
Για το αυτοβιογραφικό μυθιστόρημα της Σιμπίλα Αλεράμο (Sibilla Aleramo) «Μια γυναίκα» (μτφρ. Δήμητρα Δότση, εκδ. Διόπτρα). Στην κεντρική εικόνα, η συγγραφέας.
Γράφει η Ιωάννα Φωτοπούλου
Η Ελέν Σιξού (Γαλλίδα συγγραφέας, φιλόσοφος και φεμινίστρια) έλεγε πως όταν αναλύουμε ένα κείμενο που δεν αγαπάμε βρισκόμαστε αμέσως σε λάθος απόσταση. Αντίθετα, εντάσσοντας στην κριτική μας κείμενα που αγαπάμε, τα βοηθάμε, στον βαθμό που μας αντιστοιχεί, να αποκτήσουν ορατότητα, πράγμα που στην περίπτωση της φεμινιστικής λογοτεχνίας είναι αναγκαίο. Έτσι, θα ξεκινήσω λέγοντας πως το συγκεκριμένο έργο το αγάπησα πολύ και μολονότι αρχικά πίστευα πως ένα φεμινιστικό βιβλίο που γράφτηκε έναν αιώνα πριν θα είχε μόνο ιστορική αξία, διαψεύστηκα.
Η Σιμπίλα Αλεράμο, φιλολογικό ψευδώνυμο της Ρίνα Φάτσο, υπήρξε η πιο σημαντική φεμινίστρια Ιταλίδα συγγραφέας των αρχών του 20ού αιώνα. Το πρώτο της αυτοβιογραφικό μυθιστόρημα Μια γυναίκα αποτελεί ουσιαστικά έργο ενηλικίωσης στο οποίο καταγράφει την προσωπική της πορεία προς τη χειραφέτηση και φωτίζει πλευρές της διαδρομής που αποτελούν μεν μέρος του προσωπικού της βιώματος, δεν απέχουν δε από αυτό που ονομάζουμε «γυναικεία εμπειρία».
Γραμμένο μέσα σε ένα φεμινιστικό πλαίσιο, κατά την περίοδο όπου οι γυναίκες συγγραφείς χρησιμοποιούσαν τη λογοτεχνία για να δραματοποιήσουν τις δοκιμασίες και τις αδικίες που συνεπάγεται το να είσαι γυναίκα, το βιβλίο της Αλεράμο είναι αναμφίβολα ένα έργο που γράφεται με πρόθεση. Δεν αναζητάμε τόσο τη συγγραφέα, λέει η Σιξού, αλλά αυτό που την έκανε να πάρει τον δρόμο που πήρε ή να γράψει αυτά που έγραψε. Ως εκ τούτου, εμείς σήμερα, ανεξαρτήτως της συγγραφικής πρόθεσης, διαβάζουμε την ιστορία «μιας γυναίκας» -το αόριστο άρθρο στον τίτλο δεν είναι τυχαίο- προσπαθώντας να την κατανοήσουμε και μέσω αυτής, να φωτίσουμε πλευρές της πατριαρχίας που δεν έχουμε αντιληφθεί πλήρως και που όμως επηρεάζουν τη ζωή μας.
Η αφήγηση δεν αναπτύσσεται στο κενό, αλλά ενσωματώνει τα ίχνη του τραύματος, το οποίο έρχεται από το παρελθόν, έχει ρίζες στον χρόνο κι έτσι, αν θέλουμε να αναζητήσουμε τι ήταν αυτό που οδήγησε την ηρωίδα σε έναν επιπόλαιο γάμο -παρόλο που μεγάλωσε σε μια καλή για την εποχή οικογένεια, περιτριγυρισμένη από την αγάπη των γονιών και των αδελφών της και έλαβε επαρκή μόρφωση-, πρέπει να λάβουμε υπόψιν μας την ιδιαίτερα φορτισμένη σχέση της με τον πατέρα της. Από τις πρώτες κιόλας σελίδες, η αφηγήτρια παρουσιάζει μια πολύ στενή σχέση με τον πατέρα της, τον οποίο λάτρευε σε υπερβολικό βαθμό και μάλιστα θεωρούσε τη γοητεία του «θεία πρόνοια», όπως αναφέρει χαρακτηριστικά στο βιβλίο.
Αυτή η στενή σχέση, παρόλο που δεν φαινόταν να αποτελεί πρόβλημα για κανέναν, εντούτοις στέρησε από την κόρη μια τρυφερή σχέση με τη μητέρα, που θα ανταποκρινόταν στις συναισθηματικές ανάγκες της εφηβικής της ηλικίας
Κι ο ίδιος, όμως, της είχε ιδιαίτερη αδυναμία και επιθυμούσε να της παρέχει την καλύτερη δυνατή μόρφωση. Τα ελαττώματά του, όπως το γεγονός ότι ήταν οξύθυμος ή ότι δεν διέθετε την ευαισθησία να κατανοήσει την ποίηση που γοήτευε την κόρη του, θεωρούνταν φυσιολογικά, ενώ το γεγονός πως ήταν αδιάλλακτος και δεν δίστασε να ξαναξεκινήσει τη ζωή του -και κατ’ επέκταση, τη ζωή της οικογένειάς του- από το μηδέν, γοήτευε την Αλεράμο. Αυτή η στενή σχέση, παρόλο που δεν φαινόταν να αποτελεί πρόβλημα για κανέναν, εντούτοις στέρησε από την κόρη μια τρυφερή σχέση με τη μητέρα, που θα ανταποκρινόταν στις συναισθηματικές ανάγκες της εφηβικής της ηλικίας, αλλά και τη γυναικεία αλληλεγγύη μεταξύ τους, με αποτέλεσμα εκείνη να μην γνωρίζει ουσιαστικά τη μητέρα της μέχρι που να είναι πια πολύ αργά. Η υπερβολικά στενή σχέση με τον πατέρα στέρησε από την κόρη τη μητρική κληρονομιά κι έτσι η μητέρα απέτυχε να γίνει πρότυπο φροντίδας, τρυφερότητας κι εσωτερικής δύναμης, γεγονός που αντανακλάται στα λόγια της αφηγήτριας: «Δεν είχα κάνει τίποτα για κανέναν, δεν είχα χαρίσει ένα χαμόγελο, δεν είχα στηρίξει καμία νίκη, δεν είχα σκουπίσει κανένα δάκρυ».
Χρόνια μετά, όταν η αφηγήτρια βρέθηκε στην ίδια θέση με τη μητέρα της, κατάλαβε πόσο δυστυχισμένη είχε υπάρξει αυτή η γυναίκα, που κατέληξε σε κλινική εξαιτίας της κλονισμένης ψυχικής της υγείας. Παρόλο που αργότερα η Αλεράμο συνειδητοποίησε ότι η μητέρα της ήταν ένας ξεχωριστός και πολύ αξιόλογος άνθρωπος, με τα σημερινά δεδομένα αντιλαμβανόμαστε ότι υπήρξε κι εκείνη θύμα μιας πατριαρχικής δομής που αναγκάζει τις κόρες να δουν τις μητέρες ως αδύναμες και να ταυτιστούν με τον πατέρα για ν’ αποκτήσουν αξία.
Το αμφίδρομο τραύμα
Ένα δεύτερο κομβικό σημείο που επηρέασε βαθιά τη ζωή της ηρωίδας σχετίζεται πάλι με τον πατέρα. Η αλλαγή ζωής, η μετακόμιση στην επαρχία και η δουλειά στο εργοστάσιο επηρέασαν την οικογένεια, η οποία αναγκάστηκε να ζήσει σε ένα φτωχό πνευματικά και κοινωνικά περιβάλλον κι έτσι η Αλεράμο στερήθηκε τη συναναστροφή με καλλιεργημένους ανθρώπους σε μια περίοδο της ζωής της που ενδεχομένως αυτή να ήταν πιο αναγκαία από ποτέ. Η έφηβη, έχοντας ανάγκη να νιώσει επιθυμητή, δημιούργησε μια κοντινή σχέση με έναν χαμηλού μορφωτικού επιπέδου συνεργάτη -η Αλεράμο είχε αναλάβει τη θέση της λογίστριας στο εργοστάσιο που διηύθυνε ο πατέρας της-, που όμως ικανοποιούσε επαρκώς τη φιλαυτία της. Η αποκάλυψη μιας εξωσυζυγικής σχέσης του πατέρα της τους οδήγησε σε σύγκρουση, όταν εκείνη, υπερασπιζόμενη τη μητέρα της, πήρε θέση με αποτέλεσμα ο «τέλειος» πατέρας -που τελικά δεν ήταν και τόσο τέλειος- να την τιμωρήσει, διώχνοντάς τη από το εργοστάσιο. Η Αλεράμο απομακρύνεται από την «Εδέμ», χάνει την πατρική προστασία και παντρεύεται έναν άνθρωπο που την είχε ουσιαστικά βιάσει, μεταβιβάζοντας τη δυναμική ελέγχου και υποταγής από τον πατέρα στο σύζυγο.
Το τραύμα είναι αμφίδρομο, καθότι η απώλεια της κόρης ως συμμάχου και καθρέφτη της πατρικής αξίας αποτελεί πλήγμα για τη φαντασίωση κυριαρχίας. του.
Παρά τις ενστάσεις του πατέρα της, που δεν μπορούσε να πιστέψει ότι ένα τόσο δυναμικό κορίτσι επέτρεψε στον εαυτό του να ξεμυαλιστεί, ο γάμος έδωσε χαρά στη μητέρα της, η οποία μέσα από την κόρη της ήλπιζε πως θα αποκτήσει μια δεύτερη ευκαιρία στη ζωή. Ο πατέρας, όμως, κατέληξε να επηρεάζεται από τον αποχωρισμό, μπαίνοντας σε μια «απελπισμένη μανία τυραννίας και νίκης με κάθε κόστος». Το τραύμα είναι αμφίδρομο, καθότι η απώλεια της κόρης ως συμμάχου και καθρέφτη της πατρικής αξίας αποτελεί πλήγμα για τη φαντασίωση της κυριαρχίας του.
Η δομή του βιβλίου
Το βιβλίο είναι χωρισμένο σε τρία μέρη και ακολουθεί την τυπική πορεία μιας γυναίκας προς τη χειραφέτηση. Στο πρώτο μέρος βλέπουμε πώς η ηρωίδα οδηγήθηκε σε έναν κακό γάμο, προσκολλήθηκε στο παιδί της, προσπαθώντας να νοηματοδοτήσει την ύπαρξή της, θέλησε να νιώσει τον έρωτα, αλλά έκανε πίσω όταν συνειδητοποίησε πόσο απελπισμένα επιθυμούσε να γαντζωθεί από κάπου, καταλήγοντας σε μια απόπειρα αυτοκτονίας, όπως ακριβώς και η μητέρα της.
Στο δεύτερο μέρος παρακολουθούμε την αφηγήτρια να ανακτά σιγά σιγά τον έλεγχο, να συνειδητοποιεί πόσο βίαια ανέκοψε την πορεία της ένας γάμος στα δεκαπέντε της και να πιάνει τη ζωή της από την αρχή, αντιλαμβανόμενη πως όφειλε στον γιο της να αναγεννηθεί έτσι ώστε να αποτελέσει ένα υγιές πρότυπο για εκείνον. Έπιασε πάλι τα βιβλία με τους κοινωνικούς προβληματισμούς και το νήμα της σκέψης της από τα εφηβικά της χρόνια κι έμαθε σιγά σιγά να βαδίζει μόνη και να στηρίζεται στα πόδια της, ενώ δε σταμάτησε ούτε στιγμή να στοχάζεται και να επεξεργάζεται τη σχέση με τον πατέρα της, η οποία υπήρξε καθοριστική για τη ζωή της.
Έτσι, η ενασχόληση με τα βιβλία και η συγγραφή λειτουργούν όχι μόνο σαν σανίδα σωτηρίας αλλά δημιουργούν και τις προϋποθέσεις για μια αλλαγή στη ζωή της.
Παρόλο, μάλιστα, που ένιωθε εγκαταλελειμμένη από εκείνον, βίωνε μια διαρκή ενοχή καθιστώντας την εαυτή της υπεύθυνη για την απομάκρυνσή τους, ενώ του όφειλε, όπως πίστευε, ό,τι καλό υπήρχε μέσα της. Ταυτόχρονα, στηλιτεύει αδιάκοπα τον καθωσπρεπισμό και τις κοινωνικές συμβάσεις, συνειδητοποιώντας μάλιστα πως αυτός ο καθωσπρεπισμός έπληξε και τον πατέρα της κάποτε. Δε σταματά ποτέ να τον συμπονά για το γεγονός ότι έχει χάσει για πάντα την αγάπη των παιδιών του και δείχνει ανήμπορος να διαχειριστεί τη σχέση του μαζί τους. Ταυτόχρονα με την ανάπτυξη της γυναικείας ταυτότητας, αρχίζει να έχει κοντινή σχέση με τις γυναίκες, να τις αγαπά, να τις αισθάνεται όμορφες, να τις νιώθει αδελφές. Διαβάζει ασταμάτητα, συνεργάζεται με ένα περιοδικό, δημοσιεύει άρθρα και κριτικές και με θλίψη αντιλαμβάνεται πως τα βιβλία που καταφτάνουν για κριτική αποτελούν κακέκτυπα του τρόπου γραφής των αντρών. Αλληλογραφεί με διάφορους ανθρώπους και αρχίζει να διαμορφώνεται μες στο μυαλό της η ιδέα να γράψει και η ίδια ένα βιβλίο. Έτσι, η ενασχόληση με τα βιβλία και η συγγραφή λειτουργούν όχι μόνο σαν σανίδα σωτηρίας αλλά δημιουργούν και τις προϋποθέσεις για μια αλλαγή στη ζωή της.

Στο τρίτο μέρος έρχεται πλέον η συνειδητοποίηση ότι η ελευθερία της δε θα της δοθεί εύκολα και πως οφείλει να κάνει κάτι πιο δραστικό ώστε να διεκδικήσει την ευτυχία της με κάθε κόστος και όχι με συμβιβαστικές λύσεις, ακόμα κι αν αυτό το κόστος θα ήταν να χάσει το παιδί της, για το οποίο την κατηγόρησαν οι φεμινίστριες της εποχής.
Πρόκειται για ένα βιβλίο στο οποίο η συγγραφέας δεν αυτοβιογραφείται απλώς, αλλά επιχειρεί συνειδητά να κατανοήσει και να καταγράψει το τραύμα. Με μια ρέουσα γραμμική αφήγηση -προϊόν βαθιάς εσωτερικής επεξεργασίας και γι’ αυτό τόσο πολύτιμης- μυθοποιεί με καταπληκτικό τρόπο τη ζωή της, η οποία δεν απέχει πολύ από αυτή των σημερινών γυναικών. Μέσα από τη γραφή της Αλεράμο φανερώνεται η δύσκολη πορεία προς τη χειραφέτηση, αναδεικνύονται τα κοινά μοτίβα της δικής της ζωής με αυτήν των γονιών της, φωτίζεται η προβληματική συνθήκη που δημιουργούν εκατέρωθεν τα ανεπεξέργαστα συναισθήματα μέσα στη δυναμική των οικογενειακών σχέσεων, όχι μόνο ατομικά αλλά διαγενεακά και συστημικά, καθώς και κάποιες πικρές αλήθειες για τη μητρότητα. Το συγκεκριμένο βιβλίο, θα λέγαμε, λειτουργεί σαν πρόδρομος για το αυτομυθοπλαστικό λογοτεχνικό είδος, το οποίο καθιερώθηκε ως όρος πολλές δεκαετίες αργότερα και που γνωρίζει μεγάλη άνθηση στις μέρες μας.
*Η ΙΩΑΝΝΑ ΦΩΤΟΠΟΥΛΟΥ είναι εκπαιδευτικός, κάτοχος Μεταπτυχιακού στη Δημιουργική Γραφή.
Απόσπασμα από το βιβλίο
«Μέχρι εκείνη την ημέρα πίστευα πως είχα μια σταθερή ηθική, απλή και ξεκάθαρη, με την οποία θα βάδιζα στη ζωή μου δίχως αμφιβολίες και δοκιμασίες. Παρότι μου διέφευγε το γιατί της ύπαρξής μας, παρότι γύρω μου, από τα παιδικά μου χρόνια κι έπειτα, είχα δει σιγά σιγά να φθίνουν οι λόγοι τυχόν ενθουσιασμού, συγκίνησης και υπερηφάνειας, παρότι η διαρκώς προδομένη ατομικότητά μου ήταν κάτι που αγνοούσα ως κι εγώ η ίδια, δεν έχασα ποτέ την πίστη μου στη δύναμη της θέλησης και μου φαίνονταν πάντα ακατανόητες οι ήττες που προκαλούσε το συναίσθημα ή το ένστικτο, η κατάρρευση μιας ψυχής. Ο πρώτος μεγάλος πόνος που βίωσα οφειλόταν στον πατέρα μου, στην ανακάλυψη της αδυναμίας ενός άντρα που τον είχα για θεό. Είχα πάνω απ’ όλα ανάγκη να θαυμάζω όχι να αγαπώ. Με το να αποδεχτώ την ένωσή μου με έναν άνθρωπο που με είχε καθυποτάξει και με είχε ισοπεδώσει, μικρή και ανυπεράσπιστη, πίστευα πως υπάκουα στη φύση, στο πεπρωμένο μου ως γυναίκα, που μου επέβαλλε να αναγνωρίσω την αδυναμία μου να βαδίζω μόνη μου στη ζωή. Με αυτή την απόφαση, ωστόσο, ήθελα επιπλέον να μη φανεί το πεπρωμένο μου πιο δυνατό από εμένα, κι έδειξα ένα ανθρώπινο πρόσωπο σε εκείνη τη μοιραία δύναμη».
Δυο λόγια για τη συγγραφέα
Η Sibilla Aleramo, ψευδώνυμο της Ρίνα Φάτσο, ήταν η πιο σημαντική Ιταλίδα συγγραφέας των αρχών του 20ού αιώνα που στρατεύτηκε στον αγώνα για την απελευθέρωση των γυναικών, είτε μέσα από το παράδειγμα της προσωπικής της ζωής είτε μέσα από την αρθρογραφία της σε εφημερίδες και από τα μυθιστορήματά της. Είχε μια θυελλώδη σχέση με τον ποιητή Ντίνο Καμπάνα.

Το πρώτο της μυθιστόρημα, Μια γυναίκα, κυκλοφόρησε το 1906, και πέρασαν αρκετά χρόνια για να δημοσιευτεί το δεύτερο, Il Passaggio, το 1919. Στην πλούσια εργογραφία της συγκαταλέγονται επίσης τα Momenti, Amo dunque sono, Il frustino, Orsa minore, Aiutatemi a dire και Luci della mia sera.























