Προδημοσίευση από το βιβλίο του Θοδωρή Καλλιφατίδη Μια ζωή ακόμα, που θα κυκλοφορήσει τις επόμενες μέρες από τις εκδόσεις Γαβριηλίδη.
Επιμέλεια: Κώστας Αγοραστός
1
Πέρυσι τον χειμώνα, λίγες μέρες πριν από τα Χριστούγεννα, ήμουν καλεσμένος σε μια πανσκανδιναβική λογοτεχνική εκδήλωση στο Χέλσινγκμποργκ, τη δεύτερη σε μέγεθος πόλη της Νότιας Σουηδίας με εκατό χιλιάδες κατοίκους περίπου.
Ήμουν ο γηραιότερος στην παρέα, κάτι που μου συμβαίνει συχνά εδώ και μερικά χρόνια και το θεωρώ προνόμιο. Οι περισσότεροι με αφήνουν στην ησυχία μου, μόνο ορισμένοι φανατικοί έρχονται να τους υπογράψω βιβλία γραμμένα πριν είκοσι και τριάντα χρόνια.
Ήμουν πολύ συγκινημένος. Εκπροσωπούσα τη Σουηδία και δίπλα μου καθόντουσαν γνωστοί και καλοί συγγραφείς, προικισμένοι και με άλλες αρετές. Η Δανέζα ήταν κομψότατη, η Νορβηγέζα πανέμορφη και πολύ νέα, ο Φινλανδοσουηδός είχε πλάκα. Ήμουν ο γηραιότερος στην παρέα, κάτι που μου συμβαίνει συχνά εδώ και μερικά χρόνια και το θεωρώ προνόμιο. Οι περισσότεροι με αφήνουν στην ησυχία μου, μόνο ορισμένοι φανατικοί έρχονται να τους υπογράψω βιβλία γραμμένα πριν είκοσι και τριάντα χρόνια.
«Εσείς κι εγώ γερνάμε παρέα» τους λέω. Κάποτε δεν ήμουν μόνο νεότερος αλλά και ξένος και το επίθετό μου δημιουργούσε προβλήματα.
Με είχαν πει Θοδωρή Θεοδωράκι, Θεόδωρο Καλλιφάτιδη, Θεόδωρο Καληνύχτα, Θοδωρή Καλλιφατιρόιδες και άλλα διάφορα. Στο σχολείο ο γιος μου ήταν γνωστός ως Μαρκ Αλ Καλίφ. Η κόρη μου δεν είχε προβλήματα, ίσως γιατί έλεγε το επίθετό της με απόλυτη αυτοπεποίθηση, ενώ ο γιος κι εγώ διστάζαμε, ξέραμε ότι θα δημιουργούσαμε ένα μπέρδεμα, δεν θέλαμε να δούμε τα ανήσυχα βλέμματα και τα σουρωμένα χείλια όταν λέγαμε το όνομά μας. Ακόμα και σήμερα, όταν συστήνομαι σε κάποιον, πάντα λέω κι ένα αστειάκι για το όνομά μου, π.χ. ότι ο τελευταίος αυτοκράτορας της Τραπεζούντας είχε το ίδιο επίθετο ή ότι σημαίνει «εκείνος που μιλάει καλά» –αυτό το χρησιμοποιώ ιδιαίτερα μετά από διάλεξη– ή ότι προέρχεται από το καλαφατίζω, είναι δηλαδή αυτός που έβαζε πίσσα σε βάρκες και πλοιάρια, όταν μιλώ με τους γείτονες, που ξέρω ότι εκτιμούν τη χειρωνακτική δουλειά.
Η εκδήλωση ήταν στο Δημοτικό Θέατρο της πόλης, εκεί που κάποτε είχε αρχίσει την καριέρα του ο Ίνγκμαρ Μπέργκμαν, και υπήρχαν παντού φωτογραφίες από τις πρώτες του παραστάσεις, που είχαν πια περάσει στη μυθολογία. Υπήρχαν επίσης και φωτογραφίες του ίδιου και ομολογώ ότι ακόμα και σε εκείνες φαινόταν το πάθος του, η φλόγα του και η παντοδυναμία του. Μόνο εκείνος κι ο Κάρολος Κουν μού είχαν δώσει εκείνη την εντύπωση της απόλυτης εξουσίας του χώρου. Όπου στέκονταν δεν χωρούσε άλλος.
Από τον Μπέργκμαν είχα πάρει πολλά μαθήματα. Το 1980 είχα κάνει την πρώτη και μοναδική ταινία μου μεγάλου μήκους, βασισμένη στο βιβλίο μου Η Αγάπη. Ήταν ένα τόλμημα, αλλά ήμουν 42 ετών, αισθανόμουν ότι δεν υπήρχε εμπόδιο που δεν θα μπορούσα να ξεπεράσω. Η εταιρεία του Μπέργκμαν ήταν παραγωγός κι εκείνος παρακολουθούσε τα γυρίσματα κάθε βράδυ.
Στην αρχή ήταν ενθουσιασμένος, στα μισά λιγότερο και στο τέλος απογοητευμένος. Εντούτοις πίστευε πως η ταινία μπορούσε ακόμα να σωθεί. Αποφάσισε να με βοηθήσει να κάνουμε μαζί το μοντάζ. Χρειάστηκα μερικές ημέρες για να εξοικειωθώ με τον τρόπο που δούλευε. Δεν ανεχόταν οποιαδήποτε ενόχληση. Αν καμιά φορά αναστέναζα γιατί ξεχνούσα να ανασάνω, μου έλεγε: «Tι αναστενάζεις σαν φυσερό όλη την ώρα;» Αποφάσισα να αφήσω γενάκι και μου ρίχτηκε: «Νομίζεις πως δεν θα σε γνωρίζουν στον δρόμο με το μούσι;»
Κάθε πρωί καθόμαστε δίπλα δίπλα κι από την πρώτη στιγμή ο Μπέργκμαν συγκεντρωνόταν σαν ταυρομάχος που θα αντιμετώπιζε τον πιο επικίνδυνο ταύρο της ζωής του. Όλα τα έβλεπε. Λάθη στον φωτισμό ή στη σκηνογραφία, αλλά πάνω από όλα όταν οι ηθοποιοί δεν ήταν αυθεντικοί, όταν έπαιζαν τον ρόλο χωρίς να είναι ο ρόλος. Και τελικά για όλα αυτά εγώ ήμουν υπεύθυνος.
«Έχω κάνει όλα τα λάθη που μπορεί να κάνει κανείς» κλαύτηκα. «Μην ανησυχείς, υπάρχουν κι άλλα» με παρηγόρησε.
Κάθε μέρα μάθαινα κάτι. Πώς στήνεις μια σκηνή και πώς την τελειώνεις, πώς επικοινωνείς με τους ηθοποιούς και με τους άλλους συνεργάτες. Μα ήταν πια αργά. Η ταινία δεν σώθηκε. Οι κριτικοί ήταν εντελώς αρνητικοί, την καταβύθισαν, παίχτηκε μερικές μέρες και μετά εξαφανίστηκε.
Μέχρι τότε είχαν πάει όλα με το μέρος μου. Κάθε βιβλίο μου ήταν ένα γεγονός. Πουλούσε χιλιάδες αντίτυπα. Έβλεπα κόσμο να τα διαβάζει στο λεωφορείο, στο τρένο, στα αεροδρόμια. Πολλοί μου έγραφαν συγκινητικά γράμματα. Οι αεροσυνοδοί μού ζητούσαν αυτόγραφα.
Και ξαφνικά ένα χαστούκι. Βαρύ σαν εκείνα που βάραγε ο παππούς μου. Δεν έπεσα σε μελαγχολία, αλλά σε ένα είδος απάθειας. Μια μέρα συνάντησα στον δρόμο την πρωταγωνίστρια της ταινίας μου και δεν την αναγνώρισα. Τόσο σοκαρισμένος ήμουν από τις κακές κριτικές που είχα πάθει αμνησία.
[...]