
Προδημοσίευση αποσπάσματος από το μυθιστόρημα του Γουίλιαμ Γκόλντινγκ [William Golding] «Το κωδωνοστάσιο» (μτφρ. Μιχάλης Μακρόπουλος), το οποίο θα κυκλοφορήσει στις 19 Νοεμβρίου από τις εκδόσεις Διόπτρα.
Επιμέλεια: Κώστας Αγοραστός
Όμως ο Τζόσελιν, περνώντας χαρούμενος από κει, γελούσε και κουνούσε το κεφάλι στον Ρότζερ. Μερικές φορές τού φώναζε κιόλας.
«Τι! Δεν πίστεψες ακόμη, τέκνον μου;»
Ό πρωτομάστορας δεν του απαντούσε ποτέ και μονάχα μία φορά παραλίγο να το κάνει. Ήταν αφού ο άγγελός του είχε παρηγορήσει τον Τζόσελιν, που ένιωσε έτσι πως, αν του δινόταν η ευκαιρία, θα μπορούσε να κρατήσει ολόκληρο το οικοδόμημα στους ώμους του. Όταν γύρισε για να διασχίσει το κεντρικό κλίτος, όπου ερχόταν βιαστικά και η Γκούντι, ένιωσε την παρόρμηση να εκφράσει τον θρίαμβό του και φώναξε στον Ρότζερ πίσω από το πιάτο με το νερό.
«Βλέπεις, τέκνον μου! Σ’ το είπα εγώ – δεν βυθίζονται!»
Ό Ρότζερ άνοιξε τότε το στόμα του, όμως δεν είπε τίποτα γιατί είδε την Τζούντι να διασχίζει με βιάση το βόρειο κλίτος· κι ο Τζόσελιν είδε ξεκάθαρα πως ο πρωτομάστορας τον ξέχασε με το που την αντίκρισε. Έτσι συνέχισε στο κεντρικό κλίτος, νιώθοντας τον θρίαμβό του να έχει ξινίσει λιγάκι.
Η Ρέιτσελ ήταν άλλο ένα μειονέκτημα αυτή την εποχή. Στεκόταν με τον Τζόσελιν όταν αυτός κοιτούσε ψηλά, δίχως να κοιτάζει μαζί του αλλά μιλώντας αναπόδραστα, φλυαρώντας, διακόπτοντας, ώσπου γι’ άλλη μια φορά η μόνη άμυνα ήταν να την αγνοήσει. Δεν άντεχε το ύψος, του είπε, και ήταν ετούτο γι’ αυτή μεγάλη στεναχώρια, μιας και ήταν τόση η δουλειά του Ρότζερ που γινόταν σε επικίνδυνα ύψη. Περίμενε να ανέβει ο Ρότζερ και να κατέβει, κι όταν βρίσκονταν στο έδαφος περιστρέφονταν ξανά ο ένας γύρω από τον άλλο, αποτραβηγμένοι από τον υπόλοιπο κόσμο. Κάθε φορά που το έβλεπε αυτό ο Τζόσελιν, μέσα του έλεγε, και μαζευόταν με αποστροφή, πως θα ήταν οι δυο τους πιο πολύ σαν αδερφός και αδερφή παρά σαν αντρόγυνο, αν δεν υπήρχε αυτό το βρόμικο, γελοίο πράγμα που ήξερε γι’ αυτούς· αυτός μελαχρινός, χολερικός, βαρύς αλλά δόλιος· αυτή χολερική, μελαχρινή, δυνατή και πολυάσχολη. Κι ο Πάνγκολ θα πελεκούσε έναν τοίχο ή θα στεκόταν γερμένος σκυθρωπά πάνω στη σκούπα του, ή χωλαίνοντας θα ’φευγε μακριά από την κοροϊδευτική στρατιά· και η Γκούντι Πάνγκολ θα διέσχιζε τον ναό εκεί που συναντιούνταν οι πτέρυγες και το κλίτος, κι ας μπορούσε να πάει στο σπίτι της απ’ αλλού, χωρίς να κοιτάζει ψηλά, μα καταβάλλοντας προσπάθεια που έκανε τον λαιμό της να λυγίζει· κι ο Ρότζερ Μέισον θα σκόπευε ένα σημάδι από κιμωλία– Μερικές φορές ο Τζόσελιν ξάφνιαζε τον εαυτό του, ή μάλλον, μια σκοτεινή γωνιά του μυαλού του τον ξάφνιαζε, αναγκάζοντας το στόμα του να αρθρώσει λέξεις δίχως λογικό νόημα, αλλά που έμοιαζε να συνδέονται ευθέως με τον θρίαμβο ή την ανησυχία.
«Είναι πολύ περισσότερα αυτά που θα ’ρθουν».
Ύστερα όμως ο λογικός του νους έβαζε το πράγμα στις σωστές του διαστάσεις και, κουνώντας το κεφάλι, πήγαινε προς το πρεσβυτέριο και περίμενε τον άγγελό του, που του έδινε παρηγοριά μα όχι συμβουλές.
Ήρθε όσο πιο νωρίς μπορούσε να προσευχηθεί. Ήταν μέρα, έτσι περίμενε να βρει τη στρατιά να δουλεύει. Όμως ο σκονισμένος αχυρώνας ήταν σιωπηλός κι έρημος. Όταν έφτασε στη στεγνή τρύπα καταμεσής στον ναό και κοίταξε ψηλά μισοκλείνοντας τα μάτια, με μια πύρινη αναλαμπή στο κεφάλι του και με τον πονοκέφαλο να ’χει χειροτερέψει, είδε πως όλες οι φωλιές ήταν δίχως πουλιά στην καμινάδα, τα σχοινιά ταλαντεύονταν αργά από κάποιο ρεύμα αέρα και τίποτε άλλο δεν κινούνταν πέρα από ένα ρόδινο σύννεφο, που προχωρούσε αργά στο άνοιγμα στην κορυφή ώσπου έκλεισε το τετράγωνο μ’ ένα λαμπερό σκέπασμα.
Κι έπειτα ήρθε ο Ιούνιος κι ο Τζόσελιν μπήκε στην εκκλησία με πονοκέφαλο. Την προηγούμενη νύχτα η επικοινωνία με τον άγγελό του ήταν ιδιαίτερα μακρά και ικανοποιητική, και σκέφτηκε δειλά στην αρχή, με περηφάνια κατόπιν κι ύστερα δειλά ξανά, σε μια ατελείωτη παλινδρόμηση που εξάντλησε το πνεύμα του, ότι μπορεί αυτό να συνέβη επειδή είχε πράξει ορθά πιέζοντας να υψωθεί το κωδωνοστάσιο ενάντια σ’ όλες τις αντιρρήσεις, ως το ύψος ενός παραθύρου. Στη συνέχεια συνειδητοποίησε ότι ο άγγελος είχε έρθει να τον προειδοποιήσει, γιατί είχε επιτραπεί στον διάβολο να του κάνει επίθεση με τρόπο ιδιαίτερα ειδεχθή, έτσι θυελλώδη οράματα έκαναν άθλια την τελευταία ώρα του ύπνου του, καθώς ο νους του ξυπνούσε. Ήρθε όσο πιο νωρίς μπορούσε να προσευχηθεί. Ήταν μέρα, έτσι περίμενε να βρει τη στρατιά να δουλεύει. Όμως ο σκονισμένος αχυρώνας ήταν σιωπηλός κι έρημος. Όταν έφτασε στη στεγνή τρύπα καταμεσής στον ναό και κοίταξε ψηλά μισοκλείνοντας τα μάτια, με μια πύρινη αναλαμπή στο κεφάλι του και με τον πονοκέφαλο να ’χει χειροτερέψει, είδε πως όλες οι φωλιές ήταν δίχως πουλιά στην καμινάδα, τα σχοινιά ταλαντεύονταν αργά από κάποιο ρεύμα αέρα και τίποτε άλλο δεν κινούνταν πέρα από ένα ρόδινο σύννεφο, που προχωρούσε αργά στο άνοιγμα στην κορυφή ώσπου έκλεισε το τετράγωνο μ’ ένα λαμπερό σκέπασμα. Χαμήλωσε ξανά τα μάτια και μια άρρητη ανησυχία τον έστειλε βιαστικά στο βασίλειο του Πάνγκολ, όμως το σπιτάκι ήταν σιωπηλό και ο πάγκος αυτών που έκοβαν το γυαλί έρημος. Γύρισε στην εκκλησία, διέσχισε με βιάση, μες στις αντηχήσεις, το σημείο που το κλίτος συναντιόταν με τις πτέρυγες, προς τη βορινή, ώστε να μπορεί να κοιτάξει μέσ’ από το άνοιγμα στον τοίχο για να δει αν υπήρχαν εργάτες γύρω στον περίβολο, κι έπειτα είδε πού ήταν η στρατιά. Γέμιζαν το υπόστεγο, εκεί που βρίσκονταν τα δοκάρια, στεγνώνοντας όλο τον χειμώνα. Στην είσοδο ήταν οι γυναίκες, σιωπηλές κι ασάλευτες. Παραμέσα ήταν οι άντρες, που στέκονταν πάνω σε όσα δοκάρια δεν είχαν ακόμη μετακινηθεί. Πιο μέσα απ’ όλους ήταν ο Ρότζερ Μέισον, με το κεφάλι και τους ώμους του σκοτεινούς μπροστά στην ανοιχτή άκρη του υπόστεγου. Μιλούσε, όμως όχι αρκετά δυνατά ώστε να τον ακούσει ο Τζόσελιν και, συν τοις άλλοις, υπήρχε θόρυβος και κίνηση απ’ όλο το πλήθος των αντρών.
Καθώς κοιτούσε από τ’ ακανόνιστο χείλος της τρύπας στον τοίχο, ο Τζόσελιν κούνησε με σύνεση και θλίψη το κεφάλι, που το σούβλιζε ο πόνος.
«Θέλουν άλλη μία πένα μεροκάματο».
Έτσι μπήκε στο παρεκκλήσι της Παναγίας, όπου τα ανατολικά παράθυρα είχαν αρχίσει να ζωντανεύουν, και προσευχήθηκε για τη στρατιά. Λες και η προσευχή του τους είχε καλέσει, δεν είχε καλά καλά προσηλωθεί ευλαβικά όταν τους άκουσε να κάνουν θόρυβο καταμεσής στον ναό και να ξεκινούν την εργασία τους. Καταπιάστηκε τότε με τη δουλειά του διαβόλου, με έναν μορφασμό όλο αποστροφή, και θρήνησε για το απείθαρχο μέλος. Όμως ήταν δύσκολο να βάλει στην άκρη τους θορύβους από το κέντρο της εκκλησίας και τις δικές του αναμνήσεις. Έτσι, βρέθηκε να ’ναι πεσμένος στα γόνατα, με το πιγούνι στον καρπό του, δίχως να κοιτάζει τίποτα και, αντί να προσεύχεται για κείνους, να σκέφτεται πράγματα. Συμβαίνει μια κρίση, σκέφτηκε, και πρέπει να είμαι δυνατός για να την αντιμετωπίσω.
Κι έπειτα βγήκε απότομα από τις σκέψεις του. Ο μουγγός στεκόταν δίπλα του χωρίς δερμάτινη ποδιά και χωρίς σμιλεμένη πέτρα στα χέρια του, αλλά μουρμουρίζοντας με το άδειο του στόμα. Μέχρι που έπιασε τον Τζόσελιν για να τον τραβήξει, κι έπειτα το ξανάβαλε στα πόδια ως εκεί που συναντιούνταν οι πτέρυγες με το κλίτος, όπου είχε ξεσπάσει αναταραχή.
Πρέπει να πάω σ’ αυτούς, σκέφτηκε ο Τζόσελιν βλέποντας τον μουγγό να χάνεται, μέσ’ από τις αναλαμπές στο κεφάλι του.
Μίλησε μεγαλόφωνα.
«Τρώω πολύ λίγο και οι νηστείες της Σαρακοστής με εξουθενώνουν. Ποιος είμαι εγώ, να τολμάω να ταπεινώνω έτσι τη σάρκα που είναι αναγκαία για τη δουλειά;»

Λίγα λόγια για το βιβλίο
O πρεσβύτερος Τζόσελιν έχει ένα θεόπνευστο όραμα. Πρέπει στον καθεδρικό ναό της Παρθένου Μαρίας να υψώσει ένα κωδωνοστάσιο αρκετά ψηλό ώστε να φέρει τον λαό της πόλης πιο κοντά στον Θεό. Ο ναός όμως δεν έχει θεμέλια και η ήδη λεπτή ισορροπία απειλείται. Ο Τζόσελιν δεν είναι διατεθειμένος να ακούσει τις προειδοποιήσεις κανενός, ούτε καν του πρωτομάστορα Μέισον. Μέτρο προς μέτρο, το τερατώδες οικοδόμημα ορθώνεται και μαζί του η ένταση και η φθορά φτάνουν και αυτές σε νέα ύψη. Το κόστος, πέρα από χρηματικό, είναι και πνευματικό. Όσο το κωδωνοστάσιο σκαρφαλώνει προς το φως, όλα τα υπόλοιπα βυθίζονται στο σκοτάδι.
Λίγα λόγια για τον συγγραφέα
Ο William Golding γεννήθηκε στην Κορνουάλη το 1911. Σπούδασε στο κολέγιο Μπρέιζνοουζ της Οξφόρδης, εργάστηκε ως ηθοποιός, μέλος πληρώματος σε μικρά σκάφη, μουσικός και, τέλος, ως δάσκαλος. Έλαβε μέρος στον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο και στη συνέχεια επέστρεψε στην εκπαίδευση. Το 1954 εκδόθηκε το πρώτο του μυθιστόρημα, Ο Άρχοντας των Μυγών, που του χάρισε παγκόσμια φήμη. Έγραψε δώδεκα ακόμα μυθιστορήματα, καθώς και θεατρικά, νουβέλες, δοκίμια και μια νεανική ποιητική συλλογή. Ο κατάλογος των χόμπι του Γκόλντινγκ περιλάμβανε τη μουσική, το σκάκι, την ιστιοπλοΐα, την αρχαιολογία και τα αρχαία ελληνικά. Το 1980 κέρδισε το βραβείο Booker για το μυθιστόρημά του Μύησις Ταξιδευτού και το 1983 τιμήθηκε με το Νόμπελ Λογοτεχνίας. Χρίστηκε ιππότης το 1988. Πέθανε στο σπίτι του το καλοκαίρι του 1993.





















