
Για τη συναυλιακή εκδοχή της όπερας Einstein on the Beach των Φίλιπ Γκλας και Μπομπ Ουίλσον που παρουσιάζεται από το Φεστιβάλ Αθηνών. Εικόνα: Η Σούζαν Βέγκα.
Γράφει ο Νίκος Ξένιος
Στο άνοιγμα του φετινού Φεστιβάλ Αθηνών και Επιδαύρου είχα την τύχη να παρακολουθήσω στην Πειραιώς 260 μια συναυλιακή εκδοχή της εμβληματικής αντι-όπερας Einstein on the Beach των Φίλιπ Γκλας και Μπομπ Ουίλσον, σε ερμηνεία του μουσικού συνόλου Ictus Ensemble, της χορωδίας Collegium Vocale Gent (Γάνδης) και της τραγουδίστριας Σούζαν Βέγκα: αυτή η κάπως απλουστευμένη εκδοχή της πρωτοποριακής αυτής όπερας του προηγούμενου αιώνα δεν περιλαμβάνει σκηνική δράση, αλλά αναθέτει το αγγλόφωνο λιμπρέτο στην υποβλητική φωνή μιας ερμηνεύτριας με εκλεπτυσμένη αμερικανική προφορά.
Το Einstein on the Beach είχε κάνει πρεμιέρα στο φεστιβάλ της Αβινιόν, το 1976, και έφτασε να ανέβει μέχρι και στη Metropolitan της Νέας Υόρκης. Είναι μια βιογραφία χωρίς αφήγηση, διότι κατ’ουσίαν βιογραφεί τον προηγούμενο αιώνα, αποδεσμεύοντας τον ακροατή/θεατή από το συγκεκριμένο ιστορικό πρόσωπο. Το κείμενο (λιμπρέτο) φαντάζει τελείως διαφοροποιημένο από τη μουσική, η δε θεματική του δεν γίνεται αντιληπτή κατά τη διάρκεια της παράστασης, καθώς δεν υπάρχουν υπέρτιτλοι. Η συναυλία επιστρατεύει ελάχιστα σκηνικά props και κοστούμια, η σκηνογραφία είναι απολύτως αφαιρετική και απομένουν μόνο οι ωραίοι φωτισμοί ώστε να μιλά κανείς για «ημι-σκηνοθετημένη» παράσταση. Για τρεισήμισι ώρες τραγουδιούνται αριθμοί και ρυθμοί και απαγγέλλεται ένα φαινομενικά χωρίς νόημα κείμενο (ή, ακριβέστερα: ένα κείμενο με αλληγορικό, κρυπτικό νόημα): κρίνοντας από το ακατανόητο λιμπρέτο που δόθηκε από την παραγωγή, το θέμα της αφήγησης μόνον ακροθιγώς συνδέεται με τον Αϊνστάιν.
Ο Φίλιπ Γκλας εξηγεί ότι η κατανόηση του λιμπρέττο δεν είναι απαραίτητη ώστε ο θεατής να «αφεθεί» στην απόλαυση του ήχου (Φίλιπ Γκλας, «Σημειώσεις: Einstein on the Beach». Performing Arts Journal 2, αρ. 3, 1978). «Όπως η καντάτα και η φούγκα, το έργο λειτουργεί με συνδυασμούς σκέψεων που επαναλαμβάνονται σε παραλλαγές», συμπληρώνει ο Μπομπ Ουίλσον.
Με τα λόγια του Bob Wilson
Χρειάστηκε να παρακολουθήσω συνέντευξη του Ουίλσον για να κατανοήσω τον τρόπο οργάνωσης αυτής της όπερας. Το έργο αποτελείται από τέσσερις Πράξεις, κατά τη διάρκεια των οποίων επαναλαμβάνονται τρία βασικά μουσικά θέματα, με την εξής διάταξη:
Πράξη I: μουσικά θέματα Α και Β
Πράξη ΙΙ: μουσικά θέματα Γ και Α
Πράξη ΙΙΙ: μουσικά θέματα Β και Γ και
Πράξη IV: μουσικά θέματα Α, Β και Γ μαζί.
Κατά τη γνώμη του , αυτή είναι μια απλή και παραδοσιακή δομή όπερας, με ένα κεντρικό θέμα και τις παραλλαγές του. Στις δικές του σκηνικές δημιουργίες κεντρική θέση είναι πως δεν υπάρχουν σιωπές (κατά τις σιωπές διακρίνεις/παράγεις ήχο), ούτε ακινησίες (κατά την ακινησία γεννιέται η κίνηση): και με βάση αυτήν την αντίληψη η αρχική παράσταση, πενήντα χρόνια πριν, περιλάμβανε και τη χορογραφία της διάσημης χορογράφου Lucinda Childs. Το λιμπρέτο είχε γραφεί στο μεγαλύτερο μέρος από τον 13χρονο Christopher Knowles, έναν αμερικανό ποιητή και καλλιτέχνη διεγνωσμένο με εγκεφαλική βλάβη με τον οποίο συνεργαζόταν ο Ουίλσον, ενώ στην αρχική παράσταση είχε επιστρατευθεί και ο ηθοποιός Samuel Johnson.

Η ονειρική αφήγηση οργανώνεται κυρίως μέσα από πέντε «knee plays»: ιδιότυπα entr’actes εσωτερικού μονολόγου που λειτουργούν ως «σκηνική στίξη» ή ως ιντερλούδια ανάμεσα στις Πράξεις. Για παράδειγμα, το knee play 4 περιέχει ένα θέμα που παίζεται από σόλο βιολί, με ένα πρόσθετο θέμα για χορωδιακές φωνές: όμως το ίδιο μουσικό θέμα το ακούμε νωρίτερα, στην Πράξη 1, Σκηνή 1. Αντίστοιχα, στο τέλος του knee play 4, τα αρχικά μουσικά θέματα επανέρχονται, σε πιο σύνθετη μορφή. Αυτός ο μετασχηματισμός τεσσάρων βασικών θεμάτων μιας απλής συγχορδίας είναι πολύ σημαντικός (Susan Flakes, “Robert Wilson’s “Einstein on the Beach”.” The Drama Review: TDR 20, no. 4, 1976). Παράλληλα, η χορωδία τραγουδά τους αριθμούς ή τα ονόματα από τις νότες (ντο σο φα, ντο ρε μι, ντο σο ντο σο φα και πάλι από την αρχή), μετρώντας μέχρι το 4, μέχρι το 6 και μετά μέχρι το 8. Πρόκειται για μια μελέτη πάνω στον χρόνο και στη σχέση του με το διάστημα, όπως φαίνεται από την καντέντσα του τέλους (Craig Owens, “Einstein on the Beach’: The Primacy of Metaphor.” October 4, 1977).
Μια προσπάθεια ερασιτεχνικής προσέγγισης του έργου
Η σύνθεση αποτελείται αποκλειστικά από μουσικές δομές που ο Glass τις χαρακτήρισε «επαναλαμβανόμενες». (Timothy A. Johnson, “Minimalism: Aesthetic, Style, or Technique?” The Musical Quarterly 78, αρ. 4, 1994). Ο συνθέτης πειραματίστηκε παρεκκλίνοντας των αισθητικών συμβάσεων της παραδοσιακής όπερας και εγκαινίασε έναν καινοτόμο, πρώιμο όμως και ανεπεξέργαστο μινιμαλισμό. Κάθε επιμέρους μουσική δομή του έργου διαρκεί ελάχιστα (ένα μέτρο συνήθως) και επαναλαμβάνεται πολλές φορές. Στο ξεκίνημα ακούμε μιαν επαναλαμβανόμενη εισαγωγή από τρεις νότες που παίζονται από το συνθεσάιζερ και που σύντομα εξελίσσονται σε αρμονική ακολουθία συγχορδιών.

Και, ναι μεν, η σύνθεση δίνει την εντύπωση της πολυπλοκότητας, στην πραγματικότητα όμως υπάρχει από πίσω πολύ απλή και συγκεκριμένη δομή. Η χορωδία τραγουδά από το ένα έως το οκτώ και αυτή η «νουμερική» εκφορά αντικαθιστά, τρόπον τινά, το σολφέζ: αυτό συνοδεύει το κείμενο, για παράδειγμα στο σημείο όπου η Σουζάν Βέγκα επαναλαμβάνει 43 φορές τη φράση: «Βρισκόμουν σε αυτό το πρόωρα κλιματιζόμενο σούπερ μάρκετ».... Κάθε δομή μεταβάλλεται σταδιακά με προσθήκη ρυθμών ή νοτών, αλλά οι περισσότερες από αυτές τις προόδους είναι τόσο ανεπαίσθητες που μπορεί να περάσουν απαρατήρητες από το μη εκπαιδευμένο αυτί. Eίναι γοητευτικό να αντιλαμβάνεσαι αναφορές σε γνωστά σου μουσικά κομμάτια, όπως το «I feel the Earth move under my feet» καθώς, παρά την εκ πρώτης όψεως εκνευριστική επανάληψη, σταδιακά «βουλιάζεις» στη μαγεία του ρυθμού και την αρμονία των φωνών και κερδίζεις όχι μόνο τη μικροπρόθεσμη απόλαυση των μεταβαλλόμενων ρυθμών, διαστημάτων και διαρκειών, αλλά και ένα εθιστικό, τεράστιου μεγέθους αισθητικό βίωμα του έργου συνολικά.
Γενική αποτίμηση της παράστασης
Πολύ αφαιρετική είναι η σκηνογραφική σύλληψη της Germaine Kruip, που όμως επιτρέπει στο κοντσέρτο να γίνει το κεντρικό θέμα της παράστασης. Απόλυτα εξπρεσσιονιστικά τα κοστούμια της Anne Katherine Kunz και οι φωτισμοί του Freek Pieters. Τα σκήπτρα κρατούν (ως απόλυτα θεατρικές παρουσίες δύο μαέστρων σε απρόβλεπτη διάταξη επί σκηνής) ο Tom de Cock στη μουσική διεύθυνση καθισμένος σε τρίποδο και ο Alexandre Fostier ως «βοηθός ρυθμού» εντός και εκτός σκηνής. Ηχηρό, έντονο, αυστηρά οργανωμένο και βασανιστικά επαναλαμβανόμενο, το αργό μουσικό score του Φίλιπ Γκλας καταφέρνει να σε απορροφήσει σε μια βακχική αίσθηση. Ο άπειρος ακροατής σαν κι εμένα διακρίνει και κάποια φλυαρία στην τόσο βασανιστική επαναφορά του ίδιου θέματος με συνεχή προσθετικά μοτίβα. Ευτυχώς, το ύφος «πρόβας» που υιοθετεί η συγκεκριμένη παράσταση απαλύνει κάπως την αυστηρή και στατική αίσθηση της προσέγγισης του Ουίλσον. Στην απαγγελία του δύσληπτου, ασύμμετρου libretto βρήκα εξαιρετική την Σουζάν Βέγκα, αυτήν την Αμερικανίδα τραγουδίστρια και folk τραγουδοποιό που έχει κλείσει πάνω από σαράντα χρόνια καριέρας, αν κανείς συμπεριλάβει τα singles των δεκαετικών ΄80 και ’90 ("Marlene on the Wall", "Left of Center", "Luka", "No Cheap Thrill").
Το Ictus Ensemble είναι ένα σύνολο σύγχρονης μουσικής με έδρα τις Βρυξέλλες. Από το 1994 συστεγάζεται στον ίδιο χώρο με τη σχολή χορού P.A.R.T.S. και την ομάδα χορού Rosas (που έχει επικεφαλής την Anne-Teresa De Keersmaeker), με την οποία εξάλλου έχει συνεργαστεί σε δεκαπέντε παραγωγές. Από το Ictus Ensemble έχουμε τρεις μουσικούς πνευστών: στο φλάουτο διέπρεψε η Χρυσή Δημητρίου, στο μπάσο κλαρινέτο υπέροχος ο Dirk Descheemaeker και στα δύο άλτο σαξόφωνα οι Nele Tiebout και Asagi Ito. Πραγματικό ρεσιτάλ βιολιού δίνει ο Igor Semenoff υποδυόμενος τον Άϊνσταϊν, ενώ πραγματικά συνομιλούν λυρικά τα δύο keyboards: του Jean-Luc Plouvier και του κατά πολύ νεώτερού του Brecht Valckenaers: τα μέρη των πλήκτρων είναι προηχογραφημένα σε στυλ χορευτικής μουσικής με σολίστ τον φλαουτίστα Michael Schmid.
Αφήνω για το τέλος την πολύ υψηλού επιπέδου χορωδία. Όπως αποκαλύπτει ο Jean-Luc Plouvier (σε συνέντευξή του στον Guillaume Kosmicki, στα Paysages Humaines-Hémisphère Son), σχεδόν όλοι οι ερμηνευτές της ομάδας έχουν κάποια σχέση με την ποπ μουσική και περνούν ώρες πάνω στον υπολογιστή τους, πράγμα που σημαίνει ότι τα δύσκολα έργα με τα οποία καταπιάνονται είναι προσωπικά στοιχήματα καθενός ξεχωριστά. Εξαρχής το έργο προβλέπει, μια χορωδία δωματίου: ένα σόλο για σοπράνο (Elisabeth Rapp) και ένα μικρότερο σόλο για τενόρο (αξέχαστη η λεπτή μελωδική γραμμή του Peter di Toro, όπως κι εκείνο το εκνευριστικό φα –ύφεση;- που κάνει τη φωνή του να αναδύεται από το σύνολο και να ξεχωρίζει). Το φωνητικό σύνολο Collegium Vocale Gent της Γάνδης περιλαμβάνει χορωδιακούς τραγουδιστές και νέους σολίστες, με υψηλό βαθμό μουσικότητας, που στο ρεπερτόριό τους εντάσσουν πολυφωνικά, μπαρόκ, ρομαντικά και σύγχρονα μουσικά έργα. Την παράσταση πλαισίωσαν υπέροχα ο γερμανός λυρικός βαθύφωνος (ερμηνεύει κατά κανόνα Lieder) Philipp Kaven, o βέλγος βαρύτονος (ερμηνεύει κατά κανόνα καντάτες του Μπαχ) Bart Vandewege, οι τενόροι Peter di Toro και Thomas Köll, oι μέτζο σοπράνο Marlene Herzog, Laura Kriese και Julia Spies και οι σοπράνο Elizabeth Rapp (που είχε και δικό της μέρος ως σολίστ), Joowon Chung και Malena Napal, καθώς και η εκκεντρική κολορατούρα Charlotte Schoeters.*
* Ο ΝΙΚΟΣ ΞΕΝΙΟΣ είναι εκπαιδευτικός, συγγραφέας και κριτικός θεάτρου.
Einstein on the Beach (όπερα σε μορφή συναυλίας)
Moυσική σύνθεση: Philip Glass
Υφέρπουσα σκηνοθετική σύλληψη: Robert Wilson
Μουσική διεύθυνση: Tom de Cock
Βοηθός μαέστρου και μπάσο κλαρινέτο: Dirk Descheemaeker
Αφήγηση: Suzanne Vega
Ictus Ensemble: Igor Semenoff, Χρυσή Δημητρίου, Dirk Descheemaeker, Asagi Ito, Nele Tiebout, Jean-Luc Plouvier, Brecht Valckenaers
Collegium Vocale Gent: Elizabeth Rapp, Joowon Chung, Malena Napal, Charlotte Schoeters, Marlen Herzog, Laura Kriese, Julia Spies, Peter di Toro, Thomas Koll, Philipp Kaven, Bart Vandewege και (εγγεγραμμένος ηχητικά) ο Michael Schmid
Ηχοληψία: Alexandre Fostier, Antoine Delagoutte
Παραγωγή: Pieter Nys
Φωτισμοί: Freek Pieters
Σκηνικά: Germaine Kruip
Κοστούμια: Anne Katherine Kunz
Διεύθυνση περιοδείας: Pauline Jocqué






















