
Για την παράσταση «Το φονικό της Ιζαμπέλας Μόλναρ», βασισμένη στο διήγημα του Δημήτρη Χατζή, σε σκηνοθεσία Στεφανίας Γουλιώτη στην Πειραιώς 260, στο Φεστιβάλ Αθηνών & Επιδαύρου. ©Γκέλυ Καλαμπάκα
Γράφει ο Νίκος Ξένιος
Είδα, στο Φεστιβάλ Αθηνών, τη δραματουργική προσαρμογή της Στεφανίας Γουλιώτη στο «Φονικό της Ιζαμπέλας Μόλναρ» του Δημήτρη Χατζή (από τη συλλογή Σπουδές, 1976): απεικόνιση της προσωπικότητας μιας ιδιοφυούς γλύπτριας, δυσπροσάρμοστης στην κοινωνική πραγματικότητα, μέσα από την πρωτοπρόσωπη αφήγηση ενός απλού λογιστή. Το πρόσωπο του αφηγητή εμφανίζεται ως ένα φανταστικό πρόσωπο και η κριτική του θέση εντάσσεται απολύτως μέσα στην αφήγηση, στα πλαστά γεγονότα και τις μορφές που την εμπνέουν. Μαζί με τη Στεφανία Γουλιώτη, επί σκηνής ο βραβευμένος ηθοποιός Φώτης Στρατηγός. Συνεργάτης στη δραματουργία ο Έκτορας Λυγίζος. Πρόσθετο κείμενο από τη Νεφέλη Μαϊστράλη.
Έλλογη οργάνωση σ’ έναν άλογο κόσμο
Ταπεινός, αυτοακυρούμενος και πιστός οπαδός της Γλυπτικής, ο αφηγητής (το alter ego του Δημήτρη Χατζή) συχνάζει στο εργαστήριο της γλύπτριας Ιζαμπέλας Μόλναρ και κάνει οδυνηρές διαπιστώσεις για την προσωπικότητά της, που έρχεται σε καταφανή αντίθεση με την υψηλή ποιότητα των έργων της: «Την παρακάλεσα μια φορά και μ’ άφησε να μετρήσω με τη μεζούρα τα μέρη του σώματος. Όλα του τα μετρήματα βγήκαν να δείχνουνε λαιμούς ψηλούς, χαμηλούς, κεφάλια, χέρια, πόδια μικρότερα ή μεγαλύτερα, ώμους στενότερους, πιο πλατιούς από το φυσικό – μια δυσαναλογία, δυσαρμονία του κάθε μέρους ξεχωριστά, για να καταλήξουν όλα μαζί στην θαυμαστήν αρμονία του όλου. Της το ‘πα – γέλασε. Είπε: "Αγαπητέ μου, εσείς το ξέρετε. Αυτό δεν είναι γυναίκα – είναι άγαλμα". Και χάρηκα τότε πάρα πολύ, μπορώντας να δυναμώσω την πεποίθησή μου πως το τελειωμένο έργο της τέχνης μετριέται μονάχα με τον εαυτό του και όχι πότε με κάποια μέτρα της φύσης ή κάποια μέτρα δοσμένα, πως η αλήθεια του βρίσκεται μέσα του – δε μετριέται με κανέναν άλλον τρόπο, με κανένα μέτρο».
![]() |
|
© Γκέλυ Καλαμπάκα |
Η Στεφανία Γουλιώτη καταπιάνεται με ένα αλληγορικό δραματουργικό υλικό, που όμως κατορθώνει να το δαμάσει, χειριζόμενη επί σκηνής τα προπλάσματα των έργων της από πηλό, υγραίνοντάς τα, μιλώντας τους σαν να είναι φυτά που τα ποτίζει: ένα πρωτογενές υλικό που το αγγίζει, το αγκαλιάζει, το φωτίζει με τον φακό, διαλέγεται μαζί του – τα προστάδια της τρέλας. Τα αγάλματά της αναδίδουν ήρεμη, γαλήνια αρμονία. Όμως «ο δημιουργός των έργων αυτών, η γυναίκα που τα ‘φκιανε ήταν από τη χειρότερη ανθρώπινη ποιότητα, την ευτελέστερη ανθρώπινη πάστα (...) Η Ιζαμπέλα Μόλναρ δεν ήταν ένα πρόσωπο ψυχρό κι αδιάφορο, αφοσιωμένο στο αγγελικό της έργο. Ούτε ένα πρόσωπο υστερικό, ανώμαλα υπερευαίσθητο. Ούτε από κείνα τα πρόσωπα που τα λέμε σατανικά – κάνουνε το κακό και το χαίρονται. (...) Ήταν απλούστατα μια γυναίκα πολύ χυδαία. Τα κατάφερνε κι ήτανε πάντα μπλεγμένη σε κάποιες διαφορές με όλους τους ανθρώπους που βρισκόντανε γύρω της – τους συγγενείς, τους γνωστούς, τους συναδέλφους, τους γυψάδες, τους μαρμαράδες που μπαίνανε στο εργαστήρι της, τη φτωχή γυναίκα που ερχόταν να καθαρίσει. Ατελείωτα τις μεγάλωνε αυτές τις διαφορές της, τις ανακάτευε, ξυπνούσε μ’ αυτές και τις συνέχιζε απ’ την περασμένη μέρα. Και βρισκότανε διαρκώς σ’ αυτή την αμάχη για πράματα τις περισσότερες φορές ολότελα ασήμαντα, ταπεινώνοντας τον εαυτό της».
Ο καλλιτέχνης ως λογοτεχνικός ήρωας
Η σκηνή μετατρέπεται σε τεράστιο εργαστήριο γλυπτικής με παραλλαγές της ίδιας, ερμαφρόδιτης ανθρώπινης φιγούρας και ο αφηγητής προσπαθεί να ερμηνεύσει την αλλόκοτη μεταστροφή της Ιζαμπέλας Μόλναρ, από τη στιγμή που, στα σαράντα χρόνια της, ο γάμος «οργανώνει» τη ζωή της. Τα αποτελέσματα είναι ολέθρια, καθώς η ψυχική της πορεία προς μια κάποια ευζωία ευθυγραμμίζεται με τον καλλιτεχνικό της καταποντισμό: «Είδα τα έργα της των δύο τελευταίων χρόνων – των χρόνων της καλής της ζωής, της τάξης, της ευτυχίας της. Πάνω σ’ όλα τους είδα -δεν χρειαζότανε να προσέξω- την ίδια διαταραχή των όγκων – δεν ισορροπούσαν. Στ’ ασκημένο -τι ασκημένο; ας το πω καλύτερα εξοικειωμένο- μου μάτι πέσαν αμέσως οι δυσαναλογίες στους άξονες, οι ανισορροπίες στη σύνθεση. Κάτι ξέφευγε από παντού. Οι σοφές, μυστικές εκείνες αντιστοιχίες των παλιών της έργων, δεν ήταν πια σε κανένα απ’ τα έργα των δύο αυτών χρόνων. Ακόμα χειρότερα, μια εκζήτηση -θελημένη ή αθέλητη- ερχόταν τώρα ν’ αντικαταστήσει τον ρυθμό των παλιών της έργων. Η αφαίρεση γινότανε τώρα αυθαιρεσία -δεν ήτανε στην εκτέλεση, στην κατασκευή, ήτανε πάνω στον άξονα- και μέναν όλα ξεκάρφωτα, αδικαιολόγητα».
![]() |
|
© Γκέλυ Καλαμπάκα |
Το έξοχο κείμενο του Χατζή υιοθετεί το στερεότυπο της bohème εκδοχής του καλλιτέχνη. Σύμφωνα με αυτό το κλισέ, η καλλιτέχνις ακολουθεί διαδρομή ζωής χαοτική, αντιστρόφως ανάλογη προς τη στέρεα δομημένη κατασκευή των γλυπτών της. Αντίθετα από αυτό που θα αναμενόταν από έναν αριστερών φρονημάτων συγγραφέα, ο αφηγητής τάσσεται υπέρ μιας νεοκλασικής αισθητικής (Καστρινάκη, Αγγέλα. Η φωνή του γενέθλιου τόπου. Μελέτες για την ελληνική πεζογραφία του 20ου αιώνα. Αθήνα, Πόλις, 1995 - «Το παράξενο φονικό της Ιζαμπέλας Μόλναρ ή ο εσταυρωμένος καλλιτέχνης.», Νέα Εστία, 1792, Ιανουάριος 2005, σσ. 58-72). Έντονα σεξιστικό («χυδαία, ζωώδικα αρπακτική, και ως γυναίκα άσχημη, αδιάφορη. Είταν απλούστατα έξω από τα σύμβολα που ξέρουμε, τα σημάδια, τα στοιχεία της ερωτικής έλξης, της ερωτικής ζωής»), το διήγημα αυτό του σπουδαίου μας διηγηματογράφου αφήνει την επίγευση μιας ζωής χαραμισμένης και το φάσμα μιας τέχνης infinito να πλανάται στον αέρα: η Στεφανία Γουλιώτη, με τη συνδρομή του Έκτορα Λυγίζου και της Νεφέλης Μαϊστράλη, παράγει ένα θεατρικό δρώμενο όλο δύναμη και σπαραγμό, που θα μείνει στα χρονικά του θεάτρου μας. Η ερμηνεία της αποδίδει την ενστικτώδη, ανεπεξέργαστη φύση μιας γυναίκας που δεν γνωρίζει θεωρητικά το έργο της αλλά το προσεγγίζει με μια ζωώδη, πρωτογενή φυσικότητα, λειτουργώντας «σαν όργανο μιας ανώτερης Μούσας». Με την ίδια φυσικότητα προσεγγίζει και τη ζωή ως φαινόμενο, εφόσον, έξι μήνες μετά τη συνάντησή της με τον αφηγητή, θα σκοτώσει τον άντρα της με ένα σφυρί: μια ιδιότυπη κάθαρση, που αποκαθιστά τον παλιό της εαυτό.
Σκηνοθεσία του πραγματικού: ουμανιστικός ρεαλισμός
Σιωπηρή στην ανάκριση, στο δικαστήριο για ανθρωποκτονία εκ προμελέτης, στην ανακοίνωση της ισόβιας κάθειρξής της και στη μεταφορά της σε ψυχιατρική κλινική, η Ιζαμπέλα Μόλναρ θα ανακτήσει την παλιά της ζωή «της αταξίας, της αντιδικίας με τους άλλους – μάλωνε μέρα και νύχτα με τις κρατούμενες και τους φύλακες, τους νοσοκόμους και τους τρελούς, τους γιατρούς…». Ο γιατρός της προτείνει ως θεραπευτική αγωγή ένα πρόχειρο εργαστήρι για γλυπτική με όλα τα χρειαζούμενα, σε μια πίσω αυλή, όπου θα περνά όλη της την ημέρα εφ’ όρου ζωής, κατασκευάζοντας γυναικείες φιγούρες από πηλό, τρεις ή τέσσερις ταυτόχρονα. Και, σ’ αυτό το χρονικό σημείο της αφήγησης, η σκηνοθέτις/πρωταγωνίστρια αξιοποιεί όλη την εκφραστική της γκάμα: ουρλιάζει με τον τρόπο της ψυχοπαθούς, σιωπά σε απρόσμενες στιγμές, έχει το απλανές βλέμμα του χαμένου ανθρώπου, υποφέρει πραγματικά και μεταδίδει στον θεατή αυτό το συναίσθημα. Κορυφαία η στιγμή κατά την οποία στρέφεται ενάντια στα πήλινα αγάλματα, καταστρέφοντάς τα ένα-ένα με ένα σφυρί πάνω σ’ ένα σχιζοφρενικό ξέσπασμα, και αφήνοντας μόνο το κεντρικό τεχνούργημά της, ένα άγαλμα σε σχήμα σταυρού στο κέντρο:
«Προτού προφτάσω να της κάνω αυτήν την επίσκεψη – το Σεπτέμβριο, ήρθε μια μέρα η βροχή. Ο πηλός άρχισε να μουλιάζει, τα νερά που τρέχαν γλύφανε τα προπλάσματα, οι γραμμές χανόντανε, τα κομμάτια του πηλού άρχισαν και ξεκολλούσαν. Έτρεξε φαίνεται στο μεσαίο τ’ άγαλμα και τ’ αγκάλιασε με τα μικρά της τα χέρια. Οι νοσοκόμοι που φτάσαν σε λίγο -την είδαν πεσμένη πάνω στ’ άγαλμα που γινόταν ένας σωρός από λάσπη- και το ξέσκιζε κι αυτή με τα νύχια της, ουρλιάζοντας άναρθρα. Τώρα ήταν πιο τρελή – είπε ο καθηγητής και τη βάλανε στο θάλαμο των ανιάτων. Σ’ ένα χρόνο πέθανε».
«Αγαπητέ μου, εσείς το ξέρετε: αυτό δεν είναι γυναίκα – είναι άγαλμα»
Ο Δημήτρης Χατζής χειρίζεται αρκετά επεξηγηματικά το αφηγηματικό του υλικό, οπότε εκ των πραγμάτων ο ρόλος του Αφηγητή είναι μια δύσκολη υπόθεση, την οποία ο Φώτης Στρατηγός φέρνει εις πέρας αρκετά ικανοποιητικά: «Χωρίς καθόλου ταλέντο για να ‘μαι δημιουργός και χωρίς ικανότητες ή γνώσεις ειδικές για να ‘μαι κριτής, θεωρητικός... Δεν όρισα εγώ τη ζωή μου, δεν είμαι γω που την έφκιασα, δεν είμαι απ’ αυτούς που τη φκιάνουνε τη ζωή τους». Πρόκειται για μια καλή ερμηνεία, που αποδίδει την ταπεινότητα και την έκσταση που νιώθει ο αφηγητής μπροστά στο Μεγάλο Έργο Τέχνης, επ’ ουδενί όμως είναι ισάξια της ερμηνείας της Στεφανίας Γουλιώτη. Παρά τη δυσκολία του να αποδώσει τη λεπταίσθητη ειρωνεία του κειμένου ανάμεσα στα ουρλιαχτά και το ρεσιτάλ σωματικής ερμηνείας της πρωταγωνίστριας, ο κύριος Στρατηγός κατορθώνει ορισμένες δραματικές κορυφώσεις, ιδιαίτερα στη σκηνή της βροχής, ακολουθώντας την έξοχη κινησιολογία της Αντωνίας Οικονόμου.
![]() |
|
© Γκέλυ Καλαμπάκα |
Το σύνολο του παραστασιακού γεγονότος είναι απόλυτα αρμονικό, με τις κατάλληλες κορυφώσεις, τη σωστή αξιοποίηση των εκφραστικών μέσων των δύο ηθοποιών και, πάνω απ’ όλα, με την υψηλή αισθητική της δημιουργικής ομάδας που συνέτεινε στο υψηλό αποτέλεσμα. Τα κοστούμια της Νίκης Ψυχογιού, με τις αντιθέσεις γαιωδών χρωμάτων και λευκού, πολύ λειτουργικά. Το απαιτητικό, επιβλητικό σκηνικό της Φιλάνθης Μπουγάτσου προϋποθέτει επιτελείο γλυπτών του πηλού στα παρασκήνια (Τζανέτος Κριτσέλης, Στέλλα Σταμούλη και επικεφαλής η γλύπτρια Ισμήνη Τσοφίδου), ενώ επικρατεί και μένει στα αυτιά του θεατή η υπέροχη μουσική του Γιώργου Πούλιου.
* Ο ΝΙΚΟΣ ΞΕΝΙΟΣ είναι εκπαιδευτικός, συγγραφέας και κριτικός θεάτρου.
Σκηνοθεσία – Δραματουργία Στεφανία Γουλιώτη
Κείμενο Δημήτρης Χατζής
Σύμβουλος δραματουργίας Έκτορας Λυγίζος
Συγγραφή πρόσθετου κειμένου Νεφέλη Μαϊστράλη
Μουσική – Ηχητικός σχεδιασμός Γιώργος Πούλιος
Κίνηση Αντωνία Οικονόμου
Σκηνικό Φιλάνθη Μπουγάτσου
Κοστούμια Νίκη Ψυχογιού
Σχεδιασμός φωτισμού Σάκης Μπιρμπίλης
Γλύπτρια Ισμήνη Τσοφίδου
Βοηθοί σκηνοθέτριας Αλέξανδρος Πάνου, Ηλιάνα Καλαδάμη
Live Video Ιγνάτιος Σκανδάλης, Θωμαΐς Τριανταφυλλίδου
Ηχοληψία Ηλίας Φλάμμος
Κατασκευή αντίγραφων αγαλμάτων Τζανέτος Κριτσέλης, Στέλλα Σταμούλη
Φωτογραφίες Γκέλυ Καλαμπάκα
Παίζουν Στεφανία Γουλιώτη, Φώτης Στρατηγός
Εκτέλεση παραγωγής Pop Productions - MeWe
























