το αισθητικό αποτέλεσμα. Είναι πολλά τα σημεία που θα μπορούσαν να αναλυθούν, θα σταθώ, όμως, στα πιο σημαντικά. Η πολυδιάσπαση της σύγχρονης πραγματικότητας δίνεται μέσα από σύντομα κεφάλαια και παραγράφους που μένουν ανολοκλήρωτες μέσα από μια αφήγηση με χαλαρή σύνδεση. Ο λόγος άλλοτε σύντομος και κοφτός, άλλοτε μακροπερίοδος, ακολουθεί την ασθματική ενίοτε παραληρηματική εποχή, ενώ ο πρωτοπρόσωπος αφηγητής, επίσης, υπηρετεί τις ανάγκες του κειμένου και δεν αποτελεί μια τυχαία προτίμηση.
Η επιλογή των λέξεων που συμβαδίζουν με το περιεχόμενο είναι χαρακτηριστική.
Η επιλογή των λέξεων που συμβαδίζουν με το περιεχόμενο είναι χαρακτηριστική. Οι νέοι υποφέρουν από burnout, βιώνουν μια αποστασιοποίηση από τον εαυτό τους και τους άλλους, ενώ παίρνουν MD για να χαλαρώσουν και να συνδεθούν μεταξύ τους. Η αφήγηση ξεκινά με ένα πλάνο πυρκαγιάς από ψηλά, που αφενός υπογραμμίζει το αίσθημα της απόστασης και αφετέρου αγκαλιάζει ένα ευρύτερο πλαίσιο που περιλαμβάνει το σύνολο των ανθρώπων. Η φωτιά, που δημιουργείται από την ξηρασία και τη ζέστη, φυσικά παραπέμπει στο burnout, η λέξη «ξηρασία» ταιριάζει με την απομόνωση που βιώνουν οι νέοι, ενώ η επιλογή του ναρκωτικού MD επίσης δεν είναι τυχαία, καθώς μία από τις παρενέργειές του είναι η αφυδάτωση και η υπερθερμία που προκαλεί.
Η εικονοποιΐα είναι ακόμα μια παράμετρος που υπηρετεί το ύφος και ενισχύει το περιεχόμενο. Η ιδέα πως τα πάντα είναι διαφήμιση, τόσο κομβική στο βιβλίο, δίνεται εξαρχής μέσα από την περιγραφή εικόνων τηλεοπτικών πλάνων, προσεκτικά διαλεγμένων και ταιριαστών με τις ιδέες που θα αναπτυχθούν στη συνέχεια. Με την εικόνα των ομόκεντρων κύκλων πάνω στο αίμα, από πράγματα που βουλιάζουν και δημιουργούν ρυτίδες πάνω του, με τα τσαλακωμένα σεντόνια που φωτογραφίζει ο Θωμάς, ο Οικονομίδης δίνει μορφή στη θλίψη για όσα περνούν. Χαρακτηριστική είναι και η τόσο ζωντανή σκηνική εικόνα του ήρωα που βαράει ορθοπεταλιές στο γυμναστήριο πάνω στο spinning, σαν χαμστεράκι στον τροχό, υπό τις δυνατές εντολές του γυμναστή στο χειλόφωνο, μέσα σε μια πνιγηρή αίθουσα, εξαντλεί τον εαυτό του ενώ φαντασιώνεται πως φτάνει στο τέλος του κόσμου και το ξεπερνά ενώ στην πραγματικότητα είναι πάνω σ’ ένα ποδήλατο και δεν πάει πουθενά. Στο τέλος παθαίνει, τι άλλο; Θερμοπληξία.
Προσεκτικά αρχιτεκτονημένο μυθιστόρημα
Τα επαγγέλματα των χαρακτήρων του βιβλίου, η αλγοριθμική προσέγγιση ακόμα και του σφουγγαρίσματος, η χρήση και το πλάσιμο των λέξεων, ο αρνητισμός και η απομόνωση δοσμένες με τρία άλφα, η λέξη ΠΑΜΕ με κεφαλαία γράμματα, που επαναλαμβάνεται ξανά και ξανά, η εποχή του χρόνου με την αφόρητη ζέστη των 41 βαθμών κελσίου και τα κλιματιστικά που ξηραίνουν την ατμόσφαιρα, οι ήδη ανθισμένες γιακαράντες που έχουν αρχίσει να χάνουν τα άνθη τους, κι άλλες πολλές τέτοιες λεπτομέρειες, δείχνουν πως αυτός ο τόσο νέος και ταλαντούχος συγγραφέας δεν αφήνει τίποτα στην τύχη. Τα πάντα ενισχύουν το νόημα του κειμένου, δίνοντάς του ταυτότητα και χαρακτήρα. Το γεγονός ότι επιστρέφει διαρκώς με διαφορετικούς τρόπους στις ιδέες που έχει θέσει ως θεμέλια του οικοδομήματός του δίνει στο κείμενό του συνοχή και δεν αφήνει τον αναγνώστη να χαθεί.
Η φιγούρα του Θωμά, που ασχολείται με τη φωτογραφία και προσπαθεί να διατηρήσει μέσα από αυτήν τον ρομαντισμό ενός περασμένου κόσμου, να θεραπεύσει το παρελθόν, να ξαναγράψει την ιστορία, αποτελεί το ανάχωμα στην αποχαυνωμένη εποχή μας.
Σε ό,τι αφορά τη διακειμενική αναφορά στον Μπένγιαμιν και τον Ντυαμέλ, είναι σημαντικό πως δεν παρουσιάζεται μόνο ως αναφορά, αλλά εφαρμόζεται στο κείμενο ποικιλοτρόπως, αφού το βιβλίο αφορά μια μεταβατική εποχή αντίστοιχη με αυτήν του περάσματος από τη φωτογραφία στον κινηματογράφο και του συνεπακόλουθου σοκ που προκάλεσε. Η φιγούρα του Θωμά, που ασχολείται με τη φωτογραφία και προσπαθεί να διατηρήσει μέσα από αυτήν τον ρομαντισμό ενός περασμένου κόσμου, να θεραπεύσει το παρελθόν, να ξαναγράψει την ιστορία, αποτελεί ανάχωμα στην αποχαυνωμένη εποχή μας.
Η αρίθμηση των κεφαλαίων, επίσης, δεν είναι τυχαία. Ξεκινά απ’ το τέσσερα και φτάνει στο μηδέν δηλώνοντας πως ο σύγχρονος άνθρωπος πιάνει το νήμα της ζωής του όταν αυτή έχει προχωρήσει αρκετά και χρειάζεται να γυρίσει πάλι πίσω, να μηδενίσει για να το πάρει αλλιώς, να συνειδητοποιήσει πως ήδη από το σημείο ένα της ύπαρξής του τον αγαπούσαν ένα σωρό άνθρωποι και πως τελικά δε χρειαζόταν να κάνει όλα όσα έκανε. Η κορύφωση της πλοκής, με τον ήρωα να παρατηρεί τις ανθισμένες γιακαράντες στην Αθήνα, υπογραμμίζει πως τελικά, για να φτάσεις κάπου, μπορεί απλά να χρειάζεται να επανακτήσεις την ικανότητα να παρατηρείς την ομορφιά που υπάρχει μπροστά στα μάτια σου.
*Η ΙΩΑΝΝΑ ΦΩΤΟΠΟΥΛΟΥ είναι εκπαιδευτικός, κάτοχος Μεταπτυχιακού στη Δημιουργική Γραφή.
Απόσπασμα από το βιβλίο
«Τέσσερα χρόνια έπαιρνε τηλέφωνα, βελτίωνε τα soft skills του, έψαχνε ανθρώπους στο ίντερνετ, έκλεινε συμφωνίες, προσπαθούσε να υιοθετήσει τη φιλοσοφία της σκληρής, αφοσιωμένης εργασίας, για την οποία άκουγε συνέχεια ανθρώπους στο γραφείο να μιλάνε, και δεν μπορούσε να διώξει εκείνο τον φόβο ότι χανόταν, ότι κυριολεκτικά χανόταν και όχι μόνο εκείνος, έβλεπε και άκουγε τους υπόλοιπους στις καρέκλες τους και τις τηλεδιασκέψεις και τα τηλεφωνήματα, καθώς πάλευαν για πράγματα που καλά καλά δεν καταλάβαιναν αν οδηγούσαν κάπου, αν άλλαζαν το οτιδήποτε, αν όδευαν σε κάτι άλλο ή αν απλώς εκτονώνονταν σε μια ανταλλαγή αριθμών, σε κάποιο ανέβασμα ή κάποιο κατέβασμα, τους έβλεπε και τους άκουγε να μοιράζονται κι εκείνοι τον ίδιο υπόκωφο αναστεναγμό, τον τι να κάνουμε, τον καταλαβαίνω τι λες θα το κοιτάξω και θα επανέλθω, τον ναι μωρέ, τον πώς πέρασες το τριήμερο, ξεκουράστηκες, τον πού θα πας το καλοκαίρι, έχεις κλείσει τίποτα, τον η παρουσίαση πήγε εξαιρετικά, τον άντε και στα επόμενα, τον ξανά, τον συνέχεια, τον περισσότερο, ενώ ούτως ή άλλως δεν ήξερε τι περίμενε εξαρχής αλλά σίγουρα περίμενε κάτι άλλο, δεν περίμενε οι ώρες που θα ζούσε να χωρίζονται σε ώρες που έπρεπε να περιμένει να περάσουν και ώρες που έπρεπε να αποδεχτεί πως θα περνούσαν, σε ώρες υποχρεωτικής απουσίας και προαιρετικής παρουσίας, και ότι το μόνο που περίμενε από εκείνον ο κόσμος τελικά, η μόνη απαίτηση του κόσμου, δεν ήταν να είναι κάποιος, αλλά να κάνει κάτι. Ίσως αυτό να έφταιγε».
Δυο λόγια για τον συγγραφέα
Ο Φοίβος Οικονομίδης γεννήθηκε στην Αθήνα το 1997. Είναι απόφοιτος του τμήματος Ηλεκτρολόγων Μηχανικών του ΕΜΠ και του τμήματος σεναριογραφίας του London Film School.

Το πρώτο του μυθιστόρημα, Βορράς (Εστία, 2020) τιμήθηκε εξ ημισείας με το Κρατικό Βραβείο Πρωτοεμφανιζόμενου Συγγραφέα 2021. Από τις εκδόσεις Εστία κυκλοφορεί επίσης η ποιητική του συλλογή Ένα εκατομμύριο μέρες ύπνος, σε συνεργασία με τον εικαστικό Γιώργο Καψαλάκη.
























