
Για την ταινία του Σανγκ-ιλ Λι «Εθνικός θησαυρός», που προβάλλεται αυτές τις μέρες στους κινηματογράφους.
Γράφει ο Θόδωρος Σούμας
Το εξαιρετικό φιλμ «Εθνικός θησαυρός» (2025) του Σανγκ-ιλ Λι, μια χειμαρρώδης τρίωρη σάγκα, μία από τις καλύτερες ταινίες της χρονιάς, έγινε πολύ μεγάλη επιτυχία στην Ιαπωνία. Πρόκειται για μια δραματική, καλλιτεχνική ταινία πάνω στη γιαπωνέζικη τέχνη του καμπούκι. Μια λαϊκή, ζωηρή και στυλιζαρισμένη θεατρική τέχνη που ξεκίνησε την πορεία της από παλιά, από το 1600, βασισμένη στην υποκριτική, τον χορό, τις κινήσεις, το τραγούδι, τα πολύχρωμα, περίτεχνα κουστούμια, το έντονο μακιγιάζ, τα απαθή πρόσωπα, τις μικρές χειρονομίες και τον χορό. Λίγο αργότερα, επειδή ξέσπαγαν καβγάδες σε ένα άσεμνο, μικτό διαφυλετικό περιβάλλον, απαγορεύτηκε το να υποδύονται ρόλους οι γυναίκες και αντικαταστήθηκαν από άντρες.

Ο πενηνταδυάχρονος Σανγκ-ιλ Λι, γιαπωνέζος σκηνοθέτης κορεατικής καταγωγής, έχει γυρίσει 11 ταινίες, μεταξύ των οποίων δράματα, κοινωνικά, αστυνομικά, κωμωδίες, crime movies κι επιστημονική φαντασία και δύο τηλεοπτικές σειρές. Η ταινία «Εθνικός θησαυρός» έχει σαν αντικείμενό της τρεις τέσσερις αντρικούς χαρακτήρες ηθοποιών του καμπούκι, τις ψυχολογικές και συναισθηματικές σχέσεις και καταστάσεις τους, την αφιερωμένη στο καμπούκι οικογένεια-σχολή τους και τη γόνιμη, πλούσια σχέση και σύγκρουση ζωής και τέχνης. Η τέχνη του καμπούκι απαιτεί σύμφωνα με τη μυθοπλασία -που εκκινεί το 1964 και διαρκεί δεκαετίες ολόκληρες- τερατώδη, σκληρή πειθαρχία, μεγάλη προσοχή στις λεπτομέρειες, τελειότητα κινήσεων και χορού των ηθοποιών, ταλέντο και θυσίες, φοβερή αφοσίωση, πάθος, πάρα πολλή δουλειά, σεβασμό στην παράδοση και ελεγχόμενη φλόγα, αυτά που επιδεικνύουν ο γεροδάσκαλος και αρχιηθοποιός Χανάι (τον υποδύεται ο ώριμος Γουατανάμπε) και οι δύο νεαροί ηθοποιοί του που υποδύονται γυναίκες· ο γιος του και ο μαθητευόμενός του, δυο βασανισμένοι καλλιτέχνες, που σταδιακά γίνονται καρδιακοί φίλοι, ανταγωνιστές, αντίπαλοι, μα και συνάδελφοι, συνεργάτες.

Η φιλμική μυθοπλασία, μια συνταρακτική τοιχογραφία γύρω από τη συγκεκριμένη παραδοσιακή θεατρική τέχνη, αφηγείται το χρονικό της μαθητείας, της ανόδου του ενός και της πτώσης του άλλου, που ακολουθείται από την αντίστροφη πορεία, την επάνοδο του γιου και τον καταποντισμό του υιοθετημένου μαθητευόμενου. Μέχρι που κατορθώνουν να ξανασταθούν μαζί, αγαπημένοι, στη σκηνή, ισότιμοι συνεργάτες. Να τονίσουμε πως σύμφωνα με τη μυθοπλασία -και ένα εξαιρετικό σενάριο με διακλαδώσεις, απρόοπτα, εντάσεις, επαναφορές και κορυφώσεις- το θέατρο (και η σχολή) του μεγάλου δάσκαλου είναι δημοφιλέστατο, αγαπητό από τον κόσμο και τους θεατές, ενταγμένο σε μια λαοφιλή παράδοση παραστάσεων καμπούκι, θέατρο ιεροτελεστικό και σχεδόν ιερό. Οι συνεχόμενες παραστάσεις δείχνουν επίπονες, εξωτικές, λυτρωτικές και φαντασμαγορικές. Το σενάριο βασίζεται στο μυθιστόρημα του συγγραφέα Σουίτσι Γιόσιντα.
Μας παρουσιάζει τη διαδικασία μέσα από την οποία μια τέχνη που υπηρετείς πιστά για όλη σου τη ζωή, μπορεί να σε καταστρέψει.
Μέσα σε αυτό τον ιερατικό και συμβολικό χώρο της θεατρικής τέχνης, που συνοδεύεται από γιαπωνέζικη μουσική και υπέροχους, ιδιαίτερους χορούς, γεννιούνται ιεραρχικές σχέσεις των δασκάλων με τους νέους μαθητές (οι οποίοι υποδύονται γυναίκες) και σχέσεις των δύο μαθητών μεταξύ τους, στις οποίες υπολανθάνει ένας κρυμμένος διακριτικά, ομόφυλος ερωτισμός. Η συχνή μεταμφίεση των ηθοποιών σε γυναίκες φέρνει στο νου του θεατή την ανδρόγυνη παρενδυσία. Ο Όσιμα θα είχε φτιάξει, χωρίς αμφιβολία, με αυτό το υλικό και το σενάριο, όχι μόνο ένα πολύ καλό φιλμ, μα -υποθέτω- ένα αριστούργημα ερωτισμού και αναφοράς στην τέχνη, στους κανόνες της ιαπωνικής παράδοσης και της αυστηρής ιεραρχίας και στην ομοφυλοφιλία (βλέπε τα φιλμ του «Ταμπού», 1999, και «Καλά Χριστούγεννα, κύριε Λόρενς», 1983).
Ο Σανγκ-ιλ Λι κεντά διακριτικά τα ζητήματα ταυτότητας και την υπόγεια ομοφυλόφιλη έλξη και φόρτιση των ηρώων του, συν ενός άλλου, ενός γερασμένου δασκάλου-ηθοποιού που τον χαρακτηρίζουν «κυρία», δηλαδή γκέι. Ο σκηνοθέτης μάς εκθέτει και τη φιλία, την αγάπη, τον σκληρό ανταγωνισμό των δύο νέων φίλων, τον φθόνο, τη συναδελφικότητα στην πιστή, φανατική υπηρεσία του καμπούκι και τη σημαντικότατη παιδαγωγική σχέση δασκάλου-μαθητών. Μας παρουσιάζει τη διαδικασία μέσα από την οποία μια τέχνη που υπηρετείς πιστά για όλη σου τη ζωή, μπορεί να σε καταστρέψει.

Μέσα από την εικαστική αισθητική, την καλλιγραφική σκηνοθεσία, τη δεξιοτεχνική, στιβαρή αφήγηση και την άλλοτε αυξομειούμενη κι άλλοτε κλιμακούμενη δραματουργία, ξεπηδούν η αρμονία, η μεγάλη ενέργεια, η ανείπωτη ομορφιά και η συγκίνηση. Θα μπορούσαμε να πούμε, απλοποιώντας βάρβαρα μέσα από μια σχηματικότατη δυτικότροπη οπτική, πως το σύνολο μοιάζει με γιαπωνέζικο, παραδοσιακό μιούζικαλ. Θυμίζει, ακόμη, το κινέζικο «Αντίο παλλακίδα μου», ωραίο φιλμ φορτισμένο με ομοφυλόφιλες ορμές, του Κάιγκε.
*Ο ΘΟΔΩΡΟΣ ΣΟΥΜΑΣ είναι συγγραφέας και κριτικός κινηματογράφου. Τελευταίο του βιβλίο, «Ο έρωτας στο σινεμά» (εκδ. Αιγόκερως).






















