
Για τη συλλογή διηγημάτων της Άλα Γκορμπουνόβα, «Τέλος του κόσμου, αγάπη μου» (μτφρ. Ξένια Καλαϊτζίδου, εκδ. Καστανιώτη), «οι δύο πρώτες μετασοβιετικές δεκαετίες αποδίδονται με εκπλήσσουσα ζωντάνια, ευθυβολία, ποιητικίζουσα γλώσσα κι ένα ιδιάζον μείγμα τρυφερότητας και σκληρότητας».
Γράφει ο Μιχάλης Μοδινός
Στη συλλογή αυτή διηγημάτων της σαραντάχρονης Ρωσίδας Άλα Γκορμπουνόβα, μεταφρασμένη και υπομνηματισμένη υποδειγματικά από την Ξένια Καλαϊτζίδου, οι δύο πρώτες μετασοβιετικές δεκαετίες αποδίδονται με εκπλήσσουσα ζωντάνια, ευθυβολία, ποιητικίζουσα γλώσσα κι ένα ιδιάζον μείγμα τρυφερότητας και σκληρότητας. Νέοι άνθρωποι και απαξιωμένοι επαγγελματικά ωριμότεροι έμπαιναν τότε σε ένα ολότελα καινούργιο στίβο, με αναφομοίωτες καινοφανείς αξίες, και νέα οικονομικά δεδομένα. Η πλήρης κοινωνικοπολιτική ανατροπή είχε διαδεχθεί την σχετική ασφάλεια της βλοσυρής πλην σχετικά περιεκτικής κρατικής αγκαλιάς, ενώ αναδυόταν μια άναρχη αγοραία οικονομία από όπου ξεπήδησαν μεταξύ άλλων η γνωστή νέα τάξη ολιγαρχών και πολιτικοί όπως ο Γέλτσιν και ο Πούτιν.
Όπως απεικονίζονται στα διηγήματα της συλλογής, οι βαθμοί ελευθερίας είναι αίφνης τεράστιοι και μη διαχειρίσιμοι. Περιλαμβάνουν μεταξύ άλλων έναν πολυσθενή και πολύμορφο ερωτικό τομέα όπου εκτός από τις επιδεικτικές δημόσιες συμπεριφορές, το μερτικό των ομαδικών βιασμών και της πορνείας δεν είναι πια διόλου ευκαταφρόνητο. Ακόμη περιλαμβάνουν ακραίους καλλιτεχνικούς πειραματισμούς, άφθονο πιώμα, ναρκωτικά και την παράλληλη καταβύθιση στον μυστικισμό της παράδοσης. Τέλος, απεικονίζουν μια διόλου ευκαταφρόνητη αναβίωση θαμμένων επί δεκαετίες εθίμων, προλήψεων και τρόπων θρησκευτικής έκφρασης.
Μυθολογικοί κατακλυσμοί και μετασοβιετικές πραγματικότητες
Η Άλα Γκορμπουνόβα περιγράφει την περιρρέουσα ατμόσφαιρα αντλώντας ως επί το πλείστον από δικές της εμπειρίες - μεταξύ άλλων την εμπλοκή της με την ποίηση, κάποια εντυπωσιακά δείγματα της οποίας παρεισφρέουν και στα παρόντα διηγήματα. Ο ποιητικός λόγος είναι πράγματι κυρίαρχος και μάλιστα κινείται συχνά στη σφαίρα του φανταστικού. Το μη ρεαλιστικό στοιχείο εμπλέκεται με την ωμότητα της καθημερινότητας για να παραχθεί τελικά ένα προϊόν που προσιδιάζει ως ένα βαθμό με τον μαγικό ρεαλισμό, άλλοτε πετυχημένα και άλλοτε όχι και τόσο.
Κάποιοι νοσταλγούν τα κομμουνιστικά χρόνια απαγγέλλοντας ρητορικά τα μάντρα του Λενινισμού, περί παραγωγικών δυνάμεων, διαλεκτικής της Ιστορίας και παγκόσμιου προλεταριάτου, την ίδια στιγμή που η βιομηχανία του ακραίου, εκδικητικού, ακόμη και δολοφονικού πορνό ανθεί στον πάνω όροφο μιας εργατικής πολυκατοικίας.
Πρόκειται όντως για το τέλος του κόσμου όπως τον ήξεραν οι σοβιετικοί - για ένα είδος Αποκάλυψης. Οι ήρωες/ίδες του βιβλίου προσπαθούν να ισορροπήσουν μεταξύ θλίψης και ευφορίας, αγιοσύνης και κατάπτωσης, ακραίου ποτού και ανέμελου σεξ. Κινούνται ανάμεσα στην οικογενειακή τρέλα και την επικίνδυνη ζωή έξω στους δρόμους, στους εναλλακτικούς και καλλιτεχνικούς κύκλους της Αγίας Πετρούπολης, αλλά και σε συμβατικότερους κύκλους μηχανικών, πανεπιστημιακών ή και μικροαστών. Κάποιοι νοσταλγούν τα κομμουνιστικά χρόνια απαγγέλλοντας ρητορικά τα μάντρα του Λενινισμού, περί παραγωγικών δυνάμεων, διαλεκτικής της Ιστορίας και παγκόσμιου προλεταριάτου, την ίδια στιγμή που η βιομηχανία του ακραίου, εκδικητικού, ακόμη και δολοφονικού πορνό ανθεί στον πάνω όροφο μιας εργατικής πολυκατοικίας.
Σκηνές, περιστατικά και φέτες καθημερινότητας
Η Άλα Γκορμπουνόβα, που ανήκει στα νέα ανερχόμενα ονόματα της ρωσικής λογοτεχνίας, συλλαμβάνει σκηνές, περιστατικά και φέτες καθημερινότητας που παρελαύνουν μπροστά μας ξανά και ξανά σε διαφορετικές εκδοχές, με ποικίλες κλιμακώσεις, ανατροπές, αλλά και πολλές βιογραφικές επαναλήψεις που καταλήγουν ενίοτε κουραστικές. Τα παιδικά και εφηβικά χρόνια της εκάστοτε ηρωίδας [συνήθως της ίδιας της συγγραφέως] στον μετασοβιετικό χωροχρόνο, οι εσχατολογικοί μύθοι της βαθιάς Ρωσίας, οι εφιάλτες μιας κατακερματισμένης αλλά εκπληκτικά ζωντανής, έως και βουλιμικής κοινωνίας, συγχωνεύονται σε ένα χαοτικό σύμπαν που εκκινώντας από μπαρ, κλαμπ και υπόγειες διαβάσεις, εκτείνονται μέχρι τα χωριά, τα δάση και τους βάλτους της ενδοχώρας ή σε εξοχικά κατά μήκος των συνόρων της Ρωσίας με τη Φινλανδία, στους σταθμούς του Υπερσιβηρικού, σε λίμνες, στέπες και στην απέραντη τάιγκα, ή ακόμα στους οικισμούς των αυτοχθόνων φυλών του αρκτικού Βορρά. Συχνά τα τοπία γίνονται παραμυθένια, ονειρικά, νοερά ή φαντασιακά.
Πρόκειται αναμφίβολα για μια ιδιαίτερη συγγραφέα που συνθέτει το ψηφιδωτό μιας δημιουργικής καταστροφής πραγματευόμενη τη βία και την ομορφιά.
Αρθρωμένο σε τέσσερις ενότητες μικρών σχετικά διηγημάτων εκ των οποίων η τέταρτη αποτελείται από ένα και μόνο εκτεταμένο αφήγημα, με ένα είδος γραφής υβριδικό και πολύπλευρο, το βιβλίο αναζητά επίμονα κάποιου τύπου αλήθεια μέσα στις αντιφάσεις του ανθρώπου και του ευρύτερου κόσμου. Όπως είναι βέβαια φυσικό, δυσκολεύεται να τη βρει. Πρόκειται αναμφίβολα για μια ιδιαίτερη συγγραφέα που συνθέτει το ψηφιδωτό μιας δημιουργικής καταστροφής πραγματευόμενη τη βία και την ομορφιά. Ένα έργο που αιφνιδιάζει με τη δομή και με τη γλώσσα του, κυρίως όμως με τις τολμηρές του θέσεις. Γιατί, όπως λέει η ηρωίδα της στο έξοχο εναρκτήριο διήγημα, που δανείζει και τον τίτλο του στη συλλογή, … «απ’ τον καιρό που σταμάτησαν οι κατακλυσμοί ήρθε η πλήξη». Λέει όμως και κάτι άλλο: «Ευτυχία είναι η προσμονή». Αξίζει ίσως να το σκεφτεί κανείς.
* Ο ΜΙΧΑΛΗΣ ΜΟΔΙΝΟΣ είναι συγγραφέας και δημοσιογράφος. Τελευταίο του βιβλίο είναι η συλλογή διηγημάτων «Η υπόθεση της Ερυθράς Βασίλισσας» (εκδ. Καστανιώτη).






















