
Για την παράσταση του Φ. Σκοτ Φιτζέραλντ (F. Scott Fitzgerald) «Η κατάρρευση», σε σκηνοθεσία Γιώργου Σίμωνα, στο θέατρο Rabbit Hole.
Γράφει ο Νίκος Ξένιος
«Αν δεν έχεις αυτό που σου αρέσει, καλύτερα να σου αρέσει αυτό που έχεις»
Τζωρτζ Μπέρναρντ Σω
Στο θέατρο Rabbit Hole είδα την εξαιρετική μετάφραση, διασκευή και σκηνοθεσία του κειμένου Κατάρρευση του Φράνσις Σκοτ Φιτζέραλντ από τον Γιώργο Σίμωνα και την ομάδα Νοσταλγία. Ο κύριος Σίμωνας επιλέγει ένα δοκιμιακό/δημοσιογραφικού ύφους κείμενο και δημιουργεί μια σφιχτοδεμένη παράσταση: το θέμα της είναι η απόδοση του υπαρξιακού ιλίγγου που κατέλαβε τον Φράνσις Σκοτ Φιτζέραλντ στα τελευταία τέσσερα χρόνια της ζωής του, μιας κατάστασης γενικευμένης κρίσης (έμπνευσης, χαράς της ζωής, αισιοδοξίας, καριέρας, προσωπικών σχέσεων) που, σε συνδυασμό με τον αλκοολισμό, τον οδήγησε στον θάνατο, σε ηλικία 44 ετών. Το δραστικό αυτό κείμενο -που μοιάζει περισσότερο με κολάζ σκέψεων και μονολόγων, παραισθήσεων και φόβων, ανάμεικτων με εικόνες από μια περασμένη ζωή- τονίζει τη βαρύτητα της αυτοσυνειδησίας και της ειλικρινούς αναζήτησης νοήματος μέσα στην παραδοξότητα της ζωής: «Περιφρονητικός για την ανθρώπινη τρυφερότητα, εριστικός για τη σκληρότητα – μισώντας τη νύχτα που δεν μπορούσα να κοιμηθώ και μισώντας την ημέρα επειδή όδευε προς τη νύχτα».

Το Crack-up περιλαμβάνει τρία δοκίμια που είχε γράψει ο Φιτζέραλντ για το Esquire, τα οποία δημοσιεύθηκαν για πρώτη φορά το 1936 ("The Crack-Up" -"Pasting It Together" -"Handle With Care»). Μετά τον θάνατο του Φιτζέραλντ το 1940, ο Έντμουντ Γουίλσον τα συγκέντρωσε και τα επιμελήθηκε σε μια ανθολογία που στη συνέχεια δημοσιεύτηκε από τις εκδόσεις New Directions το 1945. Το βιβλίο περιλαμβάνει επίσης άλλα δοκίμια του Φιτζέραλντ και θετικές αξιολογήσεις του έργου του από τους Γκλένγουεϊ Γουέσκοτ, Τζον Ντος Πάσος και Τζον Πιλ Μπίσοπ, καθώς και επιστολές από την Γερτρούδη Στάιν, τον Τ. Σ. Έλιοτ και την Έντιθ Γουόρτον το 1925 που επαινούσαν το μυθιστόρημά του Ο υπέροχος Γκάτσμπι.
Η Κατάρρευση περιλαμβάνεται σε μια ανθολογία των εκδόσεων «Άγρα» με τίτλο Βαβυλώνα και άλλες ιστορίες: σε τόνο στοχαστικού δοκιμίου, ο Φιτζέραλντ παρομοιάζει το ψυχικό του crack up με πιάτο που ραγίζει: «Βεβαίως και ολόκληρη η ζωή είναι μια διαδικασία αποσυνθέσεως, αλλά τα χτυπήματα που κάνουνε τη φανερή ζημιά, τα δυνατά ξαφνικά χτυπήματα που έρχονται, ή τουλάχιστον έτσι δείχνουν, από τα έξω, αυτά τα οποία θυμάσαι και βλαστημάς και, σε στιγμές αδυναμίας, τα εξομολογείσαι στους φίλους σου, δεν εμφανίζουν τα αποτελέσματά τους αμέσως. Υπάρχει και ένα άλλου είδους χτύπημα, που έρχεται από τα μέσα, και το οποίο δεν αισθάνεσαι παρά μόνον όταν είναι πια πολύ αργά για να κάνεις κάτι, όταν συνειδητοποιήσεις τελεσίδικα ότι κατά κάποιον τρόπο δεν πρόκειται ποτέ να ξαναγίνεις τόσο καλός άνθρωπος όσο ήσουν. Το πρώτο είδος σπασίματος μοιάζει να γίνεται γοργά, το δεύτερο συντελείται σχεδόν χωρίς να το καταλάβεις μα το συνειδητοποιείς εξαιρετικά απότομα».
The Crack-Up
Ο Φιτζέραλντ νιώθει κουρασμένος. Φτιάχνει λίστες «με αρχηγούς ιππικού και ποδοσφαιριστές και πόλεις, δημοφιλή τραγούδια και ευτυχισμένες στιγμές, και χόμπι και σπίτια όπου έζησε και κοστούμια από τότε που έφυγε από τον στρατό και πολλά ζευγάρια παπούτσια που φόρεσε. Και λίστες με γυναίκες που του άρεσαν, και με τις φορές που είχε αφήσει τον εαυτό μου να τον περιφρονήσουν άνθρωποι που δεν ήταν καλύτεροι από αυτόν στον χαρακτήρα ή τις ικανότητες». Ξεχνά πως τηλεφώνησε στη γραμματέα του και της αποκάλυψε την έμπνευσή του για την «Curious case of Benjamin Button», την εφιαλτική ιστορία αυτού του ανθρώπου που, αντί να γερνά, γίνεται όλο και πιο νέος.

Παλιές σκέψεις και παραγκωνισμένα συναισθήματα συσκοτίζουν την αντίληψή του της πραγματικότητας, τον κάνουν επιθετικό, φοβικό, αντιμέτωπο με μια συνεχή αγρύπνια: «Για την ψυχή μου είναι πάντα 3:00 το πρωί, κάθε μέρα», γράφει. Και, κάπου αλλού: «Ας υποθέσουμε ότι αυτή δεν είναι μια ρωγμή μέσα μου-ας υποθέσουμε ότι είναι μια ρωγμή στο Γκραν Κάνυον. Επειδή, όμως, ο κόσμος υπάρχει μόνο στα μάτια μου, στην αντίληψή μου γι’ αυτόν, μπορώ να τον κάνω όσο μικρό ή όσο μεγάλω θέλω. Αν ποτέ ράγιζα, μα τον Θεό θα προσπαθούσα να κάνω κι όλον τον κόσμο να ραγίσει μαζί μου. Ο κόσμος υπάρχει μόνο μέσα από την προσωπική μου αντίληψη γι’ αυτόν, κι έτσι είναι πολύ καλύτερο να ισχυριστώ ότι δεν είμαι εγώ που έχω ραγίσει, αλλά το Γκραν Κάνυον» (ελεύθερη απόδοση, δική μου).
Το ραγισμένο πιάτο
Η δουλειά και η επιβίωση παίρνουν τη θέση της έμπνευσης, όσο δε για τη φωνή, το μάθημα φωνητικής που κάνει ο Σκοτ μαζί με τον μάνατζέρ του περιλαμβάνει σταθερότητα στους λαρυγγισμούς, υπερτονισμό των συμφώνων και αυτοπεποίθηση, έστω προσποιητή, που εκδηλώνεται με ένα συνεχές χαμόγελο. Μια παραγγελία ενός (υποτίθεται) ακριβού πιάτου από μια δευτεροκλασάτη τηλεοπτική εκπομπή τηλεμάρκετινγκ θα γίνει η αλληγορία της ψυχικής του κατάστασης: «Μερικές φορές το ραγισμένο πιάτο πρέπει να διατηρείται στο ντουλάπι. Δεν μπορεί ποτέ ξανά να ζεσταθεί στην κουζίνα ούτε να ανακατευτεί με τα άλλα πιάτα. Δεν θα το βγάλεις στο σερβίρισμα, αλλά θα είναι αρκετό για να φιλοξενεί κράκερ αργά το βράδυ ή να το βάζεις στην κατάψυξη κάτω από τα περισσεύματα».
Στην παράσταση «Η κατάρρευση» ο Σκοτ παραπονιέται ότι ο κόσμος δεν διαβάζει πια βιβλία και πως το μέλλον βρίσκεται στον κινηματογράφο. Ακολουθώντας αυτή την τάση ο αληθινός Φιτζέραλντ, μετά τα μέσα της δεκαετίας του ‘30 μετακόμισε στο Χόλιγουντ
Ο Σκοτ συνειδητοποιεί ότι η μόνη του επιλογή είναι να συνεχίσει να είναι συγγραφέας. Παράλληλα, όμως, αποφασίζει να πάψει να είναι ο ευγενικός, δίκαιος και γενναιόδωρος άνθρωπος που υπήρξε στο παρελθόν. Τώρα θα γίνει δύστροπος, απρόσιτος, ανθρωποφοβικός, μισάνθρωπος: «Δεν μου αρέσει πια ο ταχυδρόμος, ούτε ο μπακάλης, ούτε ο εκδότης, ούτε η σύζυγος του ξαδέρφου, και αυτή με τη σειρά της θα αρχίσει να με αντιπαθεί, έτσι ώστε η ζωή να μην είναι ποτέ ξανά πολύ ευχάριστη, και η πινακίδα Cave Canem (Προσοχή-Σκύλος) είναι κρεμασμένη μόνιμα ακριβώς πάνω από την πόρτα μου. Θα προσπαθήσω να είμαι ένα σωστό ζώο όμως, και αν μου πετάξετε ένα κόκκαλο με αρκετό κρέας, μπορεί ακόμη και να σας γλείψω το χέρι».
Ένα ίνδαλμα που καταρρέει
Στην παράσταση «Η κατάρρευση» ο Σκοτ παραπονιέται ότι ο κόσμος δεν διαβάζει πια βιβλία και πως το μέλλον βρίσκεται στον κινηματογράφο. Ακολουθώντας αυτή την τάση ο αληθινός Φιτζέραλντ, μετά τα μέσα της δεκαετίας του ‘30 μετακόμισε στο Χόλιγουντ, για να βγάζει τα προς το ζην ως σεναριογράφος. Ο σκηνοθέτης και σεναριογράφος Billy Wilder είχε παρομοιάσει τη συγκεκριμένη επαγγελματική στροφή του με εκείνην «ενός σπουδαίου γλύπτη που προσλαμβάνεται ως υδραυλικός».
Σε ύφος φιλμ νουάρ, η παράσταση του Γιώργου Σίμωνα αποδίδει εύστοχα τη φαντασιωσική παρουσία ανύπαρκτων νυκτερινών επισκεπτών και επινοημένων περιστατικών στη συνείδηση ενός ανθρώπου που βρίσκεται είτε υπό την επήρεια του αλκοόλ είτε υπό το κράτος μιας βαθειάς κατάθλιψης
Στο πλάι του Γιάννη Γιαννούλη, που δίνει τον καλύτερο εαυτό του στον πρωταγωνιστικό ρόλο του Σκοτ, η Σίσσυ Μαράθου στον ρόλο της Φράνσις κατορθώνει να πετύχει τη σταθερότητα παρουσίας και φωνής που απαιτεί ο ρόλος της κόρης του Φιτζέραλντ. O Αχιλλέας Βατρικάς, στον ρόλο του γκέι μάνατζερ Χάρολντ, δίνει μια νευρώδη, κινησιολογικά άρτια παρουσία. Ρεσιτάλ ερμηνευτικό από τον Μιχάλη Ζαχαρία στον ρόλο του επιστήθιου φίλου του, πυγμάχου Έντ (ο επιστήθιος φίλος του Φιτζέραλντ Έντμουντ Γουίλσον στην πραγματικότητα δημοσίευσε το έργο του μετά θάνατον). Ιδιότυπη αλλά ουσιαστική η παρουσία του Δημήτρη Μπαλασάκη στον ρόλο ενός Ραβίνου και μιας σερβιτόρας, καθώς και η ερμηνεία του ίδιου του Γιώργου Σίμωνα ως του άλλου Ραβίνου, που μιλάει άπταιστα Γεωργιανά. Η Ματίνα Περγιουδάκη υποδύεται την γραμματέα του Fitzgerald Σεσίλια, με την υποτιθέμενη αναπηρία στο πόδι: η προσωπική της προσέγγιση του δύσκολου αυτού ρόλου προικίζει την παράσταση με μυστήριο και ενδιαφέρον. Αξέχαστη, δε, θα μου μείνει η εξωστρεφής, δυναμική ερμηνεία της Ιφιγένειας Γρίβα στον ρόλο της διεφθαρμένης βιβλιοκριτικού Σέιλα Γκράχαμ, που στην πραγματικότητα υπήρξε και η τελευταία ερωτική σύντροφος του Φιτζέραλντ, τότε που πια η ζωή του είχε μετατραπεί σε σκοτεινό εφιάλτη.

Σε ύφος φιλμ νουάρ, η παράσταση του Γιώργου Σίμωνα αποδίδει εύστοχα τη φαντασιωσική παρουσία ανύπαρκτων νυκτερινών επισκεπτών και επινοημένων περιστατικών στη συνείδηση ενός ανθρώπου που βρίσκεται είτε υπό την επήρεια του αλκοόλ είτε υπό το κράτος μιας βαθειάς κατάθλιψης. Οι φωτισμοί του Γιώργου Βλαχονικολού και η μουσική της Τώνιας Ράλλη ενισχύουν τη σουρρεαλιστική προσέγγιση του σκηνοθέτη. Ιδιαίτερη μνεία θέλω να κάνω στα σκηνικά αντικείμενα που επέλεξε ο ίδιος ο κύριος Σίμωνας, μια σειρά από έπιπλα προσεκτικά τοποθετημένα στον χώρο και κατάλληλα μετακινούμενα για τις επιμέρους σκηνές, καθώς και στα φωτιστικά και στην παράπλευρη, ιδιότυπα φωτισμένη «περιοχή» όπου τοποθετεί τις υποσυνείδητες παρουσίες των σημαντικών ανθρώπων της ζωής του Σκοτ, εξασφαλίζοντας ένα ονειρικό ύφος.
*Ο ΝΙΚΟΣ ΞΕΝΙΟΣ είναι εκπαιδευτικός, συγγραφέας και κριτικός θεάτρου.
Ταυτότητα παράστασης
Διασκευή – σκηνοθεσία – σκηνογραφία: Γιώργος Σίμωνας
Κοστούμια: Δήμητρα Λιάκουρα
Φροντιστήριο: Ηώς Αντωνοπούλου
Μουσική: Τώνια Ράλλη
Φωτισμοί – Video: Γιώργος Βλαχονικολός
Προβολές – Video mapping: Ελεάννα Γιασεμή, Παναγιώτης Λαμπής
Τίτλοι Video: Παναγιώτης Λαμπής
Ειδικά εφέ: Αλέξανδρος Λόγγος
Graphic Design: Ηλίας Πανταλέων
Φωτογραφία: Μαρία Τούλτσα
Δάσκαλος Γεωργιανών: Λουκάς Τριανταφυλλίδης
Βοηθός σκηνοθέτη: Όλγα Ζιάζιαρη
Βοηθός ενδυματολόγου & αντικειμένων: Γιάννης Τσούχλος
Κατασκευή σκηνικού: Sickmyduck.lab
Φωτιστικές κατασκευές: Γιώργος Βλαχονικολός, Γιώργος Ιεραπετρίτης
Ηχογραφήσεις – Sound Design: Socos
Χειρισμός φωτισμού – ήχου – προβολών: Ελεάννα Γιασεμή, Γιώργος Βλαχονικολός
Επικοινωνία: Χρύσα Ματσαγκάνη
Social Media: Χρύσα Παριανού
Οργάνωση παραγωγής: Ιωάννα Μακαβέι
Μια παραγωγή της ομάδας Νοσταλγία
Ηθοποιοί: Γιάννης Γιαννούλης (Σκοτ), Ματίνα Περγιουδάκη (Σεσίλια), Ιφιγένεια Γρίβα (Σέιλα), Σίσσυ Μαράθου (Φράνσις), Αχιλλέας Βατρικάς (Χάρολντ), Μιχάλης Ζαχαρίας (Εντ), Δημήτρης Μπαλασάκης (Ραβίνος 1, σερβιτόρα), Γιώργος Σίμωνας (Ραβίνος 2)
Ηθοποιοί ηχογραφήσεων – γυρισμάτων: Ηώς Αντωνοπούλου, Γιάννης Γιαννούλης, Όλγα Ζιάζιαρη, Ματίνα Περγιουδάκη, Τώνια Ράλλη, Γιώργος Σίμωνας, Socos, Γιώργος Τζαβάρας






















