
Eυριπίδη «Ίων», σε σκηνοθεσία Θωμά Μοσχόπουλου, στην Επίδαυρο: ο αεί ελευσόμενος πρίγκιπας της Αθήνας. © Δημήτρης Λούτσιος
Γράφει ο Νίκος Ξένιος
Στο κλείσιμο των φετινών Επιδαυρίων είδα την έξοχη παράσταση του «Ίωνα» του Ευριπίδη από τον Θωμά Μοσχόπουλο, σε παραγωγή του Θεατρικού Οργανισμού Κύπρου (ΘΟΚ). Ο κύριος Μοσχόπουλος τήρησε την αμφισημία των καταστάσεων και των χαρακτήρων που προσέδωσε ο Ευριπίδης σ’ αυτό το αινιγματικό του έργο, που γράφτηκε το 415 π.Χ., μέσα στην αναταραχή της Σικελικής εκστρατείας και της ανατροπής της Νικίειου ειρήνης.
![]() |
|
Από τη γενική πρόβα της παράστασης, @Ελίνα Γιουνανλή |
Το υπό αίρεσιν γεγονός είναι, βέβαια, η κυριαρχία των Αθηνών στον ελληνικό κόσμο, οπότε ένα δράμα με κεντρικό χαρακτήρα τον μυθικό «γενάρχη» των Ιώνων είχε στόχο να τονώσει τη βαρύτητα της αθηναϊκής αυτοχθονίας, ή ίσως και να την υπονομεύσει: οι σύγχρονοι του Ευριπίδη Αθηναίοι μπορούσαν να καυχώνται για τη θεϊκή τους καταγωγή από τη συνεύρεση Απόλλωνα και Κρέουσας, μπορούσαν να πιστέψουν και πάλι στη συλλογική τους ταυτότητα.
Όμως όφειλαν κατ’αρχάς να αναζητήσουν την ουσία αυτής της ταυτότητας: μήπως τα πράγματα είναι πιο ρευστά απ’ ό,τι φαίνονται εκ πρώτης όψεως; Μήπως η γενεαλογία των Αθηνών προέκυψε από έναν «κακόν ευνάτορα» και γι’αυτό είχε εσφαλμένους οδοδείκτες; Μήπως οι ενέργειές μας μπορούν να είναι ταυτόχρονα και θετικές και αρνητικές ή μήπως οι άνθρωποι αλλοιθωρίζουμε κάπως και βλέπουμε δύο Ερμάς (αγάλματα του Ερμή); Μήπως η θέαση των πραγμάτων εξαρτάται απόλυτα από το spectrum μέσα από το οποίο οι άνθρωποι θεώνται τον κόσμο;
Το εκκρεμές ζήτημα της «αυτοχθονίας»
Ο Ίωνας είναι αυτός που από την αφάνεια ενός δούλου ή του νόθου, από την άγνοια του γένους του και από την ανωνυμία, αίφνης, με ένα θεϊκό τέχνασμα, αποκτά όνομα («αυτός που έρχεται», εκ του ρήματος «είμι») και αναγορεύεται σε γενάρχη, συνεχιστή της πολυπόθητης «αυτοχθονίας» που για τους πολίτες νομιμοποιούσε την ενηλικίωση, την πολιτικότητα και την εξουσία. Το ζήτημα της εντοπιότητας των Αθηναίων σχετίζεται με την πολιτική τους απόβλεψη στα παράλια της Ιωνίας και στο ανατολικό Αιγαίο, που αποτελούσαν αντικείμενο διεκδίκησης μεγάλης μερίδας του αθηναϊκού λαού. Ο Ευριπίδης πραγματεύεται με ευφυή τρόπο την έννοια του «ανήκειν» και την αντίθετη έννοια του «ξένου», αποκαλώντας τον Ξούθο «ξένο» και αποδίδοντας την έννοια του οικείου στον Ίωνα. Η αφήγηση επαναλαμβάνεται στο έργο αυτό, υπό διαφορετικές οπτικές γωνίες. Η πολλαπλότητα του αφηγήματος αφενός υπερτονίζει τον υποκειμενισμό που διέπει την αντίληψη της πραγματικότητας (βλ. τα διδάγματα της Σοφιστικής) κι αφετέρου υπογραμμίζει τη σχετικότητα κάθε διαπίστωσης- σχετικότητα που αναδεικνύει, επίσης, η παιγνιώδης διάθεση του θεού Απόλλωνα, που αφανώς κινεί τα νήματα του δράματος εμπαίζοντας τους θνητούς.
![]() |
|
Από τη γενική πρόβα της παράστασης, @Ελίνα Γιουνανλή |
«Ιώ, δειράδες Παρνασσού πέτρας»: βρισκόμαστε στον Ομφαλό της Γης, στο Μαντείο των Δελφών, στο κομβικό σημείο όπου, στη διαμάχη του υποχθόνια έρποντος Πύθωνος με το φως νικητής έχει αναδειχθεί ο Απόλλων, ένας ακόμη επιβήτορας των θεϊκών καταβολών του ανθρώπινου γένους. «Ελπίζει βασιλεύσειν άλλων πόνον εισπεσών ο Φοίβειος αλάτας»: ποιος είναι αυτός ο «περιπλανώμενος» (αλήτης) θεός που ελπίζει να βασιλεύσει στην Αθήνα; Το κείμενο παραμένει μυστηριώδες σ’ αυτό το σημείο, όμως οι μελετητές κλίνουμε προς τη διονυσιακή ερμηνεία. Το ενδιαφέρον είναι πως οι Δελφοί εκπροσωπούν τη «μήτρα» του θηλυκού κόσμου, εκεί όπου βρίσκεται το πρωτογενές βρέφος, προϊόν της θεϊκής συνεύρεσης με τους ανθρώπους. Αυτό το genius cucullatus, το «ανθρωπάριο», εγκαταλελειμμένο στον κόσμο και απρόσιτο/ανώνυμο, θα είναι ο «αιωνίως ελευσόμενος» (κάτι αντίστοιχο με τον Διόνυσο, ή και με τον Ιησού) που ενσαρκώνει την conjuntionem solis et lunae, τη συμβολή της ηλιακής με τη σεληνιακή λατρεία, με τον «δαίμονα» (Απόλλωνα, στο συγκεκριμένο δράμα) ως ηθικό αυτουργό της σύλληψης αυτής, αλλά και ρυθμιστή της διαδοχής στον επίγειο θρόνο της εξουσίας. Ο Ίωνας προορίζεται να συνεχίσει την πατρογραμμική διαδοχή των Ερεχθεϊδών, πλην όμως με την απροσδόκητη εμπλοκή της Κρέουσας και του θηλυκού γένους.
Ο διπλός Ερμής και η σύλληψη του Ίωνα
Ο Απόλλωνας βίασε την Κρέουσα σε μια σπηλιά της Ακρόπολης, και καρπός της συνεύρεσης ήταν ένα αγόρι, το οποίο από φόβο η Κρέουσα το εγκατέλειψε στην ίδια σπηλιά. Όμως ο Απόλλωνας μετέφερε το παιδί στους Δελφούς· εκεί ανατράφηκε από την Πυθία και μεγάλωσε υπηρετώντας τον ναό του και προοριζόμενος για κάτι μεγαλειώδες (η προσωρινή απώλεια προσανατολισμού δεν είναι, άλλωστε, και η μοίρα του Οιδίποδα και τόσων άλλων τραγικών ηρώων;). Ένας διπλός (ως προς τις ιδιότητες, ως προς τη θεατρική ταυτότητα και ως προς την αμφιθυμία) Ερμής εμφανίζεται στην αρχή της τραγωδίας, ώστε το κοινό να μάθει μέσω μιας κωμικά παραστατικής αφήγησης την ιστορία της Κρέουσας. Οι δυο Ερμήδες (με κωμικά ευρήματα τύπου γλώσσας κωφών ή αεροσυνοδού) προλέγουν ότι ο Απόλλωνας, για να εξασφαλίσει το μέλλον του παιδιού του, θα δώσει παραπλανητικό χρησμό στον Ξούθο πως ο Ίωνας είναι δικός του γιος. Στον στίχο 85 μπαίνει ο Χορός και αναπολεί τους άθλους του Ηρακλή, του Βελλερεφόντη και του Βάκχου: «και Βρόμιος άλλον απολέμοισι κισσίνοισι βάκτροις εναίρει Γας τέκνων ο Βακχεύς». Κατόπιν, στη σκηνή (προθάλαμο του Μαντείου) μπαίνει η Κρέουσα, μαζί με τον άντρα της, τον Ξούθο, για να ρωτήσει τον θεό εάν θα παραμείνει στείρα και άτεκνη. Η Κρέουσα συστήνεται ως «φύτρα της γης», δηλαδή του Εριχθόνιου, που είναι ο μυθικός πάππος του πατέρα της, και κλαίει για τη μοίρα των γυναικών διερωτώμενη για την απουσία δικαιοσύνης: «ώ τλήμονες γυναίκες. Ώ τολμήματα θεών. Ποί δίκην ανοίσομεν, ει των κρατούντων αδικίαις ολοίμεθα;».
Ο Ευριπίδης σαρκάζει το γένος των ανδρών και τις αυταπάτες του: ο Ξούθος (παρα)πείθεται ότι το μειράκιον είναι καρπός κάποιας παλιάς ερωτοτροπίας του, πριν από τον γάμο του με την Κρέουσα.
Και εδώ μπαίνει το κομμάτι της ατιμωρησίας των ανδρών βιαστών: «Ξύνοιδ’ άντροισιν αισχύνην τινά». Το ζήτημα του βιασμού των γυναικών από τους άντρες μένει στο επίκεντρο του σκηνοθετικού προβληματισμού, και είναι εκπληκτική η διασκευή και δραματουργική απόδοση εκείνου του σημείου όπου αναφέρονται σειραϊκά όλα τα ονόματα των γυναικών που βίασε ο Απόλλων: εκτός λοιπόν από τη βία τίθεται επί τάπητος και το ζήτημα της έμφυλης εξουσίας, δηλαδή έμμεσα το ζήτημα της νομιμότητας των ενεργειών των ανδρών (αρχόντων και θεών) και της αμφίβολης ηθικής που τις διέπει. Ο Ευριπίδης σαρκάζει το γένος των ανδρών και τις αυταπάτες του: ο Ξούθος (παρα)πείθεται ότι το μειράκιον είναι καρπός κάποιας παλιάς ερωτοτροπίας του, πριν από τον γάμο του με την Κρέουσα. Αυτό το νεαρό αγόρι δεν έχει όνομα, είναι υπηρέτης του Απόλλωνα, τον έχουν βρει στα σκαλιά του ναού όταν ήταν μωρό και το κοινό γνωρίζει (ο Ευριπίδης μάς «κλείνει το μάτι» με νόημα) ότι είναι παιδί του Απόλλωνα από βιασμό της Κρέουσας, της πριγκίπισσας των Αθηνών, κόρης του Ερεχθέα. Η Κρέουσα, λένε οι δυο Ερμήδες, για να σώσει την τιμή της, είχε αφήσει το παιδί σε ένα καλάθι ελπίζοντας ότι θα το σώσει ο Απόλλωνας- πράγμα το οποίο όντως συμβαίνει, χωρίς βεβαίως να το γνωρίζουν οι άμεσα ενδιαφερόμενοι.

Η γηγενής βασίλισσα παντρεύεται έναν άλλον «ξένο», τον Ξούθο, και καθώς δεν υπάρχει διάδοχος για τον αθηναϊκό θρόνο, καταφτάνει μαζί του στους Δελφούς για να μάθει τι μέλλει γενέσθαι. Ο Ξούθος, εύπιστος στον πυθικό χρησμό, θεωρεί ότι ο Ίωνας είναι δικός του γιος και τον προσεγγίζει με μια σαφώς παιδεραστική υπόνοια στη σκηνοθεσία που καθιστά τη σκηνή κωμική (ο Ίωνας τον αποφεύγει σαν κάποιον επίδοξο βιαστή). Στο τέλος του προτείνει ένα όνομα (Ίων είναι ο «αιωνίως ελευσόμενος» ή ο «νέηλυς»), που σηματοδοτεί και τη διαδοχή του στον θρόνο της Αθήνας, ερήμην της Κρέουσας. Εδώ υποβόσκει μια προσπάθεια απόκρυψης της ταπεινής καταγωγής που εσφαλμένα ο Ξούθος θεωρεί ότι συνοδεύει τον Ίωνα, καθώς και η «μήτις» (πανουργία) του Απόλλωνα, που μέσω του βασιλικού γένους της Κρέουσας αποκαθιστά τη μητρογραμμική διαδοχή. Όμως το σταθερό μοτίβο, στο βάθος της αφήγησης, είναι η διαχείριση της καθαρότητας της διαδοχής, χωρίς την αλαζονική παρεμβολή κάποιου «ξένου» σ’αυτήν: είτε αυτός είναι ο Ξούθος, είτε είναι ο Ίων. Όσο για τον Ίωνα, διστάζει ευλόγως να αποδεχτεί αυτήν τη θεόσταλτη αλλαγή πεπρωμένου: δικαιολογημένα αναλογίζεται τι τον περιμένει στη γη των Ιώνων και ζυγίζει τη μοίρα του τυράννου με ρεαλιστικά κριτήρια: «Δημότης αν ευτυχής ζην αν θέλοιμι μάλλον ή τύραννος ων, ώ τους πονηρούς ηδονή φίλους έχειν, εσθλούς δε μισεί κατθανείν φοβούμενος». Είναι μια ακόμη θυμοσοφική διατύπωση του ζητήματος της θέασης της πραγματικότητας που με γλαφυρότητα θα παρουσιάσει ο Πλάτωνας στον «Ιππία»(96): «Τα πράγματα φαίνονται διαφορετικά όταν τα βλέπεις από μακριά και διαφορετικά όταν τα βλέπεις από κοντά».
Η σκηνοθετική προσέγγιση και ο Χορός
Η Κρέουσα μαθαίνει από τον Χορό τη δόλια απόπειρα απόκρυψης του νεοφερμένου βασιλιά εκ μέρους του συζύγου της και αποφασίζει να δολοφονήσει τον Ίωνα κατά τη διάρκεια ενός δείπνου. Ο Χορός και ο Παιδαγωγός είναι με το μέρος της, παροτρύνοντάς την (και εδώ η σκηνοθεσία του Μοσχόπουλου πολύ εύστοχα τονίζει το σατιρικό στοιχείο) να δηλητηριάσει το παιδί και να ξεκάνει τον Ξούθο. Σ’ αυτό το σημείο τονίζεται το γνώρισμα του «εσθλού» και αποδίδεται στους δούλους, πράγμα που θα πρέπει λογικά να είχε κοστίσει στον Ευριπίδη τη δυσαρέσκεια μεγάλου μέρους του κοινού της εποχής του. Μάλιστα, ο Χορός δεν έχει την παραμικρή διάθεση να αποδεχθεί την έλευση «ενός ακόμη ξένου» στην Αθήνα (στ. 93): «Μή ποτέ εις εμάν πόλιν ίκοιθ’ ο παις». Γίνεται ένα δεύτερο θαύμα (φυσικά σκηνοθετημένο από τον Απόλλωνα, με μιαν ευφυή ανατροπή του κυπέλλου με το δηλητήριο) και το φονικό νέκταρ του θεού, αντί να επιφέρει τον θάνατο του Ίωνα, απλώς συμβάλλει στην αναγνώρισή του: η Κρέουσα αποκαλύπτεται, εμφανίζεται η Πυθία και η Κρέουσα αναγνωρίζει το καλάθι στο οποίο είχε αφήσει το παιδί της. Η σκηνή όπου ο Ίωνας ζητά την ταυτοποίηση με τα μωρουδιακά και τα σύμβολα που περιέχει το «καλάθι της εγκατάλειψης» προχωρεί σε ένα εσκεμμένα μελοδραματικό crescendo: ο Ίωνας απορεί με τη συμπεριφορά του Απόλλωνα (στ. 90): «Νουθετητέος δέ μοι Φοίβος τι πάσχει». Ο Ευριπίδης είναι πρωτοπόρος στη θεομάχο διάθεση και στην αμφισβήτηση της ηθικής αρτιότητας του ελληνικού πανθέου. Επίσης, ο κήρυκας του τέλους, ο Άγγελος, επ’ ουδενί είναι «άγγελος παθών», όπως συμβαίνει συνήθως στην τραγωδία, γι’ αυτό και το έργο έχει αίσιο τέλος, είναι επαμφοτερίζον και δύσκολα κατατάσσεται στο συγκεκριμένο γραμματολογικό είδος.

Πολύ καινοτόμος είναι ο Χορός (ανδρικός και γυναικείος) του κύριου Μοσχόπουλου, που παριστά με ενδυματολογική ομοιογένεια και με τελετουργική απογύμνωση τους θεράποντες και τις θεραπαινίδες της Κρέουσας: αυτός ο Χορός είναι ουσιαστικός, διαρκώς κινείται και μεταμορφώνεται, η δε χορογραφική παρέμβαση του Φώτη Νικολάου αποδίδει τα διάφορα στάσιμα με διαφορετική διάθεση: πότε ο Χορός είναι ο Δήμος των Αθηναίων που ψηφίζει, πότε είναι η ηχώ της φωνής των ηρώων, πότε είναι ο σχολιαστής των τεκταινομένων και πότε είναι ένα σύνολο από έρποντα φίδια που περιτριγυρίζει απειλητικά την Κρέουσα. Είναι ένας θαυμάσιος Χορός, που αποδεικνύει τη σοβαρή μελέτη του κύριου Μοσχόπουλου και την ξεκάθαρη σκηνοθετική του αντίληψη. Ο Γιάννης Τσουμαράκης ως Ίωνας κινείται με άνεση και χιούμορ επί σκηνής, έχει ιδιαίτερα προσεγμένη εκφορά του λόγου και με φρεσκάδα και χιούμορ διεκπεραιώνει τη μακροσκελέστερη στιχομυθία του σωζόμενου αρχαίου ελληνικού θεάτρου. Η Στέλλα Φυρογένη αποδεικνύει το τεράστιο εύρος των ερμηνευτικών της δυνατοτήτων, παίζοντας τον ρόλο της Κρέουσας με μιαν επαμφοτερίζουσα διάθεση: από τη μια με τον στόμφο και τη δραματικότητα που απαιτεί ο θρήνος της, από την άλλη με την ελαφρότητα που απαιτεί η θερμοκρασία του έργου. Γιατί, πάνω απ’ όλα, ο Θωμάς Μοσχόπουλος τονίζει την κωμική διάσταση αυτής της υπόθεσης: μια γυναίκα πιστεύει ότι έχει σκοτώσει το παιδί της και φέρει βαρέως αυτήν την πράξη, που όμως έχει απρόσμενα αίσιο τέλος. Ο άντρας της πιστεύει ότι έχει βρει τον χαμένο του γιο και ότι σ’ εκείνον επαφίεται η συνέχιση της δυναστείας, όμως αυτό ανατρέπεται. Εν ολίγοις, όλοι πιστεύουν κάτι άλλο από αυτό που πραγματικά συμβαίνει (που όμως και αυτό, με τη σειρά του, υπονομεύεται από την ευριπίδεια ειρωνεία: στο τέλος- δεύτερη «από μηχανής» θεοφάνεια- έρχεται η Αθηνά για να μπαλώσει τις πράξεις του αδερφού της και να αποκαταστήσει την τάξη προλέγοντας το μέλλον του Ίωνα και των ελληνικών φύλων). Και όλη αυτή η αμφισημία αποδίδεται θαυμάσια με τους κατοπτρικούς κίονες του Βασίλη Παπατσαρούχα.
Ο Νεοκλής Νεοκλέους ερμηνεύει τον ρόλο του Ξούθου απλά και αφοπλιστικά, προκαλώντας μεγάλη θυμηδία με τις ατάκες του: βροντερή φωνή, έντονη σκηνική παρουσία, χιούμορ και αφοπλιστική αμεσότητα. Το χαμένο παιδί πιστεύει ότι η μοίρα του είναι στους Δελφούς, όμως η πραγματική του μοίρα είναι στας Αθήνας. Επαρκής ερμηνεία του Παιδαγωγού από τον Βαλεντίνο Κόκκινο και της (περιέργως τρανς) Πυθίας από τον Ιωάννη Βαρβαρέσο. Πολύ καλός ο Δούλος του Δημήτρη Αντωνίου και ξεκαρδιστική η ερμηνεία της Αθηνάς από τη Μαργαρίτα Ζαχαρίου. Έξοχος ο διπλός Ερμής των Ανδρέα Κουτσόφτα και Βασίλη Χαραλάμπους, έξοχα τα φουτουριστικά και κωμικά κοστούμια τους από τον Βασίλη Παπατσαρούχα και τον Ορέστη Λαζούρα. Η μουσική των χορικών από τη Nama Dama είναι πολύ ενδιαφέρουσα και πρωτότυπη, επιτρέπει δε πολυφωνίες, επαναλήψεις, αντηχήσεις και παιχνιδίσματα με τον στίχο. Συχνά υπάρχει και ένα σκόπιμο αφασικό μπέρδεμα, ιδιαίτερα στο τέλος της παράστασης με τη γλωσσική σύγχιση του Ερμή και τους εναλλασσόμενους φωτισμούς του Γεωργίου Κουκουμά. Η μετάφραση είναι πολύ δραστική και όλη η παράσταση είναι καλοδουλεμένη και ξεκαρδιστική.
* Ο ΝΙΚΟΣ ΞΕΝΙΟΣ είναι εκπαιδευτικός, συγγραφέας και κριτικός θεάτρου και χορού.
Σκηνοθεσία-Απόδοση-Δραματουργική επεξεργασία: Θωμάς Μοσχόπουλος
Συνεργάτης Σκηνοθέτης: Μάριος Κακουλλής
Σκηνικά-Κοστούμια: Βασίλης Παπατσαρούχας
Μουσική σύνθεση-Σχεδιασμός ηχοτοπίων-Μουσική διδασκαλία: Nama Dama
Κίνηση-Χορογραφία: Φώτης Νικολάου
Σχεδιασμός φωτισμού: Γεώργιος Κουκουμάς
Καλλιτεχνική διεύθυνση οπτικής ταυτότητας: Βασίλης Παπατσαρούχας
Βοηθός σκηνογράφου-ενδυματολόγου-Ειδικές κατασκευές κοστουμιών: Ορέστης Λαζούρας
Συνεργάτιδα παραγωγής: Ελένη Νικολάου
Ίων: Γιάννης Τσουμαράκης
Κρέουσα: Στέλα Φυρογένη
Ξούθος: Νεοκλής Νεοκλέους
Παιδαγωγός: Βαλεντίνος Κόκκινος
Ερμής: Ανδρέας Κουτσόφτας, Βασίλης Χαραλάμπους
Αθηνά: Μαργαρίτα Ζαχαρίου
Πυθία: Ιωάννης Βαρβαρέσος
Δούλος: Δημήτρης Αντωνίου
Χορός: Βασίλης Αθανασόπουλος, Γρηγόρης Γεωργίου, Νικόλας Γραμματικόπουλος, Μαρία Δράκου, Ιωάννα Κορδάτου, Θεοφάνης Κοσμάς, Μάριαν Κυπριανού, Δημήτρης Λαγούτης, Πέλλα Μακροδημήτρη, Θεόφιλος Μανόλογλου, Αθηνά Μουστάκα, Χρήστος Παπαδόπουλος, Χριστίνα Παπαδοπούλου, Ιωάννα Παπαμιχαλοπούλου, Κρις Σπύρου, Μαρία Τσιάκκα
Μουσικοί επί σκηνής: Nama Dama, Ζήνωνας Οικονομίδης, Νικόλας Τσαγγάρης
























