
Για την παράσταση «Λυσιστράτη» σε μουσική – κείμενο & σκηνοθεσία του Σταμάτη Κραουνάκη, με τη Λένα Ουζουνίδου, η οποία παρουσιάστηκε στο Ωδείο Ηρώδου Αττικού, στο πλαίσιο του Φεστιβάλ Αθηνών & Επιδαύρου.
Γράφει ο Νίκος Ξένιος
Απόλαυσα στο Ηρώδειο (που σύντομα θα το στερηθούμε για ένα σεβαστό χρονικό διάστημα) την όπερα «Λυσιστράτη» του Σταμάτη Κραουνάκη: ένα σχέδιο που βαστάει πολλά χρόνια, κομίζει τραγούδια από παλαιότερες Λυσιστράτες (Νικολακοπούλου – Βουτσινάς – Πρωτοψάλτη – Γ. Χατζιδάκις – Λαζόπουλος υπάρχουν στον αέρα, ως έμμεσοι συντελεστές, ενώ επαναλαμβάνεται το τραγούδι «Πάμε, κοπέλες, απόψε πάμε για τρέλες») και φέρνει προς τέρψιν του αθηναϊκού κοινού, στον ίσκιο της Ακρόπολης, ένα πλούσιο αμάλγαμα σαράντα σκηνών. Συνδυάζει, δε, το ύφος του λαϊκού (μπρεχτικού) θεάτρου, τη δομή μιας όπερας, στοιχεία καμπαρέ, μουσική ρετρό της παλιάς Αθήνας, έναν μεγαλοφυή συνδυασμό πεντοζάλη και πυρρίχειου, όλα σε μια μουσικοθεατρική σύλληψη γεμάτη φανταχτερά κοστούμια, καπέλα και φουλάρια. Κι αυτό γιατί και ο Αριστοφάνης, στην ουσία, ένα είδος «libretto» όπερας έγραφε, τηρουμένων των αναλογιών. Από 350 χειρόγραφες σελίδες τελικά έμειναν 87, «όσο δηλαδή χρειάζεται για μια λαϊκή όπερα όπου πρωταγωνιστεί η μουσική», δηλώνει ο ίδιος ο Σταμάτης Κραουνάκης, που γράφει καλύτερα απ’ τον Μποστ και επιμένει να διατηρεί αναγνωρίσιμες μελωδικές γραμμές στις συνθέσεις του.
Το come-back της «Μίσιζ Λυ»
Μεσούντος του Πελοποννησιακού Πολέμου (411 π.Χ.) η αριστοφάνεια Λυσιστράτη πείθει τις γυναίκες της Αθήνας και της Σπάρτης να κάνουν αποχή από το σεξ, ώστε οι άντρες τους να αφήσουν τα όπλα και να ξαναγυρίσουν στο συζυγικό κρεβάτι. Οι γυναίκες άλλων πόλεων έρχονται για συμπαράσταση κι έτσι δημιουργείται ένα φεμινιστικό σκηνικό με τις γυναίκες να καταλαμβάνουν το δημόσιο ταμείο παρεμποδίζοντας τη χρηματοδότηση του πολέμου. Ο Αριστοφάνης, ενώ δεν έχει απόλυτη επίγνωση της εναλλαγής των εξουσιών στις καίριες θέσεις της εποχής του, «πιάνει» με τις αντέννες του του τριγμούς της Δημοκρατίας και το γεγονός ότι κάποια ολιγαρχική ελίτ της Αθήνας επιβάλλει πλαγίως τη θέλησή της: αυτό δίνει το πάτημα στον Σταμάτη Κραουνάκη ώστε να παραλληλίσει την «ψιλοτυραννιούλα» εκείνης της περιόδου με τη σημερινή κατάσταση στην Ελλάδα. Βάζει, λοιπόν, τη δική του «Λυσιστράτη» να ξεκινά στο σήμερα, όπου μια γερασμένη Λυσιστράτη (η «Μίσιζ Λυ») επιστρέφει στον χωροχρόνο για να ζητήσει αναγνώριση της συμβολής της στην τόσο ταλαιπωρημένη υπόθεση της Ειρήνης: το πρώτο πρόσωπο που συναντά είναι ο Απόλλωνας (συγκλονιστικός στον ρόλο ο Κώστας Μπουγιώτης), που ως κομπέρ ντυμένος με στηθαίο ευσταλούς πολεμιστή αναπολεί τις εποχές όπου ο ίδιος ήταν άγαλμα και καμάρι της Αθήνας και επιστρέφει τη Λυσιστράτη πίσω, στο 411 π.Χ., όπου και θα διαδραματιστεί όλο το πρώτο μέρος του έργου.
Στο τέλος του πρώτου μέρους η Λυσιστράτη, συστηνόμενη ως ξεχωριστή γυναίκα, επικαλείται την Αθηνά Παλλάδα για να υμνήσει την πόλη της Αθήνας, με ένα λιντ που αναλαμβάνει να ερμηνεύσει η Δήμητρα Γαλάνη όπου τα στοιχεία της κωμωδίας υποχωρούν για να πλακεί ένα υπέροχο εγκώμιο για τις αρετές του γυναικείου φύλου.
Ο Χορός τραγουδά: «Ω Λυσιστράτα, ήσουνα γάτα!». Και εκείνη: «Αχ ευοί ευί θεούλη μου Απόλλωνα, δε φώτιζες το Σόλωνα να μου ’χει αφήσει ρεζερβέ κανένα νόμο αντάρτη και να τις αποσβόλωνα!» Στο τέλος του πρώτου μέρους η Λυσιστράτη, συστηνόμενη ως ξεχωριστή γυναίκα, επικαλείται την Αθηνά Παλλάδα για να υμνήσει την πόλη της Αθήνας, με ένα λιντ που αναλαμβάνει να ερμηνεύσει η Δήμητρα Γαλάνη όπου τα στοιχεία της κωμωδίας υποχωρούν για να πλακεί ένα υπέροχο εγκώμιο για τις αρετές του γυναικείου φύλου. Ακολουθεί ένα «κοράλ» (χορωδιακό μέρος) όπου παρατίθενται στα Αγγλικά εκείνες οι ανεπανάληπτες ελληνογενείς λέξεις του διεθνούς λεξιλογίου που είχε εκφωνήσει το 1959 ο Ξενοφών Ζολώτας σε συνέδριο της Διεθνούς Τράπεζας, και ξεκινά το δεύτερο μέρος του έργου: ο Κραουνάκης είναι, εκτός από πρωτότυπος και ευφάνταστος, περήφανος για την αθηναϊκή γη, ενώ συνθέτει έναν σπάνιο ύμνο στη διαχρονία της ελληνικής κουλτούρας.
Ο ευτελισμός του macho αρσενικού
Η Λυσιστράτη καλεί τις γυναίκες να δεσμευτούν υπογράφοντας ως σουφραζέτες σε μιαν εκβιαστική «απεργία του έρωτα». «Άντρες! – Γουρούνια! –Που-λη-μέ-νοι!». Διάφορες γυναίκες, διαφορετικής καταγωγής, αφήνουν άντρα, συζυγικό κρεβάτι και νοικοκυριό και συρρέουν: μια Ινδή (Έλενα Καφούρου), μια Ρωσίδα «μπαμπούσκα» (την υποδύεται θαυμάσια η Πένη Ξενάκη, ως Κορυφαία του Χορού), δυο βλάχες από τη Λιβαδειά (τις υποδύονται, ντυμένοι σαν θηβαίες με σκιάδια, ο Γιώργος Στιβανάκης και ο Κωνσταντίνος Τσονόπουλος), η σπαρτιάτισσα Λαμπιτώ (έξοχη στον ρόλο η Αργυρώ Καπαρού: «Η ταν ή επί τας! Άλλο να χαμουρεύεσαι, κι άλλο να κατακτάς!»), η Κλεονίκη (πολύ καλή η Σοφία Κουνιά) και μια Κρητικιά που είναι ντυμένη σαν Θεά των Όφεων κι έρχεται απευθείας από τα Ταυροκαθάψια (στον ρόλο της «Μινώικα» αποκάλυψη η Γεωργία Αμοργιανιώτη).
Το λιμπρέτο επιστρατεύει μια βαβυλωνία τοπικών ιδιωμάτων που προσδίδει ακόμη πιο κωμική διάσταση στην παράσταση. Η προκηρυσσόμενη «απεργία του έρωτα» είναι, βεβαίως, ο καλύτερος τρόπος κατάπαυσης πυρός σε μια κοινωνία όπου η λίμπιντο κυριαρχεί ως κίνητρο – και στο πλαίσιο της αθυρόστομης αριστοφάνειας κωμωδίας, όπου η στύση διακωμωδείται μεν, συνιστά όμως δομικό λίθο της κοσμικής ενέργειας σε αντιπαραβολή προς το θήλυ: η Λαμπιτώ, η Κλεονίκη και η Μυρίνη διστάζουν να συμμετάσχουν αρχικά, «μπορεί να πάμε φυλακή» «για την πλαστογραφία» «γι’ αντικατασκοπεία», και η Λυσιστράτη τους απαντά: «Σκάσε μωρή, σηπία!» Επειδή ακριβώς στόχος της είναι να «λυσιστρατήσει» (: να διαλύσει τη μιλιταριστική μηχανή της Αθήνας), αποφασίζει να προβεί σε εξευτελισμό του Πρόβουλου: «Γδύστε τον, χαμαί ποδοπατήστε τον και ψωλοκοπανήστε τον! Κι έπειτα αμολήστε τον!». Η πηγή του κακού, η ανδρική φαλλοκρατική έπαρση γίνεται κουρέλι στη σκηνή του Φρουραρχείου.

«Τρελή φυλή, καρναβαλί»
Η Λένα Ουζουνίδου, στο απόγειο της θεατρικής της καριέρας, κρατά τον κεντρικό ρόλο με πραγματικό μπρίο, χιούμορ, ευαισθησία και κοπιώδη μελέτη της μουσικής πάρτας, χορεύοντας με τον Χορό στα ομαδικά μέρη και λάμποντας ως αδιαμφισβήτητη πρωταγωνίστρια στα σολιστικά μέρη. Ο Κραουνάκης προσθέτει και μια μη επιτελεσμένη «υπόσχεση γάμου» του Πρόβουλου προς τη Λυσιστράτη, δηλαδή το απωθημένο: η «Μίσιζ Λυ» είναι άγαμη, δεν έχει παιδιά, είναι σύμβολο χειραφέτησης, και επ’ αυτού ο Πρόβουλος της εξαπολύει λεκτική επίθεση, με βαθύτερο κίνητρο, βεβαίως, τον έλεγχο του κρατικού ταμείου. Έτσι ο Αριστοφάνης όχι μόνο σαρκάζει την παρακμιακή πολιτική της Αθήνας, αλλά και στηλιτεύει το πρότυπο του καυχησιάρη στρατόκαυλου άνδρα (miles gloriosus), παράγοντας ένα διαχρονικό ανθρωπολογικό τύπο του θεάτρου. Στον ρόλο του Πρόβουλου ο γνωστός βαθύφωνος Χριστόφορος Σταμπόγλης (στις «Εκκλησιάζουσες» είχε υποδυθεί τον Βλέπυρο), δίνει τον καλύτερο εαυτό του: οι άντρες αντεπιτίθενται («Κάψτε τις τις πουτάνες!») και ο ύμνος του Πρόβουλου για τους άντρες είναι το πρώτο φινάλε του έργου.
Η Λένα Ουζουνίδου, στο απόγειο της θεατρικής της καριέρας, κρατά τον κεντρικό ρόλο με πραγματικό μπρίο, χιούμορ, ευαισθησία και κοπιώδη μελέτη της μουσικής πάρτας, χορεύοντας με τον Χορό στα ομαδικά μέρη και λάμποντας ως αδιαμφισβήτητη πρωταγωνίστρια στα σολιστικά μέρη.
Το δεύτερο μέρος αρχίζει με μιαν ιδιότυπη «παρέλαση» πολεμικών γεγονότων, αυτών που έπληξαν την Ελλάδα στον εικοστό αιώνα. Ξεκινώντας από το 1945 και συνεχίζοντας με τη Χιροσίμα και την Κορέα των ‘50ς, ο Κραουνάκης γράφει ένα κείμενο συγκινητικό για έναν «στρατιώτη με κομμένο πόδι» που τον ερμηνεύει συγκλονιστικά ο Γιώργος Στιβανάκης. Ακολουθεί η δεκαετία του ’60 σ’ ένα υποτιθέμενο συνέδριο στους Δελφούς, για να οδηγηθούμε στην ξεκαρδιστική σκηνή με τον «έγκαυλο» Κινησία και τη Μυρίνη/Μυρίνη Κονταξή που τον αφήνει στα κρύα του λουτρού: στην παράσταση του Κραουνάκη η σκηνή αυτή κερδίζει τις εντυπώσεις, με τον έξοχο Χρήστο Γεροντίδη και τη Στέλλα Κρούσκα στους αντίστοιχους ρόλους: «Τον αγαπάς τον ταξιτζή σου, κι ας είναι λίγο δεξιούλης, ε;» λέει εύστοχα η Λυσιστράτη, μια και ο Κινησίας είναι ο ταξιτζής Κινησίας Κονταξής, με το δανεικό ταξί.
Σε μια πασαρέλλα τελείως σουρρεαλιστική, βλέπουμε έναν κλασικό παρουσιαστή (έναν «παλιό Αθηναίο» που τον υποδύεται ο Κώστας Βενετσάνος) να ονοματίζει με αριστοφάνειους χαρακτηρισμούς την haute couture που γελοιοποιεί το γυναικείο φύλο: «Καταπιέσου / οι πόρνες της Εφέσου / παίρναν τις ενοχές σου / τις κάναν προσευχές» κι έπειτα η Λένα Ουζουνίδου κάνει ένα δεύτερο φινάλε αναφερόμενη στη συμφιλίωση, καλεσμένη μιας τηλεοπτικής εκπομπής με παρουσιαστή τον Πρόβουλο.

«Θρησκεία και καταγωγή. Κομμάτια η γη, παλάτια και σκουπίδια»
Μέσα στη σκόπιμη ανομοιογένεια μουσικού ύφους της παράστασης κυριαρχεί η υποβλητική σκηνή με τον Ιεροψάλτη Θεολόγο Παπανικολάου, που τραγουδά έναν πεντοζάλη/πυρρίχειο επικεντρώνοντας στο γράμμα «Ε»: Ελευθερία, Ελλάδα, Έρωτας, φέρνοντας σε κορύφωση το οριστικό φινάλε: «My name is Greece. I need some peace». Βεβαίως, το πιο σημαντικό (και διαχρονικό) μήνυμα του Αριστοφάνη το διατηρεί άθικτο ο Κραουνάκης, προτάσσοντας το αίτημα της Λυσιστράτης για εκκαθάριση από τους πολεμοκάπηλους όλων των εποχών και για Ειρήνη: «Δεν τους ξέρεις ποιοι είναι αυτοί; Πέντε δέκα κολλητοί συνεταίροι στο χαρτί, λίγο φύγουν πληθυσμοί, λίγο ανέβει το χαρτί, το σιτάρι, το μετάξι, μια κοκκάλα στο σκυλί το λαό να μη λυσσάξει. Είναι νόμισμα η δραχμή; Που έχουμε ψωμολυσσάξει;»
Ο σκηνογράφος Takis φιλοτεχνεί ένα αφαιρετικό σκηνικό και κοστούμια φανταχτερά που επιτρέπουν την «είσοδο» στη σύγχρονη εποχή και το χρονικό «άλμα» στο παρελθόν. Στον χορό θαυμάσιες η Βενετία Καναβέλλη, η Μαριλένα Μόσχου και η Μαρία Παπαδοπούλου, πολύ ταιριαχτοί επίσης ο Σάκης Καραθανάσης στον ρόλο του λαϊκού τραγουδιστή και ο Σπύρος Πινκερίδης στον ρόλο του κήρυκα. Δεν συζητώ καν για την έξοχη διεύθυνση της ορχήστρας από τον Δημήτρη Ανδρεάδη, για τριάντα σημαντικούς καλλιτέχνες επί σκηνής και για την αγαπημένη Δήμητρα Γαλάνη ως guest star, που συνεργάζονται με όρεξη, κέφι και πολύ ταλέντο σ’ αυτό το πραγματικό γλέντι, που θα αφήσει εποχή στα θεατρικά μας πράγματα. Όχι μόνο για τη θαυμάσια σκηνική περίσταση, όχι μόνο για την πηγαιότητα της γραφής (κειμενικής και σκηνικής), αλλά και για το οξύ, τολμηρό πολιτικοκοινωνικό μήνυμα που κομίζει σε μιαν εποχή τόσο φαύλη και επισφαλή για τη Δημοκρατία όσο η δική μας.
* Ο ΝΙΚΟΣ ΞΕΝΙΟΣ είναι εκπαιδευτικός, συγγραφέας και κριτικός θεάτρου.
Μουσική – Κείμενο – Σκηνοθεσία Σταμάτης Κραουνάκης
Συνεργάτες στο λιμπρέτο Λίνα Νικολακοπούλου (στίχοι τραγουδιών «Πάμε Κοπέλες», «Το Νήμα», «Χορικό της Συμφιλίωσης»), Γιώργος Χατζιδάκις, Λάκης Λαζόπουλος (στίχοι του τραγουδιού «Όλα γι’ αυτή την πόλη»)
Συνεργάτρια στη σκηνοθεσία Μαριλένα Μόσχου
Σκηνικά – Κοστούμια Takis
Χορογραφία Θοδωρής Πανάς
Φωτισμοί Στέλλα Κάλτσου
Σύμβουλος θεατρολόγος Ευανθία Στιβανάκη
Εικαστικό σήμα παράστασης Κώστας Σπανάκης
Φωτογραφίες Σπύρος Πώρος
Επικοινωνία Δέσποινα Κραουνάκη
Ερμηνεύουν (με σειρά εμφάνισης) Λένα Ουζουνίδου Λυσιστράτη, Κώστας Μπουγιώτης Απόλλων κομπέρ, Σοφία Κουνιά Κλεονίκη, Έλενα Καφούρου Ινδή, Πένυ Ξενάκη Μπάμπουσκα Κορυφαία, Γεωργία Αμοργιαννιώτη Μινώικα, Αργυρώ Καπαρού Λαμπιτώ, Βενετία Καναβέλλη Μια κοπέλα, Γιώργος Στιβανάκης Θηβαία / Ένας ανάπηρος στρατιώτης, Κωνσταντίνος Τσονόπουλος Θηβαία / Βαγγέλας, Στέλλα Κρούσκα Μυρίνη, Χριστόφορος Σταμπόγλης Πρόβουλος, Χρήστος Γεροντίδης Κινησίας, Κώστας Βενετσάνος Ένας βέρος Αθηναίος, Σάκης Καραθανάσης Λαϊκός τραγουδιστής, Θεολόγος Παπανικολάου Ιεροψάλτης, Σπύρος Πινκερίδης Κήρυκας, Δήμητρα Γαλάνη Θεά Αθηνά, Μαριλένα Μόσχου Κουκλάρα της Αθήνας, Μαρία Παπαδοπούλου Κουκλάρα της Αθήνας
Μουσικοί επί σκηνής Δημήτριος Ανδρεάδης πιάνο, μουσική διεύθυνση, ενορχήστρωση, Δημήτρης Κικλής πλήκτρα, Γιώργος Ταμιωλάκης βιολοντσέλο, ευφώνιο, Λάμπρος Παπανικολάου κόντρα μπάσο, Θεολόγος Παπανικολάου βιολί, Κοσμάς Κοκόλης κιθάρα, μπουζούκι, Νίκος Κατσίκης σολίστ (μαντολίνο, ισπανικό λαούτο, μπουζούκι)





















