
Προδημοσίευση αποσπάσματος από τη συλλογή διηγημάτων του βραβευμένου με Νόμπελ Τζ. Μ.Κούτσι [J. M. Coetzee] «Η ελπίδα και άλλες ιστορίες» (μτφρ. Χριστίνα Σωτηροπούλου), η οποία αναμένεται να κυκλοφορήσει στις 4 Φεβρουαρίου από τις εκδόσεις Διόπτρα.
Επιμέλεια: Book Press
(από το διήγημα Ματαιοδοξία)
Είναι τα γενέθλια της μητέρας τους, τα εξηκοστά πέμπτα, επομένως ένα σημαντικό ορόσημο. Φτάνουν όλοι μαζί στο διαμέρισμά της, η αδερφή του, η γυναίκα του και ο ίδιος, με τα δύο εγγόνια και όλα τα δώρα – ένας συνωστισμός σε ένα μικρό αυτοκίνητο.
Παίρνουν το ασανσέρ και πηγαίνουν στον τελευταίο όροφο, χτυπούν το κουδούνι. Ανοίγει η ίδια την πόρτα ή, πιο σωστά, ανοίγει την πόρτα μια γυναίκα που μοιάζει αλλά και μ’ έναν τρομακτικό τρόπο δεν μοιάζει με τη μητέρα τους. «Γεια σας, καλοί μου», λέει αυτή η άγνωστη ή μισοάγνωστη γυναίκα. «Μη στέκεστε έτσι – περάστε!» Μέχρι να μπουν όλοι στο διαμέρισμα, εκείνος έχει συνειδητοποιήσει τι έχει αλλάξει. Έχει βάψει τα μαλλιά της. Αυτή η γυναίκα, η μητέρα του, που, από τότε που τη θυμόταν, είχε τα μαλλιά της κομμένα πολύ κοντά, που είχε αρχίσει να γκριζάρει από τα σαράντα της, είναι τώρα ξανθιά και επιπλέον τα ξανθά της μαλλιά είναι κομμένα και χτενισμένα πολύ κομψά, με μια φράντζα που πέφτει κατεργάρικα στο δεξί της μάτι. Και το μακιγιάζ! Εκείνη που δεν βαφόταν ποτέ, ή τουλάχιστον αν βαφόταν, το μακιγιάζ της ήταν τόσο ανεπαίσθητο, που ένας μη παρατηρητικός άντρας όπως αυτός δεν θα το διέκρινε ποτέ, τώρα έχει σκουρύνει τα φρύδια της και έχει βάψει τα χείλη της με μια απόχρωση που, αν δεν απατάται, την αποκαλούν κοραλλί.
Τα εγγόνια, τα παιδιά του, που ως παιδιά δεν έχουν μάθει να κρύβουν τα συναισθήματά τους, έχουν μια πιο ευθεία αντίδραση. «Τι έκανες, γιαγιά;» λέει η Έμιλι, η μεγαλύτερη. «Φαίνεσαι παράξενη!»
«Δεν θα φιλήσετε τη γιαγιά;» λέει η μητέρα του. Ο τόνος της δεν φανερώνει ούτε πάθος ούτε ενόχληση. Είναι συνηθισμένος ως έναν βαθμό στην άκαμπτη ψυχρότητά της και αυτή η ψυχρότητα δεν έχει χαθεί σε καμία περίπτωση. «Δεν νομίζω ότι φαίνομαι παράξενη. Και νομίζω πως μάλλον φαίνομαι ωραία – κάτι που το πιστεύουν κι άλλοι. Σύντομα θα το συνηθίσετε. Τέλος πάντων, γιορτάζουμε τα δικά μου γενέθλια, όχι τα δικά σας. Θα έρθει και η σειρά σας. Για όλους έρχεται η σειρά, μία φορά τον χρόνο, εφόσον είμαστε ζωντανοί. Έτσι λειτουργούν τα γενέθλια».
Φυσικά, είναι αγένεια εκ μέρους των παιδιών να την αποφεύγουν έτσι. Εντούτοις, είναι μια ανακούφιση αυτή η ανοιχτή αναφορά στην αλλαγή της εμφάνισής της, γιατί έτσι μπορούν να τη σχολιάσουν.
Τους προσφέρει τσάι και φέρνει μια τούρτα με έξι ολόκληρα κεριά και ένα μισό, που αντιπροσωπεύουν τις εξίμισι δεκαετίες της ζωής της. Ζητάει από το μικρό αγόρι να σβήσει τα κεριά και εκείνο το κάνει.
«Μου αρέσει πολύ η νέα σου εμφάνιση», λέει η αδερφή του η Χέλεν. «Ορίστε. Το είπα. Μου αρέσουν πολύ τα καινούργια ξεκινήματα. Εσένα πώς σου φαίνεται, Τζον;» Εκείνος, ο Τζον, που δεν είναι πια παιδί και επομένως έχει μάθει να κρύβει τα συναισθήματά του, συμφωνεί.
«Ήταν ό,τι έπρεπε για τα γενέθλιά σου», της λέει. «Μια καινούργια αρχή. Μια νέα σελίδα».
«Ευχαριστώ», λέει η μητέρα του. «Φυσικά, δεν το εννοείς. Αλλά παρ’ όλα αυτά σ’ ευχαριστώ που το λες. Υποθέτω πως τώρα θέλετε να μάθετε τι νόημα έχει όλο αυτό». Εκείνος δεν καίγεται να μάθει. Αυτή η νέα εμφάνιση είναι από μόνη της αρκετά ανησυχητική, χωρίς να χρειάζεται να συνδεθεί με κάποιο νόημα. Αλλά δεν λέει κουβέντα.
«Δεν είναι μόνιμο», λέει η μητέρα του. «Μείνετε ήσυχοι, θα είναι σύντομης διάρκειας. Θα επιστρέψω στον παλιό εαυτό μου όταν έρθει η ώρα, όταν θα τελειώσει η περίοδος αυτή. Αλλά θέλω να με κοιτάζουν ξανά. Μόνο για μία ή δύο φορές ακόμα στη ζωή μου, θέλω να με κοιτάξουν όπως κοιτάζουν μια γυναίκα. Αυτό είναι όλο. Μόνο ένα βλέμμα. Τίποτα παραπάνω. Δεν θέλω να φύγω χωρίς να έχω ζήσει αυτή την εμπειρία».
Ένα βλέμμα. Κάτι ανταλλάσσει με την αδερφή του, μια ματιά, ένα βλέμμα, το δικό τους βλέμμα, εκείνο το βλέμμα που μοιράζονται όχι ένας άντρας και μια γυναίκα, αλλά ένας αδερφός και μια αδερφή με μεγάλο ιστορικό συνωμοσιών στο ενεργητικό τους.
«Δεν θεωρείς», λέει η Χέλεν, «ότι ίσως και να απογοητευτείς; Όχι επειδή δεν θα πάρεις ένα βλέμμα, αλλά γιατί μπορεί το βλέμμα αυτό να μην είναι το σωστό, να είναι άλλου είδους βλέμμα;»
«Τι εννοείς;» λέει η μητέρα του. «Νομίζω πως κατάλαβα τι εννοείς, αλλά πες το καθαρά».
Η Χέλεν βουβαίνεται.
«Εννοείς ένα βλέμμα φρίκης;» λέει η μητέρα της. «Εννοείς το είδος του βλέμματος που θα έριχνε κάποιος σε ένα πτώμα ντυμένο σαν να πηγαίνει σε χορό; Πιστεύεις ότι είναι υπερβολική αυτή η εμφάνιση;» Κάνει στο πλάι την ξανθιά της φράντζα.
«Είναι πολύ ωραία», λέει η Χέλεν μαζεμένη.
Από την αρχή ως το τέλος, η γυναίκα του δεν έχει πει κουβέντα. Αλλά στο αυτοκίνητο, στον δρόμο για το σπίτι, τα βγάζει όλα από μέσα της. «Θα πληγωθεί», λέει. «Αν κάποιος δεν παρέμβει, θα πληγωθεί και το φταίξιμο θα βαρύνει εμάς, γιατί το αφήσαμε να συμβεί».
«Τι αφήσαμε να συμβεί;» λέει η Χέλεν.
«Ξέρεις τι εννοώ», λέει η γυναίκα του. «Δεν ελέγχει τον εαυτού της».
Επομένως, εναπόκειται σ’ εκείνον να την υπερασπιστεί. «Δεν είναι εκτός ελέγχου», λέει. «Είναι ένας απολύτως λογικός άνθρωπος. Είναι παράλογο να θέλεις κάτι πολύ και να κάνεις ό,τι είναι απαραίτητο για να το πετύχεις;»
«Τι θέλει;» λέει η Έμιλι, η κόρη του, από το πίσω κάθισμα.
«Άκουσες τι είπε η γιαγιά», λέει. «Θέλει να ξαναζήσει μία συγκεκριμένη εμπειρία που τη βίωνε όταν ήταν νεότερη. Αυτό είναι όλο».
«Ποια εμπειρία;»
«Άκουσες τι είπε. Θέλει να την κοιτάξουν με έναν συγκεκριμένο τρόπο. Με θαυμασμό».
«Και τότε γιατί θα πληγωθεί;»
«Η μητέρα σου μιλούσε μεταφορικά. Νόρμα, πες μας τι εννοούσες;»
«Θα απογοητευτεί», λέει η Νόρμα, η γυναίκα του, η μητέρα του παιδιού. «Δεν θα την κοιτάξουν με τον τρόπο που θέλει. Θα την κοιτάξουν με έναν διαφορετικό τρόπο».
«Με τι τρόπο;»
Η Νόρμα σφίγγει τα χείλη της και αρνείται να απαντήσει.
«Με τι τρόπο, μαμά;»
«Με τον τρόπο που σε κοιτάζουν όταν είσαι... απρεπής. Όταν ντύνεσαι ακατάλληλα. Όταν παριστάνεις κάτι το οποίο δεν είσαι και δεν ταιριάζει με την ηλικία σου».

Λίγα λόγια για το βιβλίο
Η συλλογή διηγημάτων κυκλοφορεί για πρώτη φορά στα ελληνικά. Οκτώ ιστορίες για την αγάπη, τον θάνατο, τα γηρατειά, τη σχέση μας με τους άλλους ανθρώπους, τα ζώα, τον κόσμο. Τα διηγήματα, σε κάποια από τα οποία οι αφοσιωμένοι αναγνώστες του J. M. Coetzee θα αναγνωρίσουν μια αγαπημένη ηρωίδα του, την Ελίζαμπεθ Κοστέλο, εκπλήσσουν με την ικανότητά τους να μας αναστατώνουν και να μας κάνουν να συλλογιστούμε τις προκλήσεις που μοιραζόμαστε και οι οποίες υπερβαίνουν το ατομικό.
Ένα σκυλί που γαβγίζει σε μια καγκελόπορτα, μια ερωτική απιστία, μια γυναίκα που θέλει να γεράσει με τον δικό της τρόπο – καθένα από τα οκτώ διηγήματα μας ανατοποθετεί μπροστά στη δική μας πραγματικότητα. Κι όλα μαζί μας προτείνουν να ξανασκεφτούμε τις συνέπειες των καθημερινών μας αποφάσεων, την ηθική της σχέσης μας με τον κόσμο, την ικανότητά μας να κατανοούμε άλλα πλάσματα και να συνυπάρχουμε μαζί τους με υπευθυνότητα.
Λίγα λόγια για τον συγγραφέα
Ο Τζον Μάξγουελ Κούτσι γεννήθηκε στο Κέιπ Τάουν της Νότιας Αφρικής. Έχει γράψει είκοσι βιβλία, μεταξύ των οποίων τα Περιμένοντας τους βαρβάρους (Waiting for the Barbarians), για το οποίο τιμήθηκε με το Central News Agency Award, το σημαντικότερο λογοτεχνικό βραβείο της Νότιας Αφρικής, το αυτοβιογραφικό Σκηνές απ’ τη ζωή ενός παιδιού (Boyhood: Scenes from a Provincial Life) και το πιο πρόσφατο Ο Πολωνός (εκδ. Διόπτρα 2023).
Το 1983 τιμήθηκε με το Booker για το Βίος και πολιτεία του Μάικλ Κ, διάκριση που απέσπασε ξανά το 1999 με την Ατίμωση (εκδ. Διόπτρα 2024) και έγινε έτσι ο πρώτος συγγραφέας στην ιστορία που έχει κερδίσει το βραβείο αυτό δύο φορές. Το 2003 τιμήθηκε με το Νόμπελ Λογοτεχνίας.






















