Για το βιβλίο της Κάσι Πλάτε [Cassi Plate] «Το Τέρας και ο Κολοσσός – Επιστολές ανάμεσα στον Κώστα Ταχτσή και τον Αυστραλό ζωγράφο Καρλ Πλάτε» (εκδ. Petites Maisons).
Γράφει ο Νίκος Ξένιος
Το 2009, από τις εκδόσεις «Ηλέκτρα», και σε δεύτερη έκδοση το 2020 από τις εκδόσεις Οδός Πανός, κυκλοφόρησε το βιβλίο του (πανεπιστημιακού καθηγητή στην Αυστραλία) Γιάννη Βασιλάκου Κώστας Ταχτσής: Η αθέατη πλευρά της Σελήνης. Ακολούθησε το δεύτερο βιβλίο του ιδίου Η άγνωστη αλληλογραφία του Κώστα Ταχτσή και η σχέση του με αυστραλιανούς καλλιτεχνικούς κύκλους (Οδός Πανός), όπου αναφέρονται τα πέντε χρόνια που έζησε ο νεαρός Ταχτσής στο μεταπολεμικό Σίντνεϊ, στη δεκαετία του ‘50. Το βιβλίο περιέχει, μεταξύ άλλων, ανέκδοτες επιστολές του συγγραφέα προς τον αυστραλό διεθνιστή καλλιτέχνη / ζωγράφο Καρλ Πλάτε και τη σύζυγό του Τζόσελιν.
Η διαδικτυακή διάλεξη [1] της κόρης τους, Κάσι Πλάτε: Το Τέρας και ο Κολοσσός – Επιστολές ανάμεσα στον Κώστα Ταχτσή και τον αυστραλό ζωγράφο Καρλ Πλάτε κυκλοφόρησε σε βιβλίο από την Australian Scholarly Publishing, ενώ στην Ελλάδα μεταφράστηκε για τις εκδόσεις Petites Maisons, το 2024. Εξαιρετική η μετάφραση της Αντωνίας Γουναροπούλου και πολύ γλαφυρή η εισαγωγή του πανεπιστημιακού και συγγραφέα Βρασίδα Καραλή.
Όπως μας εξηγεί η συγγραφέας στην εισαγωγή του βιβλίου, το «Τέρας» του τίτλου είναι ο Ταχτσής, που κάποτε είχε αναφερθεί στον εαυτό του ως το «Ιερό Τέρας», ενώ αποκαλούσε «Κολοσσό της Woronora» τον πατέρα της, Καρλ Πλάτε. Η φιλία Ταχτσή-Πλάτε υπήρξε ισόβια, αν και έζησαν μακριά ο ένας από τον άλλο για πολλά χρόνια, σε σημαντικό δε βαθμό διατηρήθηκε λόγω της τακτικής τους αλληλογραφίας μέχρι τη δολοφονία του Ταχτσή, το 1988. Στο βιβλίο φιγουράρει και η γιαγιά της Κάσι, η κοσμοπολίτισσα εκδότρια και γκαλερίστα Κλαρίς Ζάντερ, που επίσης είχε συνδεθεί με τον Ταχτσή.
Το ενδιαφέρον βιβλίο της Κάσι Πλάτε περιλαμβάνει εκατό επιστολές που γράφτηκαν μέσα σε τέσσερις δεκαετίες και αποκαλύπτουν απρόσμενες ιδιοσυγκρασιακές πτυχές του Ταχτσή: μεγάλη παρρησία που συχνά αγγίζει την αγένεια, χαμαιλεοντισμό, ναρκισσισμό, γκέι νεύρωση, άκρατο αισθητισμό, αλλά και άκρατο αισθησιασμό, ανυπότακτο ψυχισμό, θάρρος και αυτοπεποίθηση, συγκλονιστική ευθύτητα. Εντυπωσιακή είναι μια ποιητική του επίδοση που, λίγο ως πολύ, συνιστά μιαν ελληνοποιημένη παραφθορά του “Wasteland” του T.S. Eliot.
Εκπατρισμός, δημιουργία, απέλαση
Ο Ταχτσής είναι φοιτητής της Νομικής όταν συχνάζει στα καφενεία «Βυζάντιον» και «Μπραζίλιαν», μαζί με τον Ελύτη, τον Γκάτσο, τον Μίνω Αργυράκη, τον Χατζιδάκι. Κάνει αυτοέκδοση έξι ποιητικών συλλογών –που έχουν περισσότερο την τυποτεχνική μορφή πλακέτας– άτυπης εφημερίδας τοίχου: «Δέκα ποιήματα» (1951), «Μικρά ποιήματα» (1952), «Περί ώραν δωδεκάτην» (1953), «τέσσερα ποιήματα σε φέιγ βολάν» (1953), «Η συμφωνία του Μπραζίλιαν» (1954: μιλά γι’ αυτό ο Νάνος Βαλαωρίτης στο γνωστό ντοκιμαντέρ του Τάκη Σπετσιώτη για τον Ταχτσή), «Καφενείον το «Βυζάντιον» (1956). Στο Φοβερό Βήμα περιγράφει πως πνιγόταν στη συντηρητική Ελλάδα: «Έφευγα, γιατί ασφυκτιούσα στην Ελλάδα της δεκαετίας του '50 – πνευματικά, κοινωνικά, πολιτικά, σεξουαλικά. Αν δεν είχα φύγει δεν θα είχα γράψει ποτέ Το Τρίτο Στεφάνι» [2].
Σε κάποια του ταξίδια στο Λονδίνο συναναστρέφεται Αυστραλούς, με έναν εκ των οποίων συνάπτει ερωτική σχέση και για χάρη του μεταναστεύει κιόλας. Το 1956 είναι βοηθός σκηνοθέτη στο «Παιδί και το δελφίνι» που γυρίζεται στην Ύδρα με τη νεαρή τότε Σοφία Λόρεν και τον επόμενο χρόνο φεύγει στην Αυστραλία, τον τόπο προορισμού του νέου ρεύματος Ελλήνων μεταναστών.
Για τον νεαρό συγγραφέα ο καινούργιος τόπος λειτουργεί λυτρωτικά, σε αντίθεση με τον επιστήθιο φίλο του Κάρλ Πλάτε, που βιώνει την Αυστραλία ως βασανισμό. Εκεί γράφει το μεγαλύτερο μέρος από το Τρίτο Στεφάνι, αφιερωμένο, άλλωστε, στους Καρλ και Τζόσελιν Πλάτε, που κρατούν στα χέρια τους και όλο το αρχείο της αλληλογραφίας τους με τον Ταχτσή.
Για τον νεαρό συγγραφέα ο καινούργιος τόπος λειτουργεί λυτρωτικά, σε αντίθεση με τον επιστήθιο φίλο του Κάρλ Πλάτε, που βιώνει την Αυστραλία ως βασανισμό. Εκεί γράφει το μεγαλύτερο μέρος από το Τρίτο Στεφάνι, αφιερωμένο, άλλωστε, στους Καρλ και Τζόσελιν Πλάτε, που κρατούν στα χέρια τους και όλο το αρχείο της αλληλογραφίας τους με τον Ταχτσή. Στο Σίντνεϊ εργάζεται ως υπάλληλος επί των δημοσίων σχέσεων στην Κρατική Τράπεζα της Αυστραλίας, σε μια υπηρεσία που σκοπό έχει να βοηθά μετανάστες Άγγλους, Ιταλούς και κυρίως Έλληνες να προσαρμοστούν στον νέο τόπο. Εκεί λοιπόν συγκεντρώνεται και καταθέτει τις σκέψεις του στο χαρτί, ενώ δακτυλογραφεί η Φάνη Αντωνιάδη. Οι ποικίλες επαγγελματικές δραστηριότητες και ο έντονος προσωπικός βίος του (που περιλαμβάνει και το γεγονός ότι ενίοτε εκδίδεται, στα όρια μιας ακραίας επικινδυνότητας) προσκρούουν στον αυστραλιανό πουριτανισμό της εποχής εκείνης, με αποτέλεσμα τη διαπόμπευση, την κάθειρξη και, τελικά, την απέλασή του.
Μετά τον επαναπατρισμό, το «γκελ με την άβυσσο» [3]
Μετά από τρία χρόνια, το 1960, επιστρέφει στην Ελλάδα, σκίζει το αυστραλιανό χειρόγραφο και γράφει το βιβλίο από την αρχή –τώρα ανακαλύπτει και πάλι τον τόπο του, υπό άλλο πρίσμα: τώρα ο φακός της πέννας του φωτίζει το ταπεινό, το ασήμαντο, το καθημερινό, εισάγοντας μια προφορικότητα που έμεινε μνημειώδης και αγαπήθηκε από το μεγαλύτερο μέρος του αναγνωστικού κοινού– αν και δεν εκτιμήθηκε εξίσου απ’ όλους (απόδειξη τα αρνητικά σχόλια του Αλέξανδρου Κοτζιά, της Έλλης Αλεξίου και του ζεύγους Πάτρικ Γουάιτ και Μανόλη Λάσκαρη, που τον γνώριζαν προσωπικά).
Το Τρίτο Στεφάνι αρχικά απορρίπτεται ως ακατάλληλο, αλλά ο Ταχτσής το εκδίδει ιδιωτικά στην Αθήνα το 1962. Διασκευάζει για τη Λαμπέτη τη «Δεσποινίδα Μαργαρίτα» του Ατάιντε και τη «Φιλουμένα Μαρτουράνο» του Ντε Φιλίππο, ενώ το ’78 σοκάρει τη μουχλιασμένη αντίληψη των συντηρητικών φιλολόγων με τις «καλιαρντές» μεταφράσεις του του Αριστοφάνη για το «Αμφιθέατρο» του Σπύρου Ευαγγελάτου. Η ομοφυλοφιλία, η παρενδυσία, η σεξεργασία στην Ελλάδα και στην Αυστραλία είναι κεντρικά μοτίβα της λογοτεχνίας του, που είναι αντιπροσωπευτικό δείγμα queer πεζογραφίας: «Σεξουαλικά αντικανονιστικής, κοινωνικά διεκδικητικής και πολιτικά ριζοσπαστικής» [4], όπως γράφει χαρακτηριστικά η Μικέλα Χαρτουλάρη.
Με τα χρόνια καθιερώνεται ως αναθεωρητής του λογοτεχνικού ύφους στη συνείδηση του Νάνου Βαλαωρίτη, της Καίης Τσιτσέλη, της Μαντώς Αραβαντινού, του Κώστα Γαβρά, του Θόδωρου Αγγελόπουλου, του Ζακ Λακαριέρ και άλλων (συγκεκριμένα ο Νάνος Βαλαωρίτης, ο οποίος για πολλά χρόνια δίδαξε Συγκριτική Λογοτεχνία για μια 25ετία στο Πανεπιστήμιο του Σαν Φρανσίσκο, συγκέντρωσε σε αρχείο την αλληλογραφία του με τον όψιμο Ταχτσή, που φυλάσσεται ως σήμερα στο «Αρχείο Βαλαωρίτη» στο Πανεπιστήμιο του Πρίνστον).
Για σύντομο χρονικό διάστημα ο Ταχτσής διατελεί σύμβουλος λογοτεχνίας στην τηλεόραση και με τον Χατζιδάκι συν-σχεδιάζουν το Τρίτο Πρόγραμμα. Σύντομα όμως αποχωρεί από το πόστο αυτό, γιατί κατά την άποψή του, είναι συστημικό.
Για σύντομο χρονικό διάστημα ο Ταχτσής διατελεί σύμβουλος λογοτεχνίας στην τηλεόραση και με τον Χατζιδάκι συν-σχεδιάζουν το Τρίτο Πρόγραμμα. Σύντομα όμως αποχωρεί από το πόστο αυτό, γιατί κατά την άποψή του, είναι συστημικό. Για αντίστοιχους λόγους προβαίνει σε μια πρωτοφανή, καταμέτωπον σύγκρουση με το ΑΚΟΕ και με τις άλλες τραβεστί της νύχτας, εκδηλώνοντας μια κρυπτικότητα και μιαν αμφιθυμία που παίρνει διαστάσεις σκανδάλου.
Γοητευμένος από τις αντιφάσεις της Ελλάδας του 1971, γράφει: «Στην Ελλάδα του ΕΑΤ/ΕΣΑ μπορείς να περπατήσεις άφοβα τις νύχτες, να κάνεις έρωτα κάτω απ' τον έναστρο ουρανό μ' αγόρια – αγριολούλουδα, χωρίς ποτέ κανείς να σε ληστέψει ή να σε μαχαιρώσει». Δήλωση που καταδεικνύει την ειρωνεία της τύχης, αν λάβει κανείς υπόψιν του το τραγικό του τέλος.
1. Η διάλεξη της δρος Πλάτε έγινε την Πέμπτη 16 Σεπτεμβρίου, στις 7.00 μ.μ., στο πλαίσιο των Σεμιναρίων Ελληνικής Ιστορίας και Πολιτισμού, που προσφέρει η Ελληνική Κοινότητα Μελβούρνης.
2. Από τη συνέντευξη στο βιβλίο του Η γιαγιά μου η Αθήνα κι άλλα κείμενα [Ερμής, 1979].
3. Γνωστή φράση του Τσαρούχη: «Ο Ταχτσής κάνει γκελ με την άβυσσο».
4. Μικέλα Χαρτουλάρη: Το μεγάλο comeback του Κώστα Ταχτσή, 30.10.21, Εφ.Συν
*Ο ΝΙΚΟΣ ΞΕΝΙΟΣ είναι εκπαιδευτικός και συγγραφέας. Το νέο του μυθιστόρημα «Αλλοτεκοίτη – Εκεί που χάθηκε η βλάστηση» κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Κριτική.
























