
Για το μυθιστόρημα του Μάικλ Κάνινγκχαμ (Michael Cunningham) «Μέρα» (μτφρ. Παναγιώτης Κεχαγιάς, εκδ. Αλεξάνδρεια). Εικόνα: Από την ταινία «Marriage story» του Νόα Μπάουμπαχ.
Γράφει η Ιωάννα Φωτοπούλου
Στα 1900 η Έντιθ Γουόρτον γράφει Το σπίτι της Ευθυμίας, μια ιστορία που αφορά μια εικοσιεννιάχρονη όμορφη κοπέλα που προσπαθεί να ανελιχτεί στην καλή κοινωνία της εποχής και να αποκατασταθεί μέσω ενός καλού γάμου με στόχο να ξεφύγει από την επισφάλεια, όμως εξαιτίας της ματαιοδοξίας της και μέσα από μια σειρά άστοχων κινήσεων, θέτει τον εαυτό της σε δυσμενή κατάσταση και εντέλει χάνει την ευκαιρία να παντρευτεί τον δικηγόρο Σέλντεν, έναν άνθρωπο που την αγαπά πραγματικά.
Το βιβλίο αυτό υπήρξε ένα φεμινιστικό έργο, που μεταξύ άλλων στηλίτευε την υποκρισία της κοινωνικής ελίτ της Νέας Υόρκης στο κατώφλι του εικοστού αιώνα. Όταν πριν από λίγα χρόνια κυκλοφόρησε ξανά από τις εκδόσεις Μεταίχμιο, θαυμάστηκε για την τολμηρότητά του ως προς αυτό: παρόλα αυτά, οι γυναίκες το διαβάσαμε με κάποια ενόχληση απέναντι σε αυτό το κορίτσι που ουσιαστικά έψαχνε έναν άνθρωπο ώστε να συνάψει μαζί του μια «ασφάλεια ζωής». Γυναίκες σαν τη Λίλι Μπάρτ είχαν τις εξής επιλογές: είτε να ζήσουν φτωχικά είτε να παντρευτούν έναν καλό σύζυγο είτε να παίξουν το χαρτί της ομορφιάς με ό,τι αυτό συνεπάγεται. Κι αντί να συζητήσουμε ότι στην πραγματικότητα αυτές δεν αποτελούν σοβαρές επιλογές για μια γυναίκα, βρεθήκαμε να «δικάζουμε» την ηρωίδα παρακολουθώντας την άνοδο και την πτώση της. Ευτυχώς για εμάς, δυστυχώς για την Γουόρτον, την ίδια περίοδο ο Τζόις στην άλλη όχθη του ωκεανού έγραφε τον Οδυσσέα και λίγα χρόνια μετά η Βιρτζίνια Γουλφ την Κυρία Νταλογουέι. Με αυτό τον τρόπο οι μοντερνιστές ήρθαν να δώσουν ένα τέλος στο αφήγημα του γάμου γράφοντας χωρίς την πλοκή αυτού στο επίκεντρο.
Όπως εξηγεί η Έμμα Γκόλντμαν στο άρθρο της «Περί γάμου και έρωτα», ο γάμος καταδικάζει τη γυναίκα σε ισόβια εξάρτηση και τα συντριπτικά στοιχεία που καταδεικνύουν τη στειρότητα, τη μονοτονία, την αθλιότητα και την ακαταλληλότητα του γάμου ως παράγοντα που οδηγεί στην αρμονία και στην κατανόηση, δεν οφείλονται ούτε στην ελαστικότητα των νόμων περί διαζυγίου ούτε στην αυξανόμενη «ελευθεριότητα» της γυναίκας, αλλά ο γάμος είναι ένας θεσμός που υπονομεύεται από τη στιγμή που η γυναίκα αρχίζει να αποκτά τη δική της υπόσταση.
Το μυθιστόρημα του Μάικλ Κάνινγκχαμ
Αν θέλαμε να συνοψίσουμε σε μια πρόταση το θέμα του βιβλίου Μέρα του Μάικλ Κάνινγκχαμ, που κυκλοφόρησε πριν από λίγους μήνες από τις εκδόσεις Αλεξάνδρεια σε μετάφραση από τον Παναγιώτη Κεχαγιά, αυτό θα ήταν το τέλος του γάμου και του παραδοσιακού μοντέλου οικογένειας, καθώς και των ψευδαισθήσεων πως θα υπήρχε ποτέ τρόπος αυτό να είναι αρκετό ώστε να οδηγήσει τους ανθρώπους και ιδίως τις γυναίκες στην ευτυχία, σε μια εποχή που παρά τις όποιες προσπάθειες φίμωσης, οι επιθυμίες μας βρίσκουν τον δρόμο τους και εκφράζονται.
Ο Κάνινγκχαμ είναι γνωστός στη χώρα μας από το βιβλίο του Οι ώρες (Βραβείο Πούλιτζερ και Pen/Faulkner το 1999), το οποίο μεταφέρθηκε με επιτυχία στον κινηματογράφο και αποτελεί ένα παζλ αναφορών στη Βιρτζίνια Γουλφ, η οποία με έναν τρόπο είναι παρούσα και στη Μέρα. Άλλωστε κι εδώ όλα συμβαίνουν στη διάρκεια μιας μέρας. Το πρωί του 2019, το μεσημέρι του 2020 και το απόγευμα του 2021. Η αφήγηση ξεκινά με την Ίζαμπελ στο μεταίχμιο μέρας και νύχτας να στέκεται άυπνη στο παράθυρο και να παρατηρεί την κίνηση του δρόμου. Η Ίζαμπελ είναι παντρεμένη με τον Νταν, έναν πρώην μουσικό που έχει αφήσει πίσω του το κυνήγι της επιτυχίας κι έχει αφοσιωθεί στην οικογενειακή ζωή. Τόσο εκείνη όσο και ο Νταν διατηρούν μια πολύ στενή σχέση με τον αδερφό της Ίζαμπελ, τον Ρόμπι, που ζει στη σοφίτα του σπιτιού τους.
Ένας επινοημένος εαυτός στο ίνσταγκραμ, ο Γουλφ, με 3.407 ακόλουθους, ικανοποιεί την ακίνδυνη φαντασίωση του Ρόμπι να είναι κάποιος άλλος, ο ιδανικός μεγάλος αδερφός που πάντα τους προστάτευε. Η εύθραυστη ισορροπία θα διαταραχθεί όταν ο Ρόμπι θα χρειαστεί να μετακομίσει από τη σοφίτα και να μείνει κάπου αλλού. Ο αδερφός, ως τρίτος, συνδέει το ζευγάρι και ισορροπεί το σύστημα, το οποίο προσπαθώντας να διατηρήσει την ομοιόστασή του αντιστέκεται στην μετακόμιση του Ρόμπι.
Οι τρεις τους έχουν δημιουργήσει έναν ιδανικό άνθρωπο που συνενώνει όλα τα όμορφα του καθενός και όλοι είναι ερωτευμένοι με αυτόν τον άνθρωπο. Σε αυτή την ιδιότυπη οικογένεια μεγαλώνουν μαζί από κοινού τα δυο παιδιά του ζευγαριού, την εξάχρονη Βάιολετ και τον δωδεκάχρονο Νέιθαν. Παράλληλα με αυτή την ιστορία, ο αναγνώστης παρακολουθεί κι ένα ακόμα ιδιότυπο ζευγάρι, αυτό του Γκαρθ, αδερφού του Νταν, με την Τσες, και το μωρό τους, Όντιν. Στην πραγματικότητα, ο Γκαρθ και η Τσες ήταν φίλοι και ο Γκαρθ υποτίθεται ότι υπήρξε το μέσο ώστε να αποκτήσει η Τσες παιδί. Η πανδημία του κορονοϊού, με τις συνθήκες εγκλεισμού που δημιούργησε στις ζωές των ανθρώπων, σήμερα γνωρίζουμε ότι υπήρξε ο επιταχυντής καταστάσεων σε θέματα που αφορούν την οικογενειακή ζωή. Είναι κάτι που δεν μπορούμε να μην αναφέρουμε, όσο αποθαρρυντικά κι αν λειτουργεί για τον μελλοντικό αναγνώστη η λέξη πανδημία, εξαιτίας του τραύματος που προκλήθηκε, καθώς έχει σημασία για το βιβλίο και για την πορεία των χαρακτήρων. Πολλοί γάμοι λοιπόν διαλύθηκαν εν μέσω πανδημίας, ενώ απ’ την άλλη υπήρξαν άνθρωποι που συνειδητοποίησαν τη μοναξιά που βιώνεται πίσω από κλειστές πόρτες. Όλο αυτό λειτούργησε καταλυτικά ως προς την έκφραση των επιθυμιών, που όπως παρατηρεί ο Ρόμπι μέσω της ανιψιάς του, ακόμα και σ’ ένα μικρό παιδί είναι αδιαφανείς και απρόβλεπτες.
Χαρακτήρες σε αδιέξοδα
Τα πάντα στο μυθιστόρημα κινούνται στο ενδιάμεσο, όπως η Ίζαμπελ που κάθεται στη σκάλα, σε αυτό το «ούτε-εδώ-ούτε-εκεί». Έχει παραιτηθεί από τη φαντασίωση της τέλειας μάνας, συζύγου, οικοδέσποινας. Κάνει μια δουλειά που αγαπάει και πάσχισε πολύ να καταξιωθεί σε αυτήν, αλλά πια δεν την αφορά. Ο Νταν είναι ένας πρώην μουσικός που άφησε την καριέρα του για να στηρίξει την την Ίζαμπελ κι ενώ η ίδια τον εκτιμά πολύ γι’ αυτό, στην πραγματικότητα δεν την ελκύει πια. Όταν μάλιστα ξαναγυρνάει στη μουσική, η ματαίωσή του είναι ακόμα χειρότερη. Ο Ρόμπι είναι ένας δάσκαλος που δεν έγινε γιατρός από επιλογή, όπως δεν έγινε και το αγόρι που φαντάζονταν οι γονείς του και, ενώ το επάγγελμά του το επέλεξε, πλέον δεν έχει διάθεση να ασχοληθεί και πολύ με τους μαθητές του, πράγμα που θεωρεί ανήθικο και σκέφτεται μήπως πρέπει να αλλάξει δουλειά, να αποκτήσει προσδοκίες και να ωριμάσει. Ο αδερφός του Νταν, ο Γκαρθ, είναι καλλιτέχνης, φτιάχνει γλυπτά από ξύλο και πίσσα, που γενικά αρέσουν αλλά κανείς δεν τα αγοράζει. Η Τσες είναι καθηγήτρια στο πανεπιστήμιο, έχει μετανιώσει για τον άντρα που χρησιμοποίησε για να τεκνοποιήσει, νιώθει αποτυχημένη και ματαιωμένη, όπως όλοι. Αναλύει Το σπίτι της Ευθυμίας με τους φοιτητές της και γκρεμίζεται μέσα στις αντιφάσεις της. Ανάμεσά τους κινούνται τα παιδιά, απορροφούν τους κραδασμούς κι ενώ όλοι προσπαθούν εναγωνίως να τα μεγαλώσουν σωστά, σε μια προσπάθεια να τα προφυλάξουν από τα τραύματα που οι ίδιοι φέρουν από τις οικογένειές τους, αλλά και να μην τους δημιουργήσουν νέα, κάτι τέτοιο αποδεικνύεται αδύνατον.
Πόσο ευαίσθητα είναι τα οικογενειακά συστήματα; Γίνεται αντιληπτό το πότε αυτά αρχίζουν να διαταράσσονται ή μήπως η φθορά είναι ένα συνεχές με δυσδιάκριτα όρια;
Κανείς από τους ήρωες του βιβλίου δεν είναι τέλειος κι αυτή η συνειδητοποίηση είναι σπαρακτική, γιατί στην πραγματικότητα είναι όλοι καλοί, με υπέροχες προθέσεις, αλλά κανείς δεν νιώθει καλά, παρά το γεγονός ότι δεν συμβαίνει κάτι πραγματικά δύσκολο στη ζωή του. Μια τυχαία σχηματισμένη ομάδα που λέγεται οικογένεια διαχειρίζεται την «εταιρεία» του γάμου, προσπαθώντας να έχει όσο το δυνατόν λιγότερες απώλειες. Ο έρωτας απουσιάζει, άλλωστε ο γάμος και ο έρωτας είναι δύο έννοιες ασύμβατες. Οι γυναίκες που υποτίθεται πως ξέρουν πάντα τι πρέπει να κάνουν ή να μην κάνουν οι άλλοι για να είναι ασφαλείς, οι ελευθερίες τους στον γάμο, η αρρωστημένη ζωή του ετεροφυλόφιλου κόσμου, η ανάγκη να μην μοιάζεις με τους άλλους, αλλά να μην διαφέρεις και πολύ είναι κάποια από τα θέματα που πραγματεύεται το βιβλίο. Πόσοι τρόποι υπάρχουν ώστε να υπάρχει μια οικογένεια; Πότε αρχίζει κάτι να φθείρεται; Πόσο ευαίσθητα είναι τα οικογενειακά συστήματα; Γίνεται αντιληπτό το πότε αυτά αρχίζουν να διαταράσσονται ή μήπως η φθορά είναι ένα συνεχές με δυσδιάκριτα όρια;
Ο Κάνινγκχαμ μάς δίνει ένα έργο χαμηλών τόνων στο οποίο σκιαγραφεί τα αδιέξοδα και τις ματαιώσεις του σύγχρονου δυτικού κόσμου μέσα από μια πολυτροπική αφήγηση στην οποία εντάσσει μέιλ, μηνύματα, ποστ στο ίνσταγκραμ και γράμματα. Η γλώσσα του είναι ποιητική, υπαινικτική, σπαρακτικά αληθινή, με μια λεπτή ειρωνεία που σπάει κόκκαλα. Η χρήση συμβόλων εμπλουτίζει το κείμενο και διευρύνει τους τρόπους πρόσληψής του. Η κουκουβάγια, που επανέρχεται διαρκώς, αντιπροσωπεύει τη δύναμη της διαίσθησης και την ικανότητα αντίληψης πέρα από το προφανές. Ο αμίαντος, για τον οποίο ελέγχονται οι τοίχοι του σχολείου που εργάζεται ο Ρόμπι, λειτουργεί ως μια μεταφορά για την τοξικότητα εντός των οικογενειών που μολύνει τα μέλη και καταλήγει επικίνδυνη ακριβώς γιατί δεν είναι άμεσα ορατή. Τέλος, η έκθεση που γράφουν οι μαθητές με θέμα τον Χριστόφορο Κολόμβο και τους ιθαγενείς επίσης λειτουργεί ως ένα συμβολικό σχόλιο αλλά κι ως ένας καμβάς ώστε να σχολιάσει ο συγγραφέας τις αντιλήψεις της κοινωνίας, όπως αυτές εκφράζονται διαμέσου των μαθητών. Πρόκειται για ένα μυθιστόρημα απολαυστικό στην ανάγνωσή του που θέτει προβληματισμούς, καταργεί την ετεροκανονικότητα, καταδεικνύει τον ρευστό, μεταβαλλόμενο σχηματισμό της οικογένειας, απηχεί φεμινιστικές ιδέες, όπως το ότι οι γυναίκες δεν χρειάζεται να χαμογελούν πολύ και να δείχνουν διαρκώς ευχάριστες, ενσωματώνει το πανδημικό τραύμα και αξιοποιεί τρόπους αφήγησης που αντανακλούν τη σύγχρονη εποχή.
*Η ΙΩΑΝΝΑ ΦΩΤΟΠΟΥΛΟΥ είναι εκπαιδευτικός, κάτοχος Μεταπτυχιακού στη Δημιουργική Γραφή.
Απόσπασμα από το βιβλίο
«Η Βάιολετ, τώρα που ανάρρωσε, είναι και δεν είναι ο εαυτός της. Δεν είναι θλιμμένη ή θυμωμένη. Δεν έχει χάσει τις συνήθειες ή τους μανιερισμούς της. Μπορεί απλά να μεγαλώνει. Μπορεί απλά όλο αυτό να συνέπεσε με την αρρώστια. Μετατρέπεται, όποιος κι αν είναι ο λόγος, σε κάποια που εξακολουθεί να είναι υπερβολικά ευγενική με τους άλλους, που λέει ακόμα γεια σας και πώς είστε και αντίο τώρα με περισσότερο μπρίο απ’ όσο απαιτεί η περίσταση, αλλά πλέον το κάνει μέσα από μια εσωτερική απόσταση την οποία κανείς δεν θα μπορούσε να διακρίνει πέρα από τον πατέρα της (ίσως και την Ίζαμπελ;). Τώρα την έχει κυριεύσει μια εσωτερικότητα. Έχει αποκτήσει έναν απόμακρο αέρα, λες κι έχει γίνει μια Βάιολετ που όπως πάντα ερμηνεύει τον ρόλο της αλλά που δεν νοιάζεται και τόσο για την πρόσληψη των παραστάσεών της. Μια Βάιολετ που έχει ακόμη ανάγκη να τη θαυμάζουν οι άλλοι αλλά που θα βγαίνει σώα και αβλαβής όταν αυτό δεν συμβαίνει. Μια Βάιολετ που βλέπει για πρώτη φορά το μέλλον της, στο οποίο θα αποδειχτεί πως κανείς από το παρόν της, συμπεριλαμβανομένου του πατέρα της και της μητέρας της, δεν είχε τελικά και τόσο μεγάλη σημασία».
Λίγα λόγια για τον συγγραφέα
Ο Μάικλ Κάνινγκχαμ γεννήθηκε στο Οχάιο το 1952 και μεγάλωσε στην Καλιφόρνια. Πήρε το πτυχίο του στην αγγλική λογοτεχνία από το Πανεπιστήμιο του Στάνφορντ και το μεταπτυχιακό του από το Πανεπιστήμιο της Αϊόβα.

Έχει εκδώσει τα μυθιστορήματα Golden states (1984), A home at the end of the world (1990), Flesh and blood (1995), The hours (1998 – βραβείο Πούλιτζερ μυθοπλασίας και βραβείο PEN/Faulkner), Specimen days (2005), By nightfall (2010), The snow queen (2014) και Day (2023)· τη συλλογή διηγημάτων A wild swan and other tales (εικονογραφημένη από την Yuko Shimizu, 2015)· και τα δοκίμια Land’s end: A walk through provincetown (2002), Company (2008), About time: Fashion and duration (μαζί με τον Andrew Bolton, 2020).
Έχει λάβει το Whiting Writers Award (1995) και τις υποτροφίες Michener του Πανεπιστημίου της Αϊόβα (1982), National Endowment for the Arts (1988) και Guggenheim (1993). Ζει στη Νέα Υόρκη και διδάσκει δημιουργική γραφή στο Πανεπιστήμιο Γέιλ.
























