
Επισκεφτήκαμε την έκθεση του Ιδρύματος Γουλανδρή «Από τον Μονέ στον Γουόρχολ», που χαρτογραφεί την πορεία της ζωγραφικής από την αρχή της νεωτερικότητας, τον Ιμπρεσιονισμό, ως την pop art. Κάποιες εντυπώσεις. Εικόνα: Το πορτραίτο του Μαν Ρέι από τον Άντι Γουόρχολ στην έκθεση.
Γράφει ο Νίκος Ξένιος
Επισκέφθηκα την πολύ σημαντική έκθεση του Ιδρύματος Βασίλη & Ελίζας Γουλανδρή (6 Δεκεμβρίου 2025- 11 Απριλίου 2026), που περιλαμβάνει 83 έργα 45 καλλιτεχνών παγκόσμιας βαρύτητας. Τα έργα προέρχονται από μια ελβετική ιδιωτική συλλογή που άνθησε στη διάρκεια τριών γενεών και που κληροδότησαν η μια στην άλλη αξιοθαύμαστο εύρος θεματολογίας. Ο συλλέκτης ευλόγως παραμένει ανώνυμος. Την επιμέλεια της έκθεσης έχουν αναλάβει η Μαρία Κουτσομάλλη-Moreau, Υπεύθυνη Συλλογών του Ιδρύματος Β&Ε Γουλανδρή και η Marina Ferretti, Επίτιμη Επιστημονική Διευθύντρια του Musée des impressionnismes Giverny.
![]() |
|
Είναι η πρώτη φορά που στην Ελλάδα παρουσιάζεται ένα είδος «συνοπτικής ιστορίας της Τέχνης των δύο τελευταίων αιώνων». |
Έργα της συγκεκριμένης συλλογής έχουν παρουσιαστεί κατά καιρούς σε μεγάλες διεθνείς εκθέσεις και μουσεία, όπως στο Metropolitan Museum of Art και το MoMA της Νέας Υόρκης, τη Royal Academy of Art και την Tate Modern του Λονδίνου, το Musée d’Orsay, το Grand Palais και το Musée de l’Orangerie του Παρισιού, την Peggy Guggenheim Collection της Βενετίας και το Ίδρυμα Beyeler της Βασιλείας. Είναι η πρώτη φορά που στην Ελλάδα παρουσιάζεται ένα είδος «συνοπτικής ιστορίας της Τέχνης των δύο τελευταίων αιώνων».
Μώβ, vermillion και μπλε-πράσινα του Monet
Στάθηκα μπροστά στη θαυμάσια impression της «Αβινιόν το Ξημέρωμα», μπροστά στην «Πλώρη του Tub», στην «Place des Lices» και στο «Σαιν Τροπέ μετά την Καταιγίδα» του Paul Signac. Το φορητό καβαλέττο και τα σωληνάρια του λαδιού αρχίζουν να στήνονται στις όχθες των ποταμών, να χώνονται στις αποβάθρες των σιδηροδρομικών σταθμών και να κατηφορίζουν στις βραχώδεις ακτές της δυτικής Ευρώπης. Τα «salons des refusés» (οι ιδιωτικοί χώροι όπου συγκεντρώνονταν οι αρχικά «απορριφθέντες» ζωγράφοι με τις σπρετσατούρες και τις λαζούρες, την αποτύπωση του φωτός και την ασάφεια ως προς τα περιγράμματα) φιλοξενούν αυτά τα πρώτα ιμπρεσσιονιστικά έργα, προτού περάσουν οριστικά στην πανάκριβη, επισήμως θεωρούμενη τέχνη (1874-1886).
![]() |
|
Ξεκινώντας από την αρχή της νεωτερικότητας, τον Ιμπρεσιονισμό, και φθάνοντας μέχρι την pop art, η συλλογή εκπροσωπεί τον Φωβισμό, τον Συμβολισμό, τον Αφηρημένο Εξπρεσιονισμό, τον Υπερρεαλισμό κ.ά |
Έτσι, σε μια θεματική ενότητα που φαντασιωσικά συνοδευόταν από παφλασμούς και θαλασσινό αεράκι, απόλαυσα το τρίπτυχο του «Όρμου» (1929) του Pierre Bonnard, τον «Παφλασμό της θάλασσας» του Henri-Edmond Cross, τον «Κόλπο του Saint Jean de Luz» του Georges Lacombe, την «Αποβάθρα de l’École» του μεταϊμπρεσσιονιστή Maximilien Luce, το «Λιμανάκι της Μασσαλίας» και την «Plage de Saint-Adresse» του Albert Marquet. Στις καλύτερες εντυπώσεις μου θα κατέτασσα τον «Καφέ» και την «Άποψη του Λονδίνου» (ελαιογραφία, 1893) του Luce, τα δύο πορτραίτα με καπέλο του Louis Hayet, την «Avenue du Clichy» του Louis Anquetin και έναν από τους σημαντικότερους, κατά την άποψή μου, πίνακες της έκθεσης, το «Εσωτερικό στου Bruant: Το Mirliton» του Louis Anquetin.
Δεν συζητώ, δε, για τις «Πλύστρες» του Edgar Degas, για τη μνημειακή λιθογραφία «Clownesse au Moulin Rouge» του Henri de Toulouse-Lautrec και για τη «Διασκέδαση του Κακού Πνεύματος» του Paul Gauguin (1894).
Συγκλονιστικός, κατά την άποψή μου, είναι ο «Μύλος του Καλφ στο Κνόκε» του φλαμανδού ιμπρεσιονιστή Théo van Rysselberghe. Εξίσου συγκλονιστική βρίσκω την ακουαρέλλα «Βραδινός Ουρανός με χρώματα πάνω από τον βάλτο» του απορριφθέντος από τους Ναζί Emil Nolde (1938). Μοναδικό έκθεμα είναι η «Πρόσοψη του Καθεδρικού της Rouen» του Monet. Ο Camille Pissarro στην έκθεση εκπροσωπείται από τη (μεταβατική, πριν από την επιστροφή του στον Ιμπρεσσιονισμό) νεοϊμπρεσσιονιστική του φάση, με το αριστουργηματικό «Πλινθοποιείο Delafolie στο Éragny» του 1888. Δεν συζητώ, δε, για τις «Πλύστρες» του Edgar Degas, για τη μνημειακή λιθογραφία «Clownesse au Moulin Rouge» του Henri de Toulouse-Lautrec και για τη «Διασκέδαση του Κακού Πνεύματος» του Paul Gauguin (1894).
Οι νεοϊμπρεσιονιστές και οι Ναμπί
Πέρυσι το Ίδρυμα Γουλανδρή είχε φιλοξενήσει έκθεση με έργα από γάλλους κολορίστες όπως οι Paul Signac, Henri-Edmond Cross, Maximilien Luce, Théo van Rysselberghe, Henri Matisse, Henri Manguin και Louis Valtat. Αυτά τα χρυσά ηλιοβασιλέματα, οι κάμποι, ο ουρανός και τα στρώματα γρασιδιού, οι αντανακλάσεις και το φωσφορούχο φόντο αυτών των ζωγράφων, με «κηλίδες» και σύντομες πινελιές που για ένα μεταβατικό διάστημα χαρακτήρισαν την τεχνική ως «πουαντιγισμό», στην ουσία είναι η συμβολή του νεοϊμπρεσσιονισμού στην ιστορία της Τέχνης. Ο Georges Seurat θα απαλύνει τις γραμμές και θα ακολουθήσει ο Paul Signac (1863-1935): στην έκθεση περιλαμβάνεται η ελαιογραφία του 1895 «Σαιν Τροπέ. Κρήνη στην Πλας ντε Λις». Ο νεοϊμπρεσσιονισμός θα μεσολαβήσει χρονικά ανάμεσα στον Ιμπρεσσιονισμό και τον Φωβισμό. Στη φετινή έκθεση του Ιδρύματος Γουλανδρή ξεκινά ένας «διάλογος» με την προβληματική που έχει προηγηθεί, μια λειτουργία που αθροίζει κάτι νέο σε μια προϋπάρχουσα εμπειρία.
![]() |
|
Τα «Νούφαρα» του Μονέ |
Για πολλή ώρα, λοιπόν, παρατηρούσα τo αριστούργημα σινικής μελάνης «Τίγρη στις Ζούγκλες» του Paul Ranson. O Ranson εντάσσεται, μαζί με τον Pierre Bonnard, τον θρησκευόμενο Maurice Denis, τον Édouard Vuillard, τον Ker Xavier Roussel, τον Félix Vallotton, τον Paul Sérusier και τον Auguste Casalis, στο κίνημα των «Nabis»: το μεταϊμπρεσσιονιστικό αυτό κίνημα (ιδιαίτερα επηρεασμένο από τις ιαπωνικές ξυλογραφίες) εκπροσωπείται στην έκθεση από την «Ξεκούραση στο Honfleur», από τη μοναδική «Νεκρή φύση με μπλε πιάτο» του προτεστάντη Félix Vallotton και από την έξοχη θαλασσογραφία του Édouard Vuillard. Επίσης, σύμφωνα με τα διδάγματα του κινήματος Nabis δημιουργήθηκαν η «Μαγείρισσα» και ο «Θρύλος της Ιπποσύνης» του Maurice Denis.
Sui generis -και όχι απαραίτητα εκπρόσωπος του Εξπρεσιονισμού- υπήρξε ο Balthus, του οποίου η αριστουργηματική τέμπερα «Θέα του Μοntecalvello» (1977-1980) είναι εμβληματική, αφενός γιατί αποτυπώνει το αγαπημένο βραχώδες και ομιχλώδες τοπίο του εκκεντρικού αυτού ζωγράφου (με το εγκαταλελειμμένο φρούριο και τη θέα στα Απέννινα που αντικρίζουν, από έναν περιφραγμένο περίβολο, δυο ανθρώπινες φιγούρες κάτω δεξιά) κι αφετέρου γιατί φέρει έκτυπη τη χαρακτηριστική του επιρροή από την τέχνη του Giotto.
Η σύγχρονη απροσδιοριστία αποτυπωμένη στον καμβά
Ο Φωβισμός, ο Υπερρεαλισμός και η Pop Art εκπροσωπούν την τρίτη περίοδο της συλλογής: οι φωβιστές ζωγράφοι Redon, Μarquet και Matisse προχωρούν σε απλοποίηση της προοπτικής, κάνουν εξωφρενική χρήση του μαύρου (Pierre Soulages) και επιστρατεύουν τα χρώματα με διαφορετική νοηματική φόρτιση.
Από την έκθεση, που περιλαμβάνει έως και τα «Νούφαρα» του Roy Lichtenstein, απουσιάζουν οι Κυβιστές, οι Ντανταϊστές και οι Αφαιρετικοί, περιλαμβάνονται όμως κάποιοι «ανένταχτοι» ζωγράφοι: Chagall, De Kooning, Kandinsky, Lichtenstein, Magritte, Man Ray, Modigliani, Munch, Picasso, Warhol, Hundertwasser, Bacon, και καλλιτέχνες εξίσου επιδραστικοί, αλλά λιγότερο γνωστοί στο ευρύ κοινό: Angrand, Feininger, Friesz, Lacombe, Laugé, Pourtau, Redon, Sérusier, Szafran (ο απίστευτος πίνακάς του που περιλαμβάνεται στην έκθεση είναι η περιστροφική «Σκάλα» του 2002), Vallotton, Magritte με ένα χαρακτηριστικό νυκτερινά φωτισμένο σπίτι του, και Max Ernst, με δύο χαρακτηριστικά έργα του.
![]() |
|
Το έργο «Water Lily Pond with Reflections» του Roy Lichtenstein |
Το Ίδρυμα Γουλανδρή ήδη εκθέτει σε μόνιμη βάση έργα των Μοnet, Giacometti και Van Gogh, όμως η έμφαση αυτής της συλλογής έχει δοθεί στον Toulouse-Lautrec, στον Lichtenstein και στον Monet (τα «Νούφαρα», στην εποχή όπου αγοράστηκαν, δεν θεωρούταν δημοφιλές έργο του συγκεκριμένου καλλιτέχνη, ενώ αργότερα ο Wassili Kandinski θα μείνει έκθαμβος μπροστά στα έργα του Monet: αυτό αποδεικνύει τη διορατικότητα του συλλέκτη). Ο Μonet με τα «Νούφαρα», η Μorisot (της συζύγου του αδελφού του Manet) με δύο πορτραίτα κοριτσιών που τεχνοτροπικά παραπέμπουν στον Renoir, ο Warhol με πορτρέτο του μοντέλου του, του Man Ray, ο Charles Angrand με τη «Μητρότητα», ο Modigliani με την ερωμένη του Beatrice Hastings, ο Chagall με τις «Μιμόζες» και ο Kandinski με τα «Τριαντάφυλλα», ο Picasso με το «Πενιχρό γεύμα» του, συνυπάρχουν σε μια πρωτοποριακή συλλογή, μοναδική για τα ελληνικά εικαστικά δεδομένα.
Έτσι, δίπλα σε έλληνες ζωγράφους όπως τους Σάμιο, Τσαρούχη, Μπουζιάνη, Εγγονόπουλο, Τόμπρο, Μόραλη, Σακαγιάν, Ρόρρη, Σόρογκα, Βατανίδη, Τέτση και Μυταρά, ο επισκέπτης μπορεί να απολαύσει την αισθητική ταυτότητα και τις προσωπικές επιλογές του ελβετού συλλέκτη: ξεκινώντας από την αρχή της νεωτερικότητας, τον Ιμπρεσιονισμό, και φθάνοντας μέχρι την pop art, η συλλογή εκπροσωπεί τον Φωβισμό, τον Συμβολισμό, τον Αφηρημένο Εξπρεσιονισμό, τον Υπερρεαλισμό κ.ά, καλύπτοντας ένα πανόραμα 130 περίπου ετών καλλιτεχνικής δημιουργίας με έμφαση στον Μεταϊμπρεσσιονισμό και τους Nabis.
* Ο ΝΙΚΟΣ ΞΕΝΙΟΣ είναι εκπαιδευτικός, συγγραφέας και κριτικός θεάτρου.
Ίδρυμα Βασίλη & Ελίζας Γουλανδρή
Γενική Διεύθυνση: Κυριάκος Κουτσομάλλης
Επιμέλεια έκθεσης: Μαρία Κουτσομάλλη-Moreau, Marina Ferretti Bocquillon
Γενικός συντονισμός: Αλεξάνδρα Παπακωστοπούλου
Σκηνογραφία έκθεσης: Παρασκευή Γερολυμάτου, Ανδρέας Γεωργιάδης

























