
Προδημοσίευση αποσπάσματος από το βιβλίο του Κώστα Ακρίβου «Βάρδια στον Μόμπι-Ντικ – 6+1 σημειώματα για τη φάλαινα του Χέρμαν Μέλβιλ», το οποίο θα κυκλοφορήσει στις 6 Οκτωβρίου από τις εκδόσεις Μεταίχμιο.
Επιμέλεια: Κώστας Αγοραστός
Κριτικοί και αναγνώστες, σύγχρονοι και παλαιότεροι, συμφωνούν πως το πιο δυσεξήγητο, ή και ανερμήνευτο, στοιχείο σε όλη την κειμενική δράση του Μόμπι-Ντικ δεν είναι άλλο από την ψυχοσύνθεση του Αχαάβ. Όταν ο ίδιος κηρύσσει την έννοια της ευτυχίας, όσο πειστικός κι αν ακούγεται, υποψιαζόμαστε ότι κατά πάσα πιθανότητα τον εαυτό του θέλει να παραπλανήσει: «... μες στην ψυχή του ανθρώπου υπάρχει ένα νησί, μια Ταϊτή, γεμάτη ειρήνη και χαρά· περιστοιχίζεται όμως από όλα εκείνα τα τρομερά πράγματα της ζωής, της ζωής που είναι κατά ένα μόνο μέρος γνωστή. Ο Θεός να σας φυλάει! Μη φεύγετε ποτέ από τούτο το νησί, δε θα μπορέσετε ποτέ να ξαναγυρίσετε!».
Ποια είναι ωστόσο η αλήθεια σχετικά με το βαθύτερο είναι του Αχαάβ, πώς διαπλάθεται αυτό, αλλά και πώς εξωτερικεύεται, ο αφηγητής δηλώνει την πρόθεση να επιχειρήσει να το διερευνήσει, παρόλο που αντιλαμβάνεται πως μια τέτοια διαδικασία είναι πολύ δύσκολη: «Ω, Αχαάβ! ό,τι μεγάλο υπάρχει μέσα σου πρέπει να το τραβήξω από τον ουρανό, να το βγάλω μέσα από τον ωκεανό και να του δώσω μορφή μέσα στον άμορφο αέρα!». Στιγμή, βέβαια, δεν πρέπει να λησμονούμε ότι ο πρωταγωνιστής όλης αυτής της εποποιίας είναι ένας άνθρωπος που σε όλη τη διάρκεια του βίου του ζητάει να πιάσει με γυμνά χέρια «τις βέργες από το αλεξικέραυνο του μεγάλου άλμπουρου», για να νιώσει τη δόνηση και να την πολεμήσει με τον δικό του σφυγμό, να αντιπαραθέσει δηλαδή «το αίμα ενάντια στη φωτιά».
Το θαλάσσιο γήπεδο, στο οποίο θα ξεδιπλωθούν οι εξωανθρώπινες ιδιότητες της ψυχής του Καπετάν Αχαάβ, είναι ο χώρος όπου θα διαδραματιστεί η σύγκρουσή του με τη φάλαινα. Ο κύριος αφηγητής, «Λέγε με Ισμαήλ», αφηγείται το παρελθόν αυτής της πάλης και, κατά δεύτερο λόγο, πώς έγινε κατορθωτό και το άσβεστο μίσος του Αχαάβ μεταγγίστηκε στο υπόλοιπο πλήρωμα, έτσι ώστε όλοι οι ναύτες να ορκίζονται εκδίκηση για τη φάλαινα, ένα πλάσμα που τους ίδιους δεν τους έβλαψε ποτέ.
Εν πρώτοις, έχουμε την περιγραφή του κήτους από τον Ισμαήλ. Πρόκειται για ένα πλάσμα, «Ένα κάτασπρο, ονομαστό και αθάνατο τέρας – αθάνατο όσο δεν λέγεται», η σωματική διάσταση του οποίου αρκεί για να εξάψει τη φαντασία κάθε λογικού ανθρώπου. Δεν είναι μόνο ο ασυνήθιστος όγκος της φάλαινας που τρομάζει. Το ζαρωμένο κατάλευκο μέτωπό της, η σαν πυραμίδα κάτασπρη καμπούρα, το γεμάτο ρυτίδες σώμα και το παραμορφωμένο κατωσάγονο της προσδίδουν μια φριχτή εικόνα. Εκείνο το στοιχείο που προπάντων προκαλεί τρόμο είναι οι ύπουλες υποχωρήσεις και οι αιφνίδιες αντεπιθέσεις της, την ώρα που όλοι νομίζουν πως έχει στρέψει τα νώτα και δήθεν αποχωρεί. Αυτό είναι το γνώρισμα που χρόνια τώρα την έχει κάνει μυθική ως προς το μίσος της, με αποτέλεσμα το κυνήγι της να έχει προκαλέσει πλήθος από ακρωτηριασμούς και θανάτους. Ένα από τα θύματα είναι και ο Αχαάβ.
Το συγκεκριμένο περιστατικό συνέβη όταν σε κάποιο από τα αποτυχημένα ωκεάνια κυνήγια ο καπετάνιος, βλέποντας τσακισμένες τις τρεις από τις βάρκες του, όρμησε καταπάνω στη φάλαινα με ένα μαχαιράκι μόλις έξι ίντσες μάκρος. Τότε ήταν που ο Μόμπι-Ντικ τού θέρισε το πόδι «όπως ο θεριστής ένα φύλλο χλόης στο χωράφι». Ώσπου να καβατζάρουν μες στο καταχείμωνο το ακρωτήρι της Παταγονίας και στη συνέχεια να επιστρέψουν στο Ναντάκετ, ο Αχαάβ πέρασε μέρες, βδομάδες και μήνες ξαπλωμένος και ουρλιάζοντας από τον σωματικό πόνο, μα και από μανία: «η κομματιασμένη του σάρκα και η πληγωμένη του ψυχή άρχισαν να αιμορραγούν η μια μες στην άλλη», ώσπου «τον τρέλαναν τελικά». Ο παροξυσμός του μεγάλωνε, δίχως ωστόσο να μειωθεί η ζωτικότητά του, με αποτέλεσμα στο ταξίδι της επιστροφής οι αξιωματικοί να τον δέσουν με ζουρλομανδύα. Η παραληρηματική τρέλα του, τα χρόνια που ακολούθησαν, μεταλλάχθηκε σε άγρια μνησικακία για τη φάλαινα, γεγονός που τον έκανε να διψάει όλο και περισσότερο για εκδίκηση: «Για τον τρελό Αχαάβ, ο Μόμπι-Ντικ προσωποποιούσε ολοφάνερα καθετί που τρελαίνει και βασανίζει τον άνθρωπο στο έπακρο, καθετί που βγάζει τα πράγματα από την ησυχία τους, κάθε κακόβουλη αλήθεια, καθετί που κλονίζει το σθένος και σβωλιάζει το μυαλό, κάθε σκοτεινή δαιμονοπιστία της ζωής και του νου, κάθε κακό, κακό που μπορούσε κανείς να το πολεμήσει στην πράξη στο πρόσωπο του Μόμπι-Ντικ».
Η παραληρηματική τρέλα του, τα χρόνια που ακολούθησαν, μεταλλάχθηκε σε άγρια μνησικακία για τη φάλαινα, γεγονός που τον έκανε να διψάει όλο και περισσότερο για εκδίκηση: «Για τον τρελό Αχαάβ, ο Μόμπι-Ντικ προσωποποιούσε ολοφάνερα καθετί που τρελαίνει και βασανίζει τον άνθρωπο στο έπακρο, καθετί που βγάζει τα πράγματα από την ησυχία τους, κάθε κακόβουλη αλήθεια, καθετί που κλονίζει το σθένος και σβωλιάζει το μυαλό, κάθε σκοτεινή δαιμονοπιστία της ζωής και του νου, κάθε κακό, κακό που μπορούσε κανείς να το πολεμήσει στην πράξη στο πρόσωπο του Μόμπι-Ντικ».
Έτσι θα πορευτεί ως το τελευταίο ταξίδι ο «ψαρομάλλης καπετάνιος που δε φοβόταν θεό», επικεφαλής ενός πληρώματος που το απαρτίζουν κανίβαλοι, κατακάθια της κοινωνίας και αρνησίθρησκοι μιγά δες. Μπορεί ο ίδιος να είναι εξασθενημένος ηθικά απέναντι στη σύνεση των αξιωματικών του (Στάρμπακ, Σταμπ, Φλασκ), όμως έχει καταφέρει να μαγέψει τις ψυχές των αντρών του πληρώματος, σε σημείο που το μίσος του για την Άσπρη Φάλαινα να μοιάζει δικό τους. Πώς το έχει πετύχει και με ποια μέσα, ο Ισμαήλ δεν μπορεί να το εξηγήσει· απλώς, ομολογεί: «Εγώ, για παράδειγμα, έγινα υποχείριο του συγκεκριμένου τόπου και χρόνου· στο μεταξύ όμως, παρόλη τη βιασύνη μου να αναμετρηθώ με τη φάλαινα, δεν έβλεπα να κρύβεται σε αυτό το κτήνος παρά μόνο κάτι κακό, κάτι αφάνταστα κακό». Πολύ αργότερα θα ακουστεί η μία και μόνη αλήθεια για τη φάλαινα. Είναι ο γιατρός Μπάγκερ στο πλοίο Ευφροσύνη, ο οποίος απευθύνεται σε δύο θύματα του Μόμπι Ντικ, στον καπετάνιο του δικού του πλοίου και στον Αχαάβ – ο ένας μονόχειρ, ο άλλος μονόπους, λέγοντας «ό,τι εσείς θεωρείτε σα μοχθηρία της Άσπρης Φάλαινας δεν είναι παρά η αμηχανία της. Γιατί ποτέ δεν έχει την πρόθεση να καταπιεί ένα απλό ανθρώπινο μέλος· απλώς σκοπός της είναι να τρομοκρατήσει με ψεύτικες επιθέσεις».
Το «κέρδος» του Αχαάβ από την πρώτη μάχη του με τη φάλαινα ήταν ένα ξύλινο πόδι, και με αυτό το εξάρτημα θα πορευτεί ως την έσχατη σύγκρουση. Όταν μέρες πολλές αφότου έχουν σαλπάρει από το Ναντάκετ κάνει την εναρκτήρια εμφάνισή του στο κατάστρωμα του Πίκουοντ, το άγριο και αγέρωχο ύφος του οφείλεται εν πολλοίς «στο ξένο και αποτρόπαιο άσπρο ποδάρι που απάνω του στεκόταν ο μισός». Όντως. Με τρυπάνι τού έχουν ανοίξει μια τρύπα περίπου μισής ίντσας και μέσα σε αυτή την τρύπα ο Αχαάβ στερεώνει το φιλντισένιο πόδι του, το φτιαγμένο «από το αστραφτερό κόκαλο του σαγονιού μιας σπερμοφάλαινας».
Το ψεύτικο πόδι ο Αχαάβ όχι μόνο το νιώθει πλέον ως ενεργό μέλος του σώματός του, αλλά είναι το στοιχείο εκείνο που μέρα νύχτα τού υπενθυμίζει αδιάκοπα τον λόγο της παρουσίας του στη γη, ο οποίος δεν είναι άλλος από την εκδίκηση. Οδεύοντας προς την τελική αναμέτρηση, την ώρα που αναχωρεί από την επίσκεψη που έχει κάνει στο λονδρέζικο πλοίο Σάμιουελ Έντερμπαϊ, πηδάει απρόσεκτα στη βάρκα του, με αποτέλεσμα το φιλντισένιο πόδι να ραγίσει. Αλλά και πιο παλιά, προτού ανοίξει πανιά το Πίκουοντ από το Ναντάκετ, είχε βρεθεί από κάποιο άγνωστο ατύχημα μια νύχτα ξαπλωμένος στο χώμα, ενώ το ψεύτικο πόδι είχε φύγει από τη θέση του, πληγώνοντάς τον μάλιστα στη βουβωνική χώρα. Σε αυτό το γεγονός είχε στη ριχτεί και η δικαιολογία που, για κάμποσο καιρό και ενώ το πλοίο του είχε αποπλεύσει, αυτός έμενε κρυμμένος και απρόσιτος στην καμπίνα του. Τώρα, μετά δηλαδή την επίσκεψη στο λονδρέζικο καράβι, ο Αχαάβ θα καλέσει τον ξυλουργό και θα τον προ στάξει να του ετοιμάσει ένα καινούργιο πόδι μέσα σε μία μόλις νύχτα, πράγμα που ο επιδέξιος τεχνίτης θα το κατορθώσει.
Τη δεύτερη μέρα του κυνηγιού ο Αχαάβ κρέμεται από τον ώμο του Στάρμπακ, καθώς το φιλντισένιο πόδι του έχει σπάσει ξανά και στη θέση του διακρίνεται απλώς μια μυτερή σχίζα. Τότε θα ειπωθεί η μεγάλη αλήθεια για την ψυχή του Αχαάβ, όχι από κάποιον άλλον παρά από τον ίδιο, όταν θα μιλήσει για τον εαυτό του εναλλάσσοντας το πρώτο με το τρίτο πρόσωπο: «... ακόμα και με σπασμένο κόκαλο ο Αχαάβ παραμένει άθικτος· δε θεωρώ κανένα από τα ζωντανά μου κόκαλα ούτε μια στάλα περισσότερο δικό μου απ’ αυτό το νεκρό κόκαλο που χάθηκε. Ούτε άσπρη φάλαινα ούτε άνθρωπος ούτε δαίμονας μπορούν ν’ αγγίξουν τον Αχαάβ στο βαθύτερο και απρόσιτο είναι του. […] Ο Αχαάβ θα μείνει για πάντα ο Αχαάβ, άνθρωπέ μου».
Ούτε άσπρη φάλαινα ούτε άνθρωπος ούτε δαίμονας…

Λίγα λόγια για το βιβλίο
Τι κρύβεται στα βάθη της σκοτεινής καρδιάς ενός σακάτη καπετάνιου; Γιατί ο Χέρμαν Μέλβιλ μάς κλείνει συνεχώς το μάτι για όσα μέλλεται να συμβούν; Είναι αλήθεια ότι θαύμαζε καθετί το ελληνικό και ιδίως τον Όμηρο; Ποια η ερμηνεία για τις ονομασίες των πλοίων που εχθρεύονται τις φάλαινες; Μπορείς να κάνεις φίλο έναν άγριο καμακιστή, έναν σχεδόν κανίβαλο; Αμαρτίαι γονέων φαλαινοθήρων παιδεύουσι τέκνα; Κανόνας απαράβατος, απαρέγκλιτος: στα κλασικά αριστουργήματα της λογοτεχνίας η αναγνωστική ευδαιμονία συνοδεύεται πάντοτε από το γιατί, το τι, το πώς. Ο Μόμπι-Ντικ δεν θα μπορούσε να αποτελεί εξαίρεση.
Λίγα λόγια για τον συγγραφέα
Ο Κώστας Ακρίβος (Γλαφυρές Μαγνησίας, 1958) εκτός από αφηγηματικά βιβλία έχει γράψει ένα θεατρικό έργο, πήρε μέρος σε συλλογικές εκδόσεις και ανθολογίες, συμμετείχε στη συγγραφή δύο σχολικών εγχειριδίων και επιμελήθηκε τη σειρά Μια πόλη στη λογοτεχνία (Μεταίχμιο). Το 2019 το μυθιστόρημά του Γάλα μαγνησίας βραβεύτηκε με το The Athens Prize for Literature του περιοδικού (δε)κατα. Συνεργάστηκε με το Εθνικό Κέντρο Βιβλίου (ΕΚΕΒΙ) στα προγράμματα Λέσχες Ανάγνωσης και Συγγραφείς στα Σχολεία, ενώ από το 1983 ως το 2017 δίδαξε φιλολογικά μαθήματα στο Γυμνάσιο και στο Λύκειο. Μυθιστορήματα και διηγήματά του έχουν μεταφραστεί στα ολλανδικά, αγγλικά, γερμανικά, ιταλικά, πολωνικά και αλβανικά. Είναι μέλος της Εταιρείας Συγγραφέων και του PEN Greece.




















