
Για το μυθιστόρημα του Γιώργου Ν. Πολίτη «Ο μαύρος άγγελος της νοσταλγίας» (εκδ. Αλεξάνδρεια). Εικόνα: Ο συγγραφέας
Γράφει η Όλγα Αυγουστάτου
Στην παρουσίαση του μυθιστορήματος του Γιώργου Ν. Πολίτη Ο μαύρος άγγελος της νοσταλγίας (εκδ. Αλεξάνδρεια) στις 27 Μαΐου στο Public Συντάγματος μίλησε ο Σταύρος Θεοδωράκης, δημοσιογράφος, και η Όλγα Αυγουστάτου, εκπαιδευτικός, ενώ αποσπάσματα διάβασε ο ηθοποιός Χάρης Φραγκούλης. Ένα μυθιστόρημα που θυμίζει road movie.
![]() |
|
Όλγα Αυγουστάτου, Σταύρος Θεοδωράκης, Χάρης Φραγκούλης (όρθιοι), Γιώργος Ν. Πολίτης |
Ακολουθούν όσα είπε στην παρουσίαση του βιβλίου η Όλγα Αυγουστάτου
«Η άριστα εκτελεσμένη πλαγιολίσθηση ισχύος είναι μορφή τέχνης, υψηλής. Είναι χορογραφία αδρεναλίνης» λέει ο αφηγητής του Μαύρου αγγέλου της νοσταλγίας (εκδ. Αλεξάνδρεια) και καταφέρνει να μας κάνει να ζήσουμε την εμπειρία, ακόμη κι εμείς που οδηγούμε κοιτώντας το όριο ταχύτητας που τώρα μοστράρει στο καντράν των αυτοκινήτων μας. Ο συγγραφέας μάς δείχνει αυτά που θέλει, δεν μας τα λέει. Τα σκηνοθετεί κι εμείς τα βλέπουμε ολοζώντανα μπροστά μας.
Όσοι γνωρίζουν τον Γιώργο Ν. Πολίτη από το προηγούμενο μυθιστόρημά του, Μπαρούτι και μέλι, θα αναγνωρίσουν τις γνωστές αγαπημένες θεματικές, τα σημεία αναφοράς του, αυτά που αποτελούν τα μέσα, το σκηνικό μέσα στο οποίο στήνει τις ιστορίες του, τις ζωντανές σκηνές του, τους ήρωές του και το νήμα που ακολουθούν. Ποιες είναι αυτές; Οι ωραίοι και οι ωραίες, τα γρήγορα αυτοκίνητα, η μουσική, οι δρόμοι. Αποτελούν ταυτόχρονα σκηνικό και συμπρωταγωνιστές της ιστορίας. Ο Πολίτης στο Μαύρο άγγελο της νοσταλγίας έχει καταφέρει τη σύντηξη των οριζόντων του πραγματικού και του φανταστικού, για να δανειστώ τα λόγια του.
Σε αυτό το βιβλίο, διαφορετικό από το προηγούμενό του, ο συγγραφέας έδωσε βάθος στην αφήγησή του, παρουσιάζοντάς μας την περισσότερο διαμεσολαβημένη. Η διαμεσολάβηση του τριτοπρόσωπου αφηγητή δίνει βάθος και ανάγλυφο στην αφήγηση και έτσι παρακολουθούμε τον ήρωά του και στον συνειδητό και στον ασυνείδητο εαυτό του. Ο αφηγητής δεν έχει καταπιεί τη φωνή του ήρωά του. Έχουμε δύο φωνές που μιλούν ταυτόχρονα για τον ίδιο άνθρωπο και εμείς δεν ξέρουμε πάντα ποια να πιστέψουμε. Διαρκώς ακούμε αυτές τις δύο φωνές, τη φωνή του αφηγητή και τη φωνή του ήρωα, του Μπλάνκο. Η σύγχυση είναι σκόπιμη: ο Μπλάνκο και ο αφηγητής δεν είναι ο ίδιος άνθρωπος, αλλά δεν είναι και εντελώς διαφορετικοί. Η απόσταση μεταξύ τους είναι ο χώρος όπου χτίζεται η ψυχολογική ένταση: αυτό είναι το ωραίο, δεν μας αφήνει να βολευτούμε πουθενά, σε όλη τη διάρκεια της αφήγησης.
Οι δυο φωνές είναι τόσο στέρεα πλεγμένες μεταξύ τους που πολλές φορές ο αναγνώστης, παρασυρμένος από την γοητεία της πλοκής, δεν ξέρει ποια φωνή μιλάει. Και αυτό καθοδηγεί σταθερά τον αναγνώστη στο εσωτερικό ταξίδι, που όπως μας λέει και ο αφηγητής, χτίζει το μυθιστόρημα αυτό, όπως και όλα τα άλλα. Η γραφή του Πολίτη έχει ρυθμό γρήγορο, απλό, δυναμικό και σε παρασύρει. Ενώ η σύνθεση της ιστορίας είναι πολύ τεχνική, πολύπλοκη, θα μπορούσε να πει κανείς, τελικά ο ρυθμός και η γρήγορη εναλλαγή των εικόνων κυριαρχούν.
Ο Μπλάνκο φαίνεται να έχει ηττηθεί, πριν καν αρχίσει την ενήλικη ζωή του. Έτσι υπόγεια, λοιπόν, καθώς υφαίνεται το νήμα της ζωής του ήρωα, εκείνος έχει μέσα του μια βαριά σκιά.
Γράφω τόσα πολλά κι ακόμη ώρα δεν έχω πει για την ιστορία. Ο λόγος είναι απλός. Δεν ξέρω ακριβώς πώς να τη χαρακτηρίσω. Θα διαλέξω να την ονομάσω μια ερωτική ιστορία, από αυτές που μας αρέσουν. Μαζί της θα ζήσουμε την ένταση που έχουν οι μοιραίες σχέσεις, όπως της Ίλσα με τον Ρικ ή του Μπερνάρ με την Ματίλντ, στη «Γυναίκα της διπλανής πόρτας» του Φρανσουά Τρυφώ.
Ο Μπλάνκο και η Μπετίνα
Ο κεντρικός ήρωας είναι ο Μπλάνκο, τι όνομα είναι κι αυτό; Κι αυτό μια ωραία επινόηση είναι – ένας ήρωας που δεν έχει επάγγελμα, αλλά έχει ιδιότητα, είναι οδηγός. Ένα κομμάτι του εαυτού του οδηγεί το γρήγορο αυτοκίνητο που πρέπει να φέρει στην Ελλάδα και ένα άλλο κομμάτι του εαυτού του προβάλλει εικόνες και σκηνές από τη ζωή του. Πόσες; Ποιες; Δεν ξέρει. Όσο διαρκεί ένα ανέβασμα στο Στέλβιο, στα 2.758 μέτρα. Η αναδρομή του ξεκινά με ένα δράμα. Αυτό που από την αρχή θα υποσκάψει την εικόνα του Alpha male που είναι ο ήρωάς μας. Όμορφος, πλούσιος, με ακαταμάχητη γοητεία στις γυναίκες. Τις αγαπά και τον αγαπούν. «Για το αυτοκίνητο και για τις γυναίκες ήξερε τα πάντα – Πρύτανης, Πατριάρχης, Παντογνώστης γεννημένος ήταν». Μα μία είναι η γυναίκα της ζωής του, μόνο μία, η Μπετίνα.
Αν κάτι απουσιάζει εντελώς από την γραφή του Πολίτη, είναι ο στόμφος και το περιττό. Παρόλο που προβληματίζεται και θεωρεί ότι μπορεί να αρέσουν στους ανθρώπους «λίγες στρώσεις λίπους», όπως τις ονομάζει, εκείνος μένει πιστός στη δύναμη της λιτότητας του ύφους.
Όμως ο Μπλάνκο δεν είναι στερεότυπο. Ο Μπλάνκο φαίνεται να έχει ηττηθεί, πριν καν αρχίσει την ενήλικη ζωή του. Έτσι υπόγεια, λοιπόν, καθώς υφαίνεται το νήμα της ζωής του ήρωα, εκείνος έχει μέσα του μια βαριά σκιά. Είναι και εκείνος ένας αφηγητής, ένας αφηγητής ιστοριών – «πεθαίνω να μου λες ιστορίες» του λέει η Μπετίνα. Ο ίδιος αυτοπροσώπως θα διηγηθεί στον αφηγητή την ιστορία του. Και κατ’ εξαίρεσιν γίνεται συγγραφέας που, στις σπάνιες φορές που πιάνει μολύβι και χαρτί, «μπορούσε να συνδέσει διαφορετικούς τόπους και χρόνους, πρόσωπα φαινομενικά ασύνδετα, αναμνήσεις ξεχωριστές και γεφυρώσεις».
Και ο αφηγητής αναρωτιέται για τη συγγραφή, για την αλήθεια της και για την αλήθεια του ήρωά του. Μην ξεμείνει ατραγούδιστος. Εδώ ακούμε τη φωνή όλης της μυθοπλαστικής παράδοσης. «Δεν την κατέβασα την ιστορία από το μυαλό μου». Τον συνάντησε τον ήρωά του, τον βλέπει με αγάπη, τον πονάει. «Αν τον έβλεπες απ’ έξω, κερδισμένος φαινόταν ο Μπλάνκο […] μα εγώ που είμαι ο συγγραφέας και ξέρω τους πρωταγωνιστές μου καταλαβαίνω τον Μπλάνκο: δεν ένιωθε νικητής». Τον έχει πλάσει με αγάπη τον ήρωά του, με όλα τα καλά υλικά της τέχνης της γραφής. Τον ακολουθούμε με κομμένη την ανάσα, τον νιώθουμε κι εμείς, τον συμπονούμε.
Αν κάτι απουσιάζει εντελώς από την γραφή του Πολίτη, είναι ο στόμφος και το περιττό. Παρόλο που προβληματίζεται και θεωρεί ότι μπορεί να αρέσουν στους ανθρώπους «λίγες στρώσεις λίπους», όπως τις ονομάζει, εκείνος μένει πιστός στη δύναμη της λιτότητας του ύφους. Με βασικό όχημα το ρήμα και το ουσιαστικό χρησιμοποιεί τα επίθετα με ακρίβεια φαρμοκοτρίφτη, λίγο μεγαλύτερη δόση της δραστικής ουσίας μπορεί να αποβεί μοιραία.
Στην Μπετίνα, τον ξανθό άγγελο, θα αναφερθώ σύντομα, γιατί ούτε κι αυτή μας λέει πολλά για τον εαυτό της. Θα σας δώσω όμως να δείτε μια φωτογραφία της, όχι ολόσωμη: «[…] ένα ζευγάρι γυναικεία πόδια. Σκούρες γόβες, μεσαίο προς ψηλό τακούνι, βέβαιο πάτημα και σταθερός ρυθμός. […] Οι γόβες έφτασαν στην άκρη του διαδρόμου κι έπρεπε να πάνε αριστερά ή δεξιά. Ακριβώς εκεί, με μια αριστοτεχνική κίνηση της γάμπας, η γυναίκα έστριψε πάνω στη μύτη της αριστερής γόβας, φέρνοντας το τακούνι της να χαϊδέψει το δεξιό. […] ήταν υπόδειγμα της τέλειας κίνησης, το αισθητικό πρότυπο της στροφής στα τακούνια». Η Μπετίνα δεν είναι μόνο η γυναίκα που εκτελεί με τελειότητα τη στροφή πάνω στα τακούνια της, αλλά εκτελεί τέλεια και τις στροφές, όταν οδηγεί την Καρέρα της, ακολουθώντας τη Βελότσε του Μπλάνκο στις αποδράσεις τους, στην αρχή του πάθους.
Κάτι παραπάνω από ερωτική ιστορία
Η σύντομη αυτή παρουσίαση στιγμών που διάλεξα να φωτίσω προφανώς δεν είναι ολοκληρωμένη. Θα ήταν όμως εντελώς ελλιπής, αν δεν μιλούσα για άλλους δύο άυλους πρωταγωνιστές. Ο ένας είναι ο χρόνος. Ο χρόνος της αφήγησης, ο χρόνος της ζωής των ηρώων, ο χρόνος της απουσίας, ο χρόνος μιας διαδρομής, ο χρόνος που κυνηγούν οι οδηγοί των αγώνων, αλλά και εκείνος ο μοιραίος χρόνος καθυστέρησης που έφερε τον Μπλάνκο μπροστά στο τραγικό γεγονός που τον σφράγισε. Ο άλλος είναι η μνήμη. Ο Μπλάνκο είναι υπερμνήμων, έτσι τον χαρακτηρίζει ο αφηγητής. Γνωρίζει από μνήμης κάθε διαδρομή, κάθε στροφή, κάθε σημείο του δρόμου. Αλλά και μια αναζήτηση αναμνήσεων είναι αυτή που οδηγεί τον αφηγητή να βρει τον ήρωά του. Ένας τρίτος ήρωας είναι η μουσική. Το βιβλίο διαβάζεται με διαρκή μουσική υπόκρουση, τις υπέροχες μουσικές που ο συγγραφέας έχει διαλέξει για τον ήρωα και για εμάς. Αν διάλεγα μία, θα ήταν το «Desire» του Bob Dylan ή και το «Radar Love» των Golden Earring.
Η ιστορία δεν ξετυλίγεται εν κενώ, μέσα σε γρήγορα αυτοκίνητα και διαδρομές σε παράδρομους της Μεσευρώπης. Υπάρχει χωρίς να γίνεται σχολιαστικά μια ολόκληρη κοινωνική και οικονομική κατάσταση που παρουσιάζεται και μπαίνει στο μικροσκόπιο και αποτελεί κι αυτή στοιχείο και προϋπόθεση της πλοκής. Συντελεί στην αληθοφάνεια αλλά και μας επιτρέπει μια λοξή ματιά, κριτική ως επί το πλείστον, στα τεκταινόμενα, ελληνικά κυρίως, αλλά και ευρωπαϊκά. Οι ήρωες δεν γίνονται φορείς κοινωνικής κριτικής, η φωνή τους δεν μεταφέρει τέτοια μηνύματα. Το κείμενο, όμως, τα εμπεριέχει.
Είναι ένα road movie; Θα μπορούσε. Οι εικόνες που δημιουργούνται μπροστά μας και εναλλάσσονται με κινηματογραφική ταχύτητα, καθώς ακολουθούμε τους δρόμους του ήρωα, μας παραπέμπουν στο είδος.
Ίσως σε μια πρώτη ανάγνωση των συμβόλων -αυτοκίνητα, ροκ, γυναίκες- το βιβλίο να μοιάζει «αντρικό». Όμως, ούτε ο ήρωας είναι τελικά το στερεότυπο του μάτσο άντρα, ενώ η καλλλονή ηρωίδα του, που έχει όλα τα στερεοτυπικά χαρακτηριστικά -ξανθά μαλλιά, ψηλοτάκουνες γόβες, πλούσιο πατέρα-, είναι μια άφοβη οδηγός, που δεν δέχεται να την οδηγεί άλλος.
Ο μαύρος άγγελος της νοσταλγίας δεν είναι μόνο μια ερωτική ιστορία, παρόλο που κι αυτό θα έφτανε. Καμία ωραία ερωτική ιστορία δεν περισσεύει στην τέχνη. Τι άλλο είναι; Είναι ένα road movie; Θα μπορούσε. Οι εικόνες που δημιουργούνται μπροστά μας και εναλλάσσονται με κινηματογραφική ταχύτητα, καθώς ακολουθούμε τους δρόμους του ήρωα, μας παραπέμπουν στο είδος. Δεν θα σχολιάσω τον μαύρο άγγελο στον τίτλο. Όμως, για τη νοσταλγία προβληματίστηκα: τι είναι αυτό που βαραίνει περισσότερο, ο νόστος ή το άλγος;
*Η ΟΛΓΑ ΑΥΓΟΥΣΤΑΤΟΥ είναι φιλόλογος, εκπαιδευτικός.
Λίγα λόγια για τον συγγραφέα
Ο Γιώργος Ν. Πολίτης είναι Καθηγητής Κοινωνικής Φιλοσοφίας στο Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών. Σπούδασε δημοσιογραφία και φιλοσοφία στην Ελλάδα και τη Βρετανία. Από το 1991 συνεργάζεται με ελληνικά και διεθνή περιοδικά, εφημερίδες και τηλεοπτικές εκπομπές.
Ο μαύρος άγγελος της νοσταλγίας είναι το δεύτερο μυθιστόρημά του. Προηγήθηκε το Μπαρούτι και μέλι (2008).

























