
Για τη μελέτη «Δημιουργικές τομές. Με επίκεντρο τις κοινωνιολογίες τεχνών και πολιτισμού στην Ελλάδα» (επιμ. Προκόπιος Ορφανός, εκδ. Δίσιγμα).
Γράφει η Άννα Λυδάκη
«Πώς θα μπορούσε η τέχνη να στερηθεί την πραγματικότητα και πώς να της υποταχθεί εν τέλει; Ο καλλιτέχνης επιλέγει το αντικείμενό του, αλλά επιλέγεται εξίσου από αυτό […] Δημιουργία υψηλής τέχνης θα είναι πάντα το έργο που εξισορροπεί την πραγματικότητα και την άρνησή της από τον άνθρωπο, όπου κάθε αντίρροπη δύναμη αναζωπυρώνει την άλλη μέσα σε μια διαρκή ανάβλυση χαράς της ζωής και σπαραγμού…» (Α. Καμύ, Ο καλλιτέχνης και η εποχή του, εκδ. Καστανιώτη)
Κάθε μορφή τέχνης γεννάται σε ένα συγκεκριμένο κοινωνικό σύστημα, γι’ αυτό η μελέτη της και η διερεύνηση της αισθητικής μάς δίνει πληροφορίες για τους δημιουργούς και τους αποδέκτες του καλλιτεχνήματος. Αυτό επιχειρείται στον τόμο Δημιουργικές τομές. Με επίκεντρο τις κοινωνιολογίες τεχνών και πολιτισμού στην Ελλάδα που επιμελήθηκε ο Προκόπιος Ορφανός, ο οποίος μελετά «αυτό που παράγει την τέχνη και αυτό που παράγει η τέχνη», δηλαδή την παραγωγή, τη διανομή, την αξιολόγηση και την πρόσληψη και κατανάλωση των τεχνών αναζητώντας την κοινωνική πραγματικότητα.
Ο Ορφανός, στον πρόλογό του, παρουσιάζει τις απόψεις κοινωνιολόγων που έχουν ασχοληθεί με την κοινωνιολογία της τέχνης, όπως του Μπουρντιέ που μίλησε για το πολιτισμικό κεφάλαιο και το γούστο ως κοινωνικά δομημένο και όχι ως δοσμένο από τη φύση και άλλων. Στον ίδιο πρόλογο ο συγγραφέας παραπέμπει στις απόψεις του Μπασλάρ ότι η γνώση συντελείται ενάντια σε προϋπάρχουσες, θεμελιωμένες γνώσεις, ενάντια στον κοινό νου και στις προκαταλήψεις. Η κοινωνιολογία πρέπει να έρθει σε ρήξη με τον κοινωνικό κόσμο. Το ίδιο όμως κάνει και η τέχνη όπως είναι γνωστό: επιφέρει μια ρωγμή στις τρέχουσες αξίες και υποδεικνύει ένα δρόμο προς την ελευθερία (Μαρκούζε, Η αισθητική διάσταση, εκδ. Νησίδες).
Έτσι, η κοινωνιολογία είναι μια μορφή τέχνης όταν γίνεται «ερευνητική κοινωνιολογία». Αυτό τον επιθετικό προσδιορισμό χρησιμοποιεί ο Ορφανός για να ορίσει τη δουλειά του: Μια κοινωνιολογία που ερευνά δεν μπορεί παρά να συμπεριλαμβάνει την τέχνη και να μελετά τους θεσμούς και τις συνθήκες δημιουργίας του καλλιτεχνικού έργου, τις υλικές βάσεις, τις αισθητικές μορφές, τους τρόπους έκφρασης.
Μέχρι τη δεκαετία του 1960, η κοινωνιολογία, εγκλωβισμένη στον θετικισμό, δεν είχε ασχοληθεί με την τέχνη, παραβλέποντας πως ό,τι γνωρίζουμε για λαούς που έζησαν πριν από μας τα μαθαίνουμε από τα έργα τέχνης. Τοιχογραφίες, αγάλματα, αρχιτεκτονικά έργα, μύθοι και μυθοπλασίες μιλούν για αρχαίους πολιτισμούς και μέσα από την τέχνη αναδύεται η ιστορική πραγματικότητα.
Το καλλιτεχνικό έργο αποτελεί ένα μήνυμα που στέλνει ο δημιουργός του προσπαθώντας να εκφραστεί, να εκθέσει τις ιδέες του και να επικοινωνήσει: «Η μείζων λειτουργία της τέχνης είναι η επικοινωνία» είχε τονίσει ο Aντρέι Ταρκόφσκι, που θεωρούσε ότι η τέχνη είναι μια μετα-γλώσσα και πίστευε πως δεν έχει νόημα να εκφραστεί κάποιος αν δεν αποζητά και αν δεν βρίσκει ανταπόκριση· γι’ αυτό προϋποτίθεται ένα κοινό σώμα γνώσεων από το οποίο ο καλλιτέχνης αντλεί για να δημιουργήσει και το οποίο, επίσης, διαθέτουν εκείνοι στους οποίους απευθύνεται (Σμιλεύοντας το χρόνο, εκδ. Νεφέλη). Έτσι, η τέχνη γίνεται μέρος της κοινωνικής πραγματικότητας και η κατανόησή της συμβάλλει στη γνώση μας για τον κόσμο εντός του οποίου ζούμε.
Την παλιά ενότητα τέχνης και κοινωνικής πραγματικότητας τη διακρίνουμε ακόμη στις λαϊκές δημιουργίες των παραδοσιακών κοινωνιών, καθώς οι τέχνες σ’ αυτές τις κοινωνίες δεν διαχωρίζονται σε «καλές» και «κατώτερες», «μείζονες» και «ελάσσονες». Τα έργα τέχνης είναι ως επί το πλείστον ανώνυμα, και δημιουργός είναι απλώς ο καλός τεχνίτης, που δεν θεωρεί ότι κατασκευάζει ένα έργο τέχνης αλλά ένα χρηστικό αντικείμενο στο οποίο δίδει αισθητική μορφή (βλ. Μ.Γ. Μερακλής, Ελληνική λαογραφία, εκδ. Καρδαμίτσα).
Εμφανές αυτό και στα σχόλια του Ορφανού στο τελευταίο κεφάλαιο του βιβλίου στο οποίο σχολιάζει τις καλλιτεχνικές δράσεις στο Λαογραφικό Μουσείο της Φλώρινας τον Νοέμβριο του 2024: «Στη χειρωνακτική εργασία και τη δεξιοτεχνία του τεχνίτη ή της τεχνίτριας διαφαίνεται η ενότητα χεριού και νου... Και στις δράσεις αυτές διαφαίνεται μια επιστροφή στο παρελθόν, όπου η καλλιτεχνική εργασία δεν είναι σε απομόνωση, το εργαστήριο περιλαμβάνει καλλιτέχνες βοηθούς και μαθητευόμενους και οι άνθρωποι συνδέονται με εργασιακά τελετουργικά».
Το ίδιο ανώνυμη είναι και η λαϊκή λογοτεχνία (μύθοι, παραμύθια, παραδόσεις, δημοτικά τραγούδια κλπ.) που απηχεί την ιδεολογία, την κοσμοθεωρία, τις δοξασίες και το κοινό αίσθημα που διέπουν τη ζωή των ανθρώπων.
Η τέχνη αποκόπτεται από την καθημερινότητα και αποτελεί ένα ξεχωριστό σύμπαν κατά τον Διαφωτισμό· τότε εμφανίζεται και ο ρομαντικός καλλιτέχνης. Ήδη από τον 16ο αιώνα και με την άνοδο της αστικής τάξης, σταδιακά δημιουργείται η σφαίρα της τέχνης που χαρακτηρίζεται από την αισθητική μορφή. Η τέχνη διαχωρίζεται από τη χειρωνακτική εργασία, γίνεται αυτόνομη και, βέβαια, η αστική τάξη ήταν εκείνη η οποία μπορούσε να απολαμβάνει την τέχνη. Όπως σημειώνουν οι Μ. Χορκχάιμερ & Τ.Β. Αντόρνο (Διαλεκτική του διαφωτισμού, εκδ. Νήσος): «Μόνο ο Οδυσσέας -και όχι οι κωπηλάτες- έχει τη δυνατότητα να ακούει το τραγούδι των Σειρήνων χωρίς όμως να μπορεί να ενδώσει στο κάλεσμά τους».
Στον τόμο που επιμελήθηκε ο Ορφανός εμπεριέχονται εργασίες στις οποίες φαίνεται ότι δεν είναι ανέφικτη η επανένωση καθημερινής ζωής και τέχνης. Το αντίθετο διακρίνεται: η τέχνη μπορεί ξανά να μπει στην καθημερινότητά μας, η κάθε είδους τέχνη και, καθώς ο συγγραφέας συνέλεξε κείμενα από ειδικούς σε κάθε τομέα, έχουμε ένα πανόραμα των τεχνών και τρόπους με τους οποίους καθεμιά μπορεί να μπει στη ζωή μας και ταυτόχρονα να συμβάλλει στη διερεύνηση της κοινωνικής πραγματικότητας.
Στο βιβλίο θίγονται και θεωρητικά ζητήματα, αλλά κυρίως καταγράφονται εμπειρικά δεδομένα, περφόρμανς, δραματοποιήσεις, παιχνίδι, τελετουργικές κινήσεις κλπ. που μας θυμίζουν την πρώτη τέχνη, τον χορό. Χορός θεωρείται κάθε κίνηση που διαφέρει από την κανονική βάδιση σε μια προσπάθεια του ανθρώπου να επικοινωνήσει με το θείο. Άρα, ίσως, οι καλλιτεχνικές εκφράσεις αποτελούν μια βασική ανθρώπινη ανάγκη που για να ικανοποιηθεί απαιτεί εκείνο που βρίσκεται εντός αλλά και πέρα από την καθημερινότητα.
Τα κείμενα του τόμου
Ας δούμε τα κείμενα του τόμου σχεδόν επιγραμματικά. Η αυτονομία της κοινωνιολογίας της πολιτισμικής διάχυσης έχει περιοριστεί διεθνώς και δύσκολα θα βρει κάποιος εργασίες πάνω στις σχέσεις μεταξύ κοινού και πολιτισμικών θεσμών στον χώρο αυτό, γράφει ο Νίκος Παναγιωτόπουλος. Και δυστυχώς, σημειώνει, σήμερα που κυριαρχεί ο νόμος της αγοράς, πολλές από τις σχετικές έρευνες φαίνεται να υπηρετούν ή να στοχεύουν να υπηρετήσουν τη σχετική γραφειοκρατική και κρατική ζήτηση, με το επιχείρημα, βέβαια, να φανούν χρήσιμες.
Οι στίχοι φανερώνουν ιδεολογίες, κοινωνικές αναπαραστάσεις, συλλογικά τραύματα και οράματα που φορτίζουν συγκινησιακά και επιδρούν στο θυμικό και συνειδησιακό πεδίο μιας κοινωνίας.
Ο Νίκος Φωτόπουλος μελετά τον ρόλο του τραγουδιού στη διαμόρφωση της κοινωνικής συνείδησης και της συλλογικής ταυτότητας ξεκινώντας από τα δημοτικά τραγούδια και φθάνοντας στο ροκ και το χιπ χοπ της διαμαρτυρίας και του ακτιβισμού. Αναλύει τον ρόλο του λόγου στο τραγούδι και το πώς αυτό συνδέθηκε με εποχές, κινήματα, ιδεολογικά και πολιτικά προτάγματα. Οι στίχοι φανερώνουν ιδεολογίες, κοινωνικές αναπαραστάσεις, συλλογικά τραύματα και οράματα που φορτίζουν συγκινησιακά και επιδρούν στο θυμικό και συνειδησιακό πεδίο μιας κοινωνίας.
Ο Μάρκος Τσέτσος αναλύει το κοινωνικό πεδίο της μουσικής στη νεωτερικότητα που διαρθρώνεται υπό μορφή τριών μουσικών κόσμων: της κλασικής / έντεχνης, της λαϊκής / παραδοσιακής (φολκ) και της δημοφιλούς μουσικής (ποπ) και τονίζει ότι το να υποστηρίζει η κοινωνιολογία την ισοτιμία μεταξύ τους δεν την υποχρεώνει να εξισώνει αξιολογικά τα επιμέρους μουσικά αντικείμενα στο εσωτερικό της καθεμιάς τους. Τα αξιολογικά κριτήρια στην περίπτωση των επιμέρους μουσικών αντικειμένων ανήκουν στη δικαιοδοσία της αισθητικής και όχι της κοινωνιολογίας.
Ο κινηματογράφος
Η εικόνα και η κινούμενη εικόνα, ο κινηματογράφος, σαφώς και αποτελούν εργαλεία κοινωνικής έρευνας. Και η Κωνσταντίνα Ευαγγέλου με βάση αυτή τη σκέψη μελετά και σχολιάζει το «Θεώρημα» του Παζολίνι, μια ταινία στην οποία ο κινηματογράφος διασταυρώνεται με τη λογοτεχνία, την ποίηση και το θέατρο και συνδέεται η σεξουαλικότητα με την ιερότητα. Ένας επισκέπτης μπαίνει σε μια οικογένεια και διαρρηγνύει οριστικά την εύθραυστη, όπως φαίνεται, αστική της κανονικότητα οδηγώντας την στην έρημο.
Η ζώσα φωνή των συμμετεχόντων στην έρευνα καταγράφεται και αναδύονται οι δύσκολες συνθήκες δημιουργίας του καλλιτεχνικού έργου. Π.χ. Η ηθοποιός Νάντια για δουλειά πέντε μηνών πληρώθηκε με 380 ευρώ.
Η Χριστίνα Καρακιουλάφη μελετά την επισφαλή εργασία των ηθοποιών και τα προβλήματα που αντιμετωπίζουν. Οι ανισότητες μεταξύ τους είναι κραυγαλέες και οι περισσότεροι αναγκάζονται να παραμερίζουν την ανάγκη τους για καλλιτεχνική δημιουργία και έκφραση και να απασχολούνται σε άλλες δουλειές. Η ζώσα φωνή των συμμετεχόντων στην έρευνα καταγράφεται και αναδύονται οι δύσκολες συνθήκες δημιουργίας του καλλιτεχνικού έργου. Π.χ. Η ηθοποιός Νάντια για δουλειά πέντε μηνών πληρώθηκε με 380 ευρώ.
Οι ερευνήτριες Αναστασία Ζήση, Μαρία Ζούρου και Αθανασία Καρρά επικεντρώνονται στις θεραπευτικές επιδράσεις της τέχνης, τόσο σε ατομικό όσο και σε συλλογικό επίπεδο. Με την αυτοέκφραση και τη συμβολική επικοινωνία -πέρα από τα λόγια- συνδέεται ο νους με το σώμα και ανακουφίζεται ο ψυχικός πόνος. Η κοινοτική τέχνη καταργεί τον παραδοσιακό διαχωρισμό μεταξύ καλλιτέχνη και κοινού και οι επιτελεστικές καλλιτεχνικές δράσεις μεταξύ θεάτρου, τελετουργίας και καθημερινής ζωής επιτρέπουν την ανάλυση της ανθρώπινης εμπειρίας.
Με τη συμμετοχική τέχνη ασχολείται ο Προκόπιος Ορφανός και πιο συγκεκριμένα με το Blind Date, μια καλλιτεχνική πλατφόρμα που δημιουργήθηκε από τον Αντώνη Βολανάκη και προάγει τη συμμετοχή, τη δημιουργία, τη συνεργασία και την καλλιτεχνική έκφραση. Άγνωστοι μεταξύ τους οι συμμετέχοντες καλούνται να εγκαταλείψουν το στοιχείο της απομόνωσης και να συμμετάσχουν, να αλληλοεπιδράσουν, να ανοιχτούν ο ένας προς τον άλλον και να συνδημιουργήσουν.
Ο Γιώργος Πλειός αναφέρεται στην «αύρα» του έργου τέχνης που χάνεται στην κινούμενη εικόνα, ιδιαίτερα στην τηλεόραση με τη διευρυμένη παρουσία διαφημιστικών διακοπών και την αντικατάσταση των ζωντανών προγραμμάτων με προγράμματα κονσέρβα. Από την άλλη, το καλλιτεχνικό έργο χάνει τον συμβολισμό του, καταδηλώνεται και μετατρέπεται σε χρήσιμη πληροφορία. Στο διαδίκτυο ποτέ η πρόσληψη δεν ολοκληρώνεται, καθώς η συνεχής εναλλαγή, το αφήνει πάντα ημιτελές.
Τεχνητή Νοημοσύνη, εργατική τάξη, οικολογία
Ο Χρήστος Τσιρώνης σχολιάζει το πώς η Τεχνητή Νοημοσύνη θα επηρεάσει την καλλιτεχνική δημιουργία, τον λόγο και τις τέχνες, την ανθρώπινη δημιουργικότητα. Η Τεχνητή Νοημοσύνη δεν δημιουργεί. Αναπαράγει στερεότυπα και προκαταλήψεις και επεξεργάζεται δεδομένα με βάση τον πληροφοριακό χαρακτήρα της επικοινωνίας. Είναι και λογοκλοπή γιατί δεν αποδίδονται δικαιώματα στους δημιουργούς.
Έτσι, επιχειρείται η κατάργηση της τέχνης ως ξεχωριστής σφαίρας από τη ζωή και η ένταξή της στην καθημερινή ζωή όχι μόνο των αστών αλλά και της εργατικής τάξης, μια φιλοδοξία που παραμένι ανεκπλήρωτη.
Η Αλεξάνδρα Αντωνιάδου εξετάζει το θέμα της πρόσληψης της τέχνης από την εργατική τάξη. Αναφέρεται στις επισκέψεις στα μουσεία, αλλά αναρωτιέται αν αυτό είναι αρκετό για την κατανόηση του έργου τέχνης. Ο καπιταλισμός επιτρέπει σε συγκεκριμένες κοινωνικές τάξεις την πρόσβαση. Ευτυχώς υπάρχουν συμμετοχικά και συνεργατικά καλλιτεχνικά πρότζεκτ που εμπλέκουν ανθρώπους της εργατικής τάξης και πρόσφυγες-μετανάστες στον δημόσιο χώρο δραματοποιώντας ιστορικά γεγονότα και σύγχρονα προβλήματα. Έτσι, επιχειρείται η κατάργηση της τέχνης ως ξεχωριστής σφαίρας από τη ζωή και η ένταξή της στην καθημερινή ζωή όχι μόνο των αστών αλλά και της εργατικής τάξης, μια φιλοδοξία που παραμένι ανεκπλήρωτη.
Η Βικτώρια Φερεντίνου εξετάζει τη σχέση της κοινωνιολογίας της τέχνης με την οικολογία. Οι μη ανθρώπινες οντότητες είναι παρούσες και οφείλουμε να δούμε πώς αλλάζει η λειτουργία και η σημασιοδότηση της τέχνης στο παρόν κλιματικό καθεστώς λαμβάνοντας υπόψη τη συμβιωτική σχέση μας με τα μη ανθρώπινα όντα. «Η σκοτεινή οικολογία χαρακτηρίζει την αναμέτρησή μας με τη λύπη ή τη δυσφορία που νιώθουμε εξαιτίας της παρούσας πλανητικής κατάρρευσης η οποία βρίσκεται σε εξέλιξη» γράφει.
Η Αρετή Λεοπούλου ασχολείται με την τέχνη που ενοχλεί, όπως τα παράσιτα, τους ξενιστές που ζουν σε ξένα σώματα. Εδώ όμως η τέχνη αυτή δρα δημιουργικά στο ζωντανό σώμα, αφυπνίζει και διευρύνει τα όρια της σχέσης και του διαλόγου μεταξύ έργου τέχνης και θεατή. Με έργα συνεργατικής λογικής, εκκινώντας από ουσιώδη ζητήματα της τρέχουσας κοινωνικής και καθημερινής επικαιρότητας, επιχειρεί να αποσταθεροποιήσει τα υπάρχοντα συστήματα θίγοντας τις σχέσεις εξουσίας και δημιουργώντας νέες συνθήκες και σχέσεις επικοινωνίας.
Η Μαίρη Ζυγούρη μελετά και σχολιάζει το αρχείο της Μαρίας Καραβέλα, του οποίου από το 2023 είναι εξουσιοδοτημένη υπεύθυνη, της πρώτης καλλιτέχνιδας -ή από τις πρώτες- που δημιούργησε «χώρο» στην Ελλάδα και εισήγαγε συμμετοχικές και σχεσιακές πρακτικές στον δημόσιο χώρο. Ειδικότερα, η Ζυγούρη παρουσιάζει τη σύνθετη καλλιτεχνική πρακτική με τον τίτλο «Κοκκινιά» και τα απομαγνητοφωνημένα ηχητικά αρχεία, που έγιναν ταινία («Αντίσταση 40- 50»). Στην περφόρμανς του 1979 συμμετείχαν γυναίκες που ξανάζησαν εικόνες που κουβαλούν πάντα μέσα τους. Μια επιτελεστική παιδαγωγική με τη χρήση τεκμηρίων, μια μάθηση ως μέρος καλλιτεχνικής διαδικασίας.
Όπως το παιχνίδι ακροβατεί στα όρια αληθινού και μη αληθινού, με τον ίδιο τρόπο που κάθε σύστημα ακροβατεί στο όριο μεταξύ ελευθερίας και φόβου προκειμένου να νοηματοδοτήσει το περιεχόμενό του.
Η Φωτεινή Καλλέ αναζητά τη σχέση του καλλιτεχνικού έργου με την κοινωνική καθημερινότητα, μέσα από το «παιχνίδι» σε μια μάντρα με άχρηστα υλικά. Είναι μια περφόρμανς που ακροβατεί μεταξύ τέχνης και ζωής, πραγματικής εμπειρίας και καλλιτεχνικής πράξης. Όπως το παιχνίδι ακροβατεί στα όρια αληθινού και μη αληθινού, με τον ίδιο τρόπο που κάθε σύστημα ακροβατεί στο όριο μεταξύ ελευθερίας και φόβου προκειμένου να νοηματοδοτήσει το περιεχόμενό του.
Η Ιουλία Χαραλάμπους, η Αγγελική Αυγητίδου, η Αντιγόνη Αυδή, η Φωτεινή Καλλέ, ο Έκτορας Μαυρίδης, φοιτήτριες και φοιτητές συνδέουν το παρελθόν με το παρόν στο Λαογραφικό Μουσείο της Φλώρινας στην περφόρμανς που έλαβε χώρα στο τέλος Νοεμβρίου 2024. Εκεί τα εργασιακά τελετουργικά και αντικείμενα «μιλούν» και οι κοινωνικοί ρόλοι αναβιώνουν με τις ενσώματες πρακτικές, όπου η «έμφυλη» μνήμη αναδύεται. Οι ενσώματες καλλιτεχνικές επιτελέσεις των δρώμενων αναδιαπραγματεύονται τη συλλογική μνήμη και την πολιτισμική κληρονομιά αναδεικνύοντας τον ρόλο και τη συνεισφορά της γυναίκας στην οικογένεια και την κοινωνία.
Εν κατακλείδι, ο Προκόπιος Ορφανός, ο δημιουργός του τόμου αυτού, κατάφερε να συλλέξει πρωτότυπα και πολύ σημαντικά κείμενα και να καταθέσει ένα σπουδαίο βιβλίο που συνδέει την τέχνη με την κοινωνία εντός της οποίας δημιουργείται και το καλλιτεχνικό έργο με τον δημιουργό και τον αποδέκτη του.
* Η ΑΝΝΑ ΛΥΔΑΚΗ είναι ομότιμη καθηγήτρια Κοινωνιολογίας στο Πάντειο Πανεπιστήμιο. Τελευταίο έργο της, Ο άνθρωπος και τα άλλα ζώα (εισαγωγή, επιμέλεια, εκδ. Παπαζήση).




























