
Για την παράσταση «Carcoma» της Λάιλα Μαρτίνεθ (Layla Martínez), σε σκηνοθεσία Αλεξίας Παραμύθα, στην Πειραιώς 260, στο πλαίσιο του Φεστιβάλ Αθηνών & Επιδαύρου. ©Tony Theodorakis
Γράφει ο Νίκος Ξένιος
Είδα, στο Φεστιβάλ Αθηνών, τη γενική πρόβα της παράστασης «Carcoma», σε έξοχη σκηνοθεσία Αλεξίας Παραμύθα, που βασίζεται στο ομώνυμο modern gothic βιβλίο της Λάιλα Μαρτίνεθ Σαράκι (μτφρ. Ασπασία Καμπύλη, εκδ. Carnivora). Στο «Carcoma» -«carcoma» στα Ισπανικά σημαίνει άγχος και βασανιστική ανησυχία, ενώ ο όρος αναφέρεται επίσης στην προνύμφη του σαρακιού που μολύνει το ακατέργαστο ξύλο- η Λάιλα Μαρτίνεθ επιστρατεύει την ατμόσφαιρα της μετα-φρανκικής Ισπανίας ακολουθώντας το ποιητικό θέατρο του Φεντερίκο Γκαρθία Λόρκα, με προφανείς επιρροές από το «Σπίτι της Μπερνάρντα Άλμπα». Επίσης, για το ελληνικό κοινό (και με τη δραματουργική παρέμβαση της Αλεξίας Παραμυθά και της Αργυρώς Βλαχοπούλου) υπήρχε μια συνεχής αίσθηση αναφοράς στην παπαδιαμαντική Φραγκογιαννού.
Ένα χαρμάνι από μεσογειακή macho βία και φεμινισμό
Πώς προκύπτει αυτός ο περίεργος συνδυασμός; Μα η θεματική του έργου αφ’ εαυτής παραπέμπει στο ζοφερό επαρχιακό σκηνικό μιας macho, κρυπτοφασιστικής Ισπανίας, γεμάτης ανομολόγητο τρόμο και μακάβρια περιστατικά ενδοοικογενειακής βίας. Κάποια στοιχεία μαγείας ενδοβάλλουν στο στοιχειωμένο σπίτι μιας πελώριας μητριαρχικής γιαγιάς, αντιπροσωπευτικής του καστιλιάνικου χωριού: εκεί υπάρχουν όλες οι προϋποθέσεις μικροτήτων, φθόνου, εγκληματικού μίσους, στερητικών συνδρόμων, βίας εκ μέρους των ανδρών, ακόμη και σαφείς ταξικές αναφορές που ανατρέχουν σε τέσσερις γενεές κακοποιημένων γυναικών. Πρόκειται για ένα κείμενο πλήρες, τολμηρό, αλλά και ιδιαίτερα νοσηρό. Ένα κείμενο φεμινιστικό, θηλυκρατές, καταγγελτικό, γεμάτο μισανδρικά συναισθήματα και εκδικητικό μένος.
Η αφηγήτρια του βιβλίου της Μαρτίνεθ (την υποδύεται με θαυμαστό τρόπο η Ανδρομάχη Μπάρδη) μιλά για τον νταβατζή παππού της και για τη γιαγιά της, που έπεσε θύμα των δικών του γλυκόλογων. Ο μαστροπός παππούς χτίζει ένα σπίτι για τη σύζυγό του και κληροδοτεί, ως στίγμα, το δικό του αμάρτημα στις γυναίκες της οικογένειάς του. Ακολουθεί ο Ισπανικός Εμφύλιος και το ζοφερό σπίτι όπου η μητέρα έμεινε μετά τον γάμο της: ένα σπίτι που, σαν εμψυχωμένο, την απομύζησε τελείως. Η μητέρα εξαφανίζεται στην εφηβεία της, πιθανό να έχει πέσει θύμα απαγωγής, αυτό δεν διευκρινίζεται. Η εγγονή προσπαθεί να αφηγηθεί επακριβώς τα γεγονότα, όμως η γιαγιά την διαψεύδει λέγοντάς μας: «είπε ψέματα στην αστυνομία και είπε ψέματα στον δικαστή και είπε ψέματα και σε εσάς».
Δεν αποκλείεται, βέβαια, η εξαπάτηση για την οποία την αιτιάται η στυγνή γιαγιά της να σχετίζεται με τον ρόλο που διαδραμάτισε η εγγονή στην εξαφάνιση του γιου της οικογένειας Χαράμπο, δηλαδή του αγοριού που φρόντιζε ως νταντά. Όταν η εγγονή δέχτηκε τη δουλειά της νταντάς στην οικία των Χαράμπο, η γιαγιά ήξερε πως το «σαράκι», αυτό το «καρκίνωμα», είχε αρχίσει ήδη να αναπτύσσεται: «αυτό το πράγμα είχε μεγαλώσει μέσα της όπως ακριβώς είχε μεγαλώσει και με τη μητέρα μου, όπως ακριβώς είχε μεγαλώσει και με μένα».

Η εξαφάνιση του αγοριού της πλούσιας οικογένειας, ακριβώς λόγω της ταξικής του υπεροχής έναντι των κοριτσιών, «μετράει» περισσότερο: «Αυτός ο κόσμος δεν φτιάχτηκε για να εξαφανιστούν αυτά τα παιδιά». Η νεότερη γενιά, περιλαμβανομένης σε κάποιο σημείο της κόρης, ονειρεύεται να ξεφύγει από την ταξική της μοίρα πηγαίνοντας στην Κουένκα για να εργαστεί ή στη Μαδρίτη για να σπουδάσει, αλλά γενικά μόνο τα «πλούσια παιδιά» βγαίνουν έξω. Το τοπικό σκάνδαλο παίρνει μεγάλη δημοσιότητα στα μέσα ενημέρωσης, αλλά το κορίτσι έχει αφεθεί ελεύθερο λόγω έλλειψης αποδεικτικών στοιχείων και έχει επιστρέψει στο σπίτι της γιαγιάς της. Aυτό το σπίτι που τη στοιχειώνει και την ίδια, όπως και όλες τις άλλες γυναίκες που πέρασαν από εκεί: «Eίμαστε εδώ από τότε, και εδώ θα μείνουμε μέχρι να σαπίσουμε και για πολύ καιρό μετά από αυτό».
Σκηνικά, κίνηση, κοστούμια: άρτια αισθητική
«Η γιαγιά μάς παρακολουθούσε από το πλατύσκαλο, παραμένοντας σιωπηλή, όπως και όλοι οι άλλοι»: μια εφηβεία χειραγωγημένη, αποτυπωμένη σε μια σειρά από πιάτα με μέλανα ζωμό αραδιασμένα στο πάτωμα. Μια φριχτή, κακοφορμισμένη σούπα ασυνάρτητων συστατικών, που μαγειρεύει από το πρωί ως το βράδυ στην κατσαρόλα της η τρελή γιαγιά. Η Ρεβέκκα Τσιλιγκαρίδου, στον ρόλο της γιαγιάς, ακολουθεί το γενικό πρόσταγμα κινησιολογίας, διαφοροποιώντας όμως την ερμηνεία της με εσωτερικό τρόπο. Η κίνηση, όπως φαντάζομαι, είναι διδαγμένη από την Αλεξία Παραμύθα βάσει των φωνητικών επινοήσεων της Chryssa Dom. Είναι το εξέχον γνώρισμα αυτής της παράστασης, ρυθμίζει τις αναπνοές βάσει κάποιων φωνημάτων ισπανικής προέλευσης: ήχων όπως cracracra και rarrarrarra, που υποδηλώνουν την υπόγεια διαβρωτική λειτουργία του «σαρακιού». Ουσιαστικών, τοποθετημένων σε ασύνδετο σχήμα, που επιτείνουν την ανησυχαστική αίσθηση: «τον πόνο της, την ενοχή της, τη θλίψη της, τα σωθικά της, σκίσιμο, δάκρυσμα, σχίσιμο». Σπαραγμάτων και αναγραμματισμών της λέξης agujero (α-γου-χέ-ρο: τρυπούλα, άνοιγμα, ρωγμή).,

Πέραν των έξοχων ερμηνειών των δύο βασικών χαρακτήρων, τα υπόλοιπα κορίτσια (Ελίνα Αντωνίου, Γαλάτεια Αγγέλη, Ελευθερία Σκουλάκη Λαζού, Δανάη Μερτζεμέκη και Έλμα Βλαστοπούλου) υποδύονται σιωπηρά και με σαφή κινησιολογική ομοιογένεια τις ανώνυμες στιγματισμένες προγονές, παράγοντας αισθητική αρμονία, στην ολοκλήρωση της οποίας συμβάλλουν ιδιαίτερα τα άρτια κοστούμια δεκαετίας ’30 της Ερνέστας Χατζηλεμονίδου. Υπέροχο εικαστικό στήσιμο της παράστασης από τον Αριστοτέλη Αρμάντο Μέμα, που εκτός από τα αμέτρητα λευκά πιάτα περιλαμβάνει μια μυστηριώδη γοητευτική ντουλάπα, κάποια σπασμένα σκαμνιά και κάποιες ξεχαρβαλωμένες καρέκλες που έχουν κυριολεκτικά «μπηχτεί» στον κορμό του μαγειρικού τραπεζιού, με τη βρυσούλα και την αναμένη φωτιά. Άρτιοι οι φωτισμοί του Τάσου Παλαιορούτα.
Οι πόρτες κλείνουν με δύναμη, τα έπιπλα μετακινούνται, τα αδικαίωτα φαντάσματα γραπώνονται από τα έπιπλα, το σπίτι είναι στοιχειωμένο από την πατριαρχική βία και την αδικία. Μια γυναίκα παγιδεύεται στα ανθυγιεινά σοκάκια του χωριού όπου μεγάλωσε, εκεί όπου οι φωνές και τα κουτσομπολιά, οι μικρότητες και η κατάφωρη αδικία της «κοινότητας» ηχούν σαν «σαράκι» και ροκανίζουν το σαρκίο των γυναικών: εξού και οι πολλές «τρύπες και τρυπούλες» που νιώθουν τα κορίτσια στο κορμί τους. Με μια υπνωτιστική αφήγηση που κινείται μεταξύ παρόντος και παρελθόντος, η συγγραφέας επιτρέπει σε κάποια στοιχεία μαγικού ρεαλισμού να παρεισφρήσουν στο κείμενο: εκτός από τις σκιές των νεκρών κοριτσιών και τις λαϊκές δοξασίες, ίσως να πλανώνται και οι φιγούρες κάποιων αγίων της καθολικής εκκλησίας.
Η σκηνοθέτις
Η πολλά υποσχόμενη Αλεξία Παραμύθα, απόφοιτος του Τμήματος Θεάτρου της Σχολής Καλών Τεχνών του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, συνεργάστηκε πέρυσι ως Β' βοηθός σκηνοθέτη με τον Μιχαήλ Μαρμαρινό στην παράσταση «ζ-η-θ, ο Ξένος», σε συμπαραγωγή του Κρατικού Θεάτρου Βορείου Ελλάδος (ΚΘΒΕ) και του Θεατρικού Οργανισμού Κύπρου (ΘΟΚ). Σκηνοθέτησε, επίσης, το «Πάτι και Ρόμπερτ», ένα έργο που εξιστορεί τη σχέση της Patti Smith με τον Robert Mapplethorpe.
* Ο ΝΙΚΟΣ ΞΕΝΙΟΣ είναι εκπαιδευτικός, συγγραφέας και κριτικός θεάτρου.
Σκηνοθεσία: Αλεξία Παραμύθα
Δραματουργική επεξεργασία: Αλεξία Παραμύθα, Αργυρώ Βλαχοπούλου
Πρωτότυπη μουσική σύνθεση και επί σκηνής κιθάρα: Χρήστος Παπαδόπουλος
Σκηνικά: Αριστοτέλης Αρμάντο Μέμα
Κοστούμια: Ερνέστα Χατζηλεμονίδου
Φωτισμοί: Τάσος Παλαιορούτας
Φωνητικές συνθέσεις: Chryssa Dom
Βοηθός σκηνοθέτιδος: Αργυρώ Βλαχοπούλου
Παίζουν: Ρεβέκκα Τσιλιγκαρίδου, Ανδρομάχη Μπάρδη, Ελίνα Αντωνίου, Γαλάτεια Αγγέλη, Ελευθερία Σκουλάκη Λαζού, Δανάη Μερτζεμέκη, Έλμα Βλαστοπούλου























