
Για την ταινία του Πολ Τόμας Άντερσον (Paul Thomas Anderson) «Μια μάχη μετά την άλλη», η οποία προβάλεται αυτές τις μέρες στις κινηματογραφικές αίθουσες.
Γράφει ο Θόδωρος Σούμας
Είδα το πολύ καλό τελευταίο φιλμ του Πολ Τόμας Άντερσον «Μια μάχη μετά την άλλη», μια επίκαιρη, σατιρική, πολιτική αμερικανική ταινία που θέτει ένα σωρό ζητήματα σχετικά με τον πολιτικό, εμφύλιο διχασμό στις ΗΠΑ μεταξύ δεξιών και αριστερών, διχασμό παλιότερο, αλλά κυρίως σημερινό. Το φιλμ έχει ένα πρώτο κομμάτι σχετικό με τη δράση μια αριστερίστικης τρομοκρατικής οργάνωσης, της French 1975, το οποίο μας εισάγει τα βασικά πρόσωπα και είναι κινηματογραφημένο κλασικά και χωρίς χιούμορ. Αργότερα, δεκαέξι χρόνια μετά, όπου παρακολουθούμε τα πρόσωπα στη σημερινή χαώδη κατάστασή τους, υπεισέρχονται οι κινηματογραφικές διαστάσεις που απογειώνουν το φιλμ και το κάνουν εξαιρετικό: Το χιούμορ, η τρέλα, το χάος, η κοινωνικοπολιτική φάρσα, ο παραλογισμός της κοινωνίας και των κοινωνικών δεδομένων και δρώμενων!
Ας τα ξαναπιάσουμε από την αρχή. Ο Μπομπ (πολύ καλός κι εμπνευσμένος ο Λεονάρντο Ντι Κάπριο) και η μαύρη Περφίντα, παθιασμένο ζευγάρι, δρουν στα πλαίσια μιας εξτρεμιστικής ένοπλης ομάδας αντάρτικου πόλεων. Τους καταδιώκει ο μιλιταριστής συνταγματάρχης Λόκτζο (καταπληκτικός ο Σον Πεν), ο οποίος ποθεί και συνουσιάζεται με την Περφίντια, εκβιάζοντάς την. Στον ενεστώτα χρόνο της αφήγησης, ο Λόκτζο προσπαθεί να συλλάβει τα απομεινάρια της οργάνωσης και μεταξύ αυτών κυρίως τον looser Μπομπ και την δεκαεξάχρονη κόρη του, που στην πραγματικότητα είναι παιδί δικό του και της Περφίντα… Συμβαίνουν διάφορα αλλοπρόσαλλα, κωμικοτραγικά, περιπετειώδη και πολιτικά συμβάντα που ο Πολ Τόμας Άντερσον περιγράφει με πολλή ενέργεια, δυναμισμό, ρυθμό, έντονο μοντάζ και δύναμη εικόνων.

Από την αρχή του φιλμ είναι φανερή η κριτική ματιά του Αμερικανού σκηνοθέτη, που αμφισβητεί και υπονομεύει την κατεστημένη αμερικανική κοινωνία και τη ροπή της προς τον αυταρχισμό και την άκρα δεξιά (σαφείς αναφορές στο τραμπικό παρόν). Το βλέμμα του είναι κριτικό και περιγελαστικό και ως προς την ακραία, αντισυστημική, γραφική και ρομαντική αριστερά και τις γελοιότητές της, αν και δείχνει συμπάθεια προς την αγνότητά της. Το όλον εξελίσσεται προς ένα ασυμμάζευτο χάος συγκρούσεων, φυγών, κρυψιμάτων και κυνηγητών, τρελών τρεχαλητών, πυροβολισμών, μαχών σχεδόν σώμα με σώμα.
Το βλέμμα του είναι κριτικό και περιγελαστικό και ως προς την ακραία, αντισυστημική, γραφική και ρομαντική αριστερά και τις γελοιότητές της, αν και δείχνει συμπάθεια προς την αγνότητά της.
Η ταινία αποτελεί ελεύθερη μεταφορά του μυθιστορήματος του Τόμας Πίντσον, «Vineland». Το 2014 ο Πολ Τόμας Άντερσον σκηνοθέτησε για πρώτη φορά μια διασκευή έργου του Πίντσον, το «Έμφυτο ελάττωμα», με σπουδαία αποτελέσματα. Ας αναφέρουμε μερικές άλλες σημαντικές ταινίες του Άντερσον: «Ξέφρενες νύχτες» (1997), «Μανόλια» (1999), «Χτυπημένος από έρωτα» (2002), «Θα χυθεί αίμα» (2007), «The Master» (2012), «Αόρατη Κλωστή» (2017), «Πίτσα γλυκόριζα» (2021). Ο Πολ Τόμας Άντερσον περιγράφει συχνά τον αμερικάνικο κόσμο των ψευδαισθήσεων, του «αμερικάνικου ονείρου», των προσδοκιών, αλλά και των ανθρώπων που αφήνονται και χάνονται σ' αυτές.
Ο σκηνοθέτης αναδεικνύει κινηματογραφικά στο «Μια μάχη μετά την άλλη» το παράλογο της κοινωνίας και της ζωής. Στήνει με ένταση, μαύρο χιούμορ και φιλμική ισχύ και πειθώ, μια παρωδία του αμερικάνικου κοινωνικοπολιτικού βίου, μια φάρσα, μια πολιτική σάτιρα με βιτριολική, σαρδόνια κωμική αύρα.

Θίγει όμως εν παρόδω και πολλά άλλα θέματα: το τι σημαίνει να είσαι γονιός, την πατρότητα, τα οικογενειακά μυστικά, τον έρωτα και το σεξ, τα ναρκωτικά, το μεταναστευτικό (μετ’ επιτάσεως), τον ρατσισμό, το αμερικάνικο κατεστημένο και το αυταρχικό κράτος, τη ρατσιστική ακροδεξιά και το παρακράτος, την αντιπολίτευση, την άκρα, επαναστατική αριστερά και την αντίστασή της, τον ακραίο επαναστατικό ρομαντισμό και τις ψευδαισθήσεις του. Αντιμετωπίζει τα πολιτικά θέματα με σκωπτικό, αποδομητικό τρόπο, κάθε άλλο παρά δογματικά. Η πολιτική σκέψη και ματιά του είναι ειρωνική, σύνθετη, πλούσια και όχι απλουστευτική, με κάποια χροιά τρυφερότητας.
Η φιλμική και αφηγηματική φόρμα της ταινίας μετά την πρώτη, περιγραφική ενότητα, παίρνει φωτιά. Τα ιλιγγιώδη ψαξίματα του Μπομπ και του συνταγματάρχη, οι συνωμοσίες, οι καταδιώξεις και οι επικίνδυνες διαδρομές ανθρώπων και αυτοκινήτων πέφτουν σαν αλλεπάλληλοι κεραυνοί κι αστραπές.

Το «Μια μάχη μετά την άλλη» βρίθει σκηνοθετικών επιτευγμάτων. Θα αναφέρουμε μόνο το εκπληκτικά σκηνοθετημένο τριπλό κυνηγητό αυτοκινήτων στις ανηφόρες και κατηφόρες στην ύπαιθρο. Τρία αυτοκίνητα κυνηγούν το ένα το άλλο έτσι ώστε οι ανηφόρες του αυτοκινητόδρομου κρύβουν την ορατότητα του άλλου αυτοκινήτου που βρίσκεται στην κατηφόρα. Το ντεκουπάζ των πλάνων και το αντίστοιχο μοντάζ είναι ένα αριστούργημα αντίστοιχο του Χίτσκοκ…
* Ο ΘΟΔΩΡΟΣ ΣΟΥΜΑΣ είναι συγγραφέας και κριτικός κινηματογράφου. Τελευταίο του βιβλίο, «Ο έρωτας στο σινεμά» (εκδ. Αιγόκερως).






















