alt

Για το βιβλίο του Γιώργου Στόγια «Ο τελευταίος τροχός της αμάξης» (εκδ. Μελάνι).

Του Αντώνη Πετρίδη

Ο Τελευταίος τροχός της αμάξης αποτελείται από τρεις αυτόνομες, και εκ πρώτης όψεως άσχετες μεταξύ τους, αφηγήσεις, τις οποίες ο συγγραφέας συνοψίζει στο οπισθόφυλλο ως εξής: «Αποτυχημένος καλλιτέχνης βρίσκει μια δεύτερη ζωή ως πληρωμένο κυβερνητικό τρολ. Πλήρως ενταγμένος μετανάστης πληρώνει ακριβά τη γνώμη του για το δημοψήφισμα. Σαραντάρης φιλελεύθερος ροκάς, παντρεμένος με παιδί, προσπαθεί να ικανοποιηθεί».

Ο «καλλιτέχνης» της πρώτης ιστορίας επιστρέφει σαν έφηβος στο σπίτι της μητέρας του, ανυπόληπτος πλέον και χοντρός, με την πιστωτική του να «έχει μέσα λιγότερα χρήματα από μια τηλεκάρτα».

Το ασύνδετο είναι βεβαίως φαινομενικό. Στην πραγματικότητα έχουμε να κάνουμε με ενιαία, σπονδυλωτή αφήγηση, στην οποία οι διακριτές ιστορίες συνέχονται από τρία κοινά νήματα-μοτίβα: Πρώτον, από τρεις κεντρικούς χαρακτήρες, όλους γύρω στα σαράντα, «που κατοικούν στην περιφέρεια του συστήματος» και όχι απλώς έχουν απομακρυνθεί πολύ πλέον από το μεσουράνημά τους, αλλά έχουν κατρακυλήσει, καθώς ξεκινά η αφήγηση, στο ναδίρ.
Ο «καλλιτέχνης» της πρώτης ιστορίας επιστρέφει σαν έφηβος στο σπίτι της μητέρας του, ανυπόληπτος πλέον και χοντρός, με την πιστωτική του να «έχει μέσα λιγότερα χρήματα από μια τηλεκάρτα» (σ. 9). Με ξοδεμένες «τις ψυχικές του οικονομίες στο ηθικό πλεονέκτημα της Αριστεράς» (σ. 11), φαντάζεται ότι μπορεί να εκβιάσει τους πρώην εργοδότες του, αλλά επίσης ήρεμος πια και απαλλαγμένος από την υποχρέωση να παίρνει στα σοβαρά τον εαυτό του (σ. 12) παίζει φλιπεράκι στην παραλιακή (σ. 10).
Ο «ενταγμένος μετανάστης» της δεύτερης ιστορίας («Ναι (Θάνατος από βεβαιότητα)», που θα μπορούσε να διαδραματίζεται οπουδήποτε στον κόσμο αλλά είναι δύσκολο να μην τη φανταστούμε στην Ελλάδα, έμαθε ελληνικά, παντρεύτηκε ντόπια και λειτουργούσε ως ηγέτης στην κοινότητά του και ως διαμορφωτής γνώμης στην ευρύτερη κοινωνία, μέχρι που βρίσκεται παγιδευμένος σε έναν γραφειοκρατικό εφιάλτη, ο οποίος αποκτά προϊόντως διαστάσεις καφκικές και εν τέλει ιονέσκειες. Αποκορύφωμα είναι η βίαιη πλην γαλήνια μεταγωγή του «ενταγμένου» από τους μπάτσους εἰς τόπον χλοερόν, μες σε χαμόγελα δικαίωσης και επαίνους για το επερχόμενο νέο τολμηρό του κείμενο, το οποίο θέτει τον δάκτυλον επί τον τύπον των ήλων, μόνο που αυτός, σε αντίθεση με τον Ιησού, δεν θα μπορέσει να αναστηθεί, για να το θαυμάσει.
Ο πάλαι ποτέ γυναικοκατακτητής ροκάς της τρίτης ιστορίας («Sex beat 1996») είναι πια ένας «σαλιάρης» μεσήλικας, παντρεμένος με παιδί, παγιδευμένος σε ανούσιες κοινωνικές συνευρέσεις και μια μικροαστική συμβατική ύπαρξη· ένας τύπος πρώην κουλ, που δεν μπορεί παρά «να βάζει στον φούρνο μικροκυμάτων κατεψυγμένες επιθυμίες» (σ. 90), για πρό-χειρη (κυριολεκτικά) ικανοποίηση των βιοτικών του αναγκών, όσο περιμένει τη γυναίκα του να τελειώσει την επάλειψη κρεμών ανάπλασης του δέρματος (σ. 83).

Ο «καλλιτέχνης» αποκτά επιρροή και σούπερ γκόμενες ως πληρωμένο τρολ που προωθεί την ατζέντα της κυβέρνησης με ψηφιακό ξύλο, βρισιές και φέικ νιουζ.

Παρ' όλα αυτά, για μια στιγμή –στο πρόσφατο παρελθόν της αφήγησης, στις δύο πρώτες ιστορίες· σε χρόνο «που μισοπραγματικός, μισογυρνάμενος μες στο μυαλό του» πρωταγωνιστή ήταν, στην τρίτη– και οι τρεις ήρωες βιώνουν την ψευδαίσθηση μιας επανεκκίνησης, τη φευγαλέα πεποίθηση ότι ακόμη μπορούν να κάνουν τη διαφορά.
Ο «καλλιτέχνης» αποκτά επιρροή και σούπερ γκόμενες ως πληρωμένο τρολ που προωθεί την ατζέντα της κυβέρνησης με ψηφιακό ξύλο, βρισιές και φέικ νιουζ.
Ο μετανάστης διαβάζει βιβλία «για τη βόμβα του ασφαλιστικού», έχει βαρέσει το ταβάνι των 5000 διαδικτυακών φίλων (σ. 61) και κυρίως γράφει άρθρα (αντικαθεστωτικής) γνώμης στη γλώσσα των ντόπιων, «για πράγματα... δικά μας, γραικικά», όπως το δημοψήφισμα.
Ο ροκάς, τέλος, βρίσκει ανέλπιστα την ευκαιρία να ξανακούσει λάιβ το αγαπημένο του συγκρότημα, να τα ξαναβρεί με τον κολλητό του και να ξαναφιλήσει ένα στόμα με οσμή ευχάριστη οφειλόμενη στη νιότη και όχι σε κάποιο «τρομερό αποσμητικό» (σ. 95). «Ήταν σαν να ξυπνούσε», λέει, «από τον τάφο ένα κομμάτι του εαυτού του που είχε κηδεύσει στη ζούλα, όπως έναν αυτόχειρα σε χωριό» (σ. 94).

Όμως, όχι, κανείς τους δεν κάνει καμία διαφορά. Και οι τρεις παραμένουν τώρα ό,τι υπήρξαν πάντοτε: «ο τελευταίος τροχός της αμάξης», άνθρωποι που ανέκαθεν οικτρώς επλανώντο πως είναι «σε θέση να χαράξουν πορεία» (108), ότι «μπορούσαν να επηρεάσουν το μεγάλο παιχνίδι» (σ. 99).
Ο καλλιτέχνης θα παραδεχθεί ότι «δεν είναι ο Δον Ζουάν, δεν είναι λογοτεχνικός χαρακτήρας» (σ. 57) κι έτσι επιτέλους θα φάει αδιαμαρτύρητα τη σπανακόπιτα που του σερβίρει στο υπνοδωμάτιο η μάνα του – έφηβος ακόμη ή παλινέφηβος, αλλά τουλάχιστον χωρίς επαναστατικές ψευδαισθήσεις πια, δίχως ιδεασμούς μεγαλείου.
Ο ενταγμένος μετανάστης του «Ναι» ξεψυχά κολακευμένος που το άρθρο του θα δημοσιευθεί «κανονικά, την Κυριακή», που ο αστυνομικός σκύβει πάνω του «με συμπονετική ιλαρότητα», που τον συγχαίρει επειδή γράφει «ακριβώς αυτά που σκεφτόμαστε πολλοί, αλλά δεν τολμάμε να εκφράσουμε» (σσ. 81-82). Σβήνει μέσα σε καταιγιστικές ριπές ιλαρότητας, ανάμεικτες με άφωνη έκπληξη, συνένοχη οργή και μια εντύπωση αναχώρησης από την πραγματικότητα, που στην εποχή των social media μπορεί να αποδοθεί συντομογραφικά με τρία γράμματα: WTF!
Παρομοίως, στο «Sex Beat 1996», η τριπλή ερωτική περιπέτεια του «σαραντάρη φιλελεύθερου» ήταν τελικά όντως μια «προσπάθεια να ικανοποιηθεί» –ακριβέστερα, να αυτοϊκανοποιηθεί– λίγο πριν από μία ακόμη βαρετή κοινωνική υποχρέωση με τη συμβία του κι ένα ζευγάρι κατά συνθήκην φίλων. Οι τρεις γυναίκες που πήρε αγκαζέ εκείνο το βράδυ με αύξουσα διέγερση –από την «ποθητή ακόμη» σύζυγό του, μέχρι το κορίτσι που κάποτε έφτυνε αλλά τώρα κυνηγάει, αφού εκπροσωπεί την ευκαιρία μιας διορθωτικής επιστροφής στα νιάτα, και τέλος (από όλα το πιο κοροϊδευτικό, το πιο σαρδόνεια εξόφθαλμο σύμβολο μια μη αναστρέψιμης μεσηλικιότητας) την πεταχτή τσαπερδόνα– όλα αυτά δεν ήταν τελικά παρά μια φαντασίωση, ένας αυνανισμός στο μπάνιο και μάλιστα ματαιωμένος, αφού διακόπτεται από το κουδούνι της εξώπορτας. Όταν η πόρτα ανοίγει στην τελευταία σελίδα του βιβλίου, μπροστά μας δεν βρίσκεται η Ράνια, το «μπουμπούκι», όπως είχαμε διαβάσει στην αρχή της ιστορίας (σ. 83), δεν βρίσκεται το ανακύψαν παρελθόν του πρώην ροκά, αλλά η «μπαμπόγρια», που θέλει δεν θέλει είναι το μέλλον του (σ. 122).

alt
Ο Γιώργος Στόγιας

Στην ιστορία μας, αυτή η νεόκοπη βερσιόν του πολιτεύεσθαι προσγειώνεται αρχικά στο πεδίο που τη γέννησε, εκεί όπου ανήκει οντολογικά: στο καφενείο, το μπαρ και τις υπεραλκοολούχες μετεφηβικές κόντρες των πάρτυ, λίγο πριν και λίγο μετά τα πρώτα φασώματα.

Αν επιμένουμε στην ειδολογική ακριβολογία, οι «τρεις νουβέλες» του Τελευταίου τροχού συναπαρτίζουν ένα συνεκτικό αφήγημα «νουβελικής» μεν έκτασης (122 σελίδες στο σύνολο) αλλά μυθιστορηματικής φιλοδοξίας. Οι προφανείς θεματικοί και δομικοί αρμοί μεταξύ των ιστοριών, όπως εκτέθηκαν πιο πάνω, στηρίζονται κι αυτοί με τη σειρά τους σε λιγότερο ευδιάκριτες, αλλά εξίσου ισχυρές πολιτικοκοινωνιολογικές δοκούς. Και οι τρεις ιστορίες του βιβλίου τοποθετούνται χρονικά στη συριζαϊκή εποχή (λεπτομέρεια όχι άσχετη βεβαίως με την απαίτηση του συγγραφέα να εκληφθεί το βιβλίο του ως... λογοτεχνία του φανταστικού). Η εποχή δεν είναι ηρωική, αλλά είναι ορίζουσα.
Το πολιτικό υπόστρωμα είναι πιο βαθύ, πυκνό και στυγνό στον ρεαλισμό του στο πρώτο αφήγημα. Ο τίτλος «Σώζουμε Ευρώπη» αναφέρεται προφανώς στη βεβαιότητα του ΣΥΡΙΖΑ, βεβαιότητα εκπάγλου πολιτικής μαγγανείας (με συγχωρείτε, «αυταπάτης»), ότι με την άνοδό του στην εξουσία θα άλλαζε την Ευρώπη. Αναφέρεται όμως και στο απελπισμένο σύνθημα των οπαδών του ΝΑΙ («Μένουμε Ευρώπη») γεφυρώνοντας χαλαρά την πρώτη με τη δεύτερη ιστορία. Το «Σώζουμε Ευρώπη» πάντως δεν είναι επ' ουδενί ευκαιριακό αφήγημα: θεματοποιεί ευρύτερα τον εκχυδαϊσμό (ή, όπως ειπώθηκε στα καθ' ημάς, τον «εκτσογλανισμό») της πολιτικής, την πολιτική κυριολεκτικά ως τρολιά, σε οποιονδήποτε τόπο αλλά σε μια συγκεκριμένη εποχή, την εποχή των social media.
Το «Ναι (Θάνατος από βεβαιότητα)», αν υποθέσουμε ότι διαδραματίζεται στην Ελλάδα, τοποθετείται χρονικά λίγο μετά το περιβόητο δημοψήφισμα του 2015. Αφορμάται, δηλαδή, ακόμη πιο ειδικά, από ένα ιστορικό πολιτικό γεγονός, που αναδρομικά ίσως συμπεράνουμε ότι γελοιοποίησε το μεγαλύτερο επίτευγμα της Μεταπολίτευσης, δηλαδή το πολιτεύεσθαι, αν αυτό ισούται με τη (βάσιμη ή αβάσιμη) πεποίθηση πως τα γεγονότα τα ορίζουν ακόμη και «οι τελευταίοι τροχοί της αμάξης». Απολύτως ταιριαστά με το πνεύμα εκείνου του παράξενου (κομψά) δημοψηφίσματος, η ιστορία του Στόγια παίρνει στο τέλος, όπως είπαμε, κάθετη στροφή προς το γελοίο, το παράλογο και το απολύτως εξωφρενικό.
Τέλος στο «Sex beat 1996», η προ και επί ΣΥΡΙΖΑ πολιτική υπήρξε η αφορμή για την οποία ο πρωταγωνιστής, κεντροδεξιός «ρεαλιστής», που κατέληξε αυτό που οι Συριζαίοι θα αποκαλούσαν «νοικοκυραίος» (δηλαδή κάποιος που αυνανίζεται στο μπάνιο), ξέκοψε από τον πάλαι ποτέ κολλητό του (ο ίδιος στήριξε το «μαύρο» του Σαμαρά στην ΕΡΤ κι ο κολλητός ήθελε να μην μας εμποδίσουν οι νεκροί της Μαρφίν να δούμε «το μεγαλείο της ειρηνικής συγκέντρωσης» του ᾽08, σ. 105). Αυτή η πολιτική δεν είναι τελικά παρά πολιτικολογία: έμπρακτο αντίκρυσμα δεν έχει. Οι πολιτικές συγκρούσεις των ηρώων δεν είναι στο πολιτικό επίπεδο παρά ό,τι ο αυνανισμός στο ερωτικό. Στην ιστορία μας, αυτή η νεόκοπη βερσιόν του πολιτεύεσθαι προσγειώνεται αρχικά στο πεδίο που τη γέννησε, εκεί όπου ανήκει οντολογικά: στο καφενείο, το μπαρ και τις υπεραλκοολούχες μετεφηβικές κόντρες των πάρτυ, λίγο πριν και λίγο μετά τα πρώτα φασώματα και το ανακουφιστικό ξερατό. Στο τέλος, υποχωρεί σε ένα μπεργκμανικό τοπίο μεταξύ θολής ανάμνησης, ονειροφαντασίας και ονείρωξης.

Με κριτήριο πάντα τη βαθμιαία φθορά του πολιτεύεσθαι, δηλαδή του ζην κοινωνικώς, η πορεία του λογοτεχνικού σύμπαντος στον Τελευταίο τροχό είναι από ιστορία σε ιστορία ολισθητική προς κάτι τόσο γκροτέσκο, ώστε να θυμίζει πίνακα του Ιερώνυμου Μπος.

Ο Στόγιας, όπως προαναφέραμε, θα ήθελε να διαβάσουμε τον Τελευταίο τροχό ως λογοτεχνία του φανταστικού. Λέγοντας κάτι τέτοιο, φυσικά, λειτουργεί ο ίδιος ως άριστο γραμματολογικό τρολ. Το έργο του ανήκει ξεκάθαρα στον σουρεαλισμό – τον υπαρκτό μας σουρεαλισμό. Με κριτήριο πάντα τη βαθμιαία φθορά του πολιτεύεσθαι, δηλαδή του ζην κοινωνικώς, η πορεία του λογοτεχνικού σύμπαντος στον Τελευταίο τροχό είναι από ιστορία σε ιστορία ολισθητική προς κάτι τόσο γκροτέσκο, ώστε να θυμίζει πίνακα του Ιερώνυμου Μπος. Ξεκινώντας, στην πρώτη ιστορία, συναντάμε κάτι που μοιάζει με πολιτική έστω με άλλα μέσα. Προχωρώντας στη δεύτερη, μεταφερόμαστε σε μια πολιτική δυστοπία τόσο κουφή, όσο και η κρυφή μας υποψία ότι θα μπορούσε τελικά όντως και να συμβεί. Καταλήγοντας, στο τρίτο αφήγημα, εισπράττουμε πλέον μια κατάσταση όπου η επαφή μας με την πραγματικότητα είναι τόσο «πραγματική» όσο και τα «ζουμερά» κωλομέρια της Νατάσας ή το ευωδιαστό στοματάκι της Ράνιας. Η εμπειρία εντούτοις να (ξαν)αγγίζεις για λίγο, χρόνια μετά, έστω στον νου σου, «το σώμα του έρωτος», το κοινωνικό και το σαρκικό, δεν είναι λιγότερο γνήσια επειδή αυτοακυρώνεται: όσοι είμαστε, σαν τους ήρωες, λίγο άνω των σαράντα, δεν θα το παραδεχθούμε ποτέ μεν, αλλά ισχύει: το φαντασιωμένο δεν ισοδυναμεί με το φανταστικό.

Ό,τι χαρακτηρίζει το μικρό διαμαντάκι του Στόγια είναι η παραπειστικότητα, η μεθοδευμένη απλότητα στην τεχνική και τον λόγο. Ως προς αυτό, ισχύει κι εδώ το ars adeo latet arte sua! Ο Τελευταίος τροχός της αμάξης είναι στην επιφάνειά του (Ελλάδα της τελευταίας πενταετίας, ελληνική γραφειοκρατία, χαμένη νιότη, ξοδεμένες στύσεις, σαλιάρικο βλέμμα στα πιπινάκια, βαθιά ανάσα και συνεχίζουμε) αρκετά οικείος, ώστε να τεχνηέντως να αποκρύπτει την πληθώρα λογοτεχνικών, κινηματογραφικών και μουσικών αναφορών που εμπεριέχει. Δεν θα σας κουράσω επισημαίνοντας ούτε καν ορισμένες από αυτές, καθώς με δεδομένη τη σχέση του Στόγια ειδικά με τη ροκ μουσική, που επιπολάζει κυρίως στην τρίτη ιστορία, οι πλείστες πιθανότατα μού διαφεύγουν κι εμένα έτσι κι αλλιώς. Περαιτέρω, με τρόπο σαγηνευτικό, το κείμενο αρτύζεται με ευφυέστατο, (δηλαδή όχι κραυγαλέο και εξυπνακίστικο), χιούμορ, που ξαλαφρώνει, ακόμη και όταν ο λόγος γίνεται προκλητικός είτε πολιτικά είτε επειδή δοκιμάζει τα όρια του καθωσπρεπισμού μας.

Το σημαντικότερο καλλιτεχνικό επίτευγμα του Στόγια εντοπίζεται στην πρώτη ιστορία. Εκεί, όπως και καθ' όλο το μήκος του βιβλίου, η γλώσσα είναι ανυποκρίτως καθημερινή, με έντονα τα στοιχεία της αργκό των εφηβικών και μετεφηβικών μας νιάτων. Παρ' όλα αυτά το κείμενο είναι λεπτουργημένο και σε ένα επίπεδο μεταγλωσσικό. Η μεταγλωσσικότητα εμφαίνεται μέσα από ένα νευρώδη μονόλογο, που αρθρώνεται ακατάσχετος, ασυνεχής, άναρχος και σχεδόν παραληρηματικός, νοηματικά αν όχι συντακτικά (πλην αποτελούμενος από μικρές συνεκτικές ψηφίδες)· λόγος επιθετικός, οργισμένος, εξομολογητικός, επιδεικτικός και άλλα πολλά εκ παραλλήλου και ταυτοχρόνως – ένα χάος λέξεων, που όμως αποδίδει πιστά μια περσόνα (υπάρχει άραγε στην εποχή των σόσιαλ μίντια διαφορά μεταξύ προσώπου και προσωπείου;). Το κείμενο στο «Σώζουμε Ευρώπη» είναι κάτι που μακροσκοπικά μοιάζει όπως ακριβώς θα έμοιαζε ο φεϊσμπουκικός τοίχος οποιουδήποτε από εμάς, αν διαβαζόταν όχι ως σειρά από ασύνδετες αναρτήσεις, αλλά ως ενιαίο κείμενο. Με άλλα λόγια, το «Σώζουμε Ευρώπη», μια ιστορία με ουσιαστικό πρωταγωνιστή τα ίδια τα κοινωνικά δίκτυα, διαβάζεται και ως επιτέλεση (performance) του λόγου των κοινωνικών δικτύων. Η ίδια η αφήγηση, επιπλέον, στη γλωσσικότητά της είναι χαρακτηρολογική πράξη. Ο αφηγητής δεν μιλά απλώς όπως η διαδικτυακή του περσόνα· είναι η περσόνα αυτή, κι ας μην δουλεύει πια ως τρολ. Ο σοσιαλιμιντιακός λεκτικός τρόπος τον κατακλύζει και τον ορίζει.

«Όταν έχει χαθεί η μπάλα», σημειώνει σε μια στιγμή διαύγειας το πρώην κυβερνητικό τρολ, «η λογική σκέψη ακούγεται σαν λογοτεχνία» (σ. 11). Ο Στόγιας μάς χαρίζει τρεις ουσιωδέστατα πολιτικές ιστορίες, που «κανονικά δεν μπορούν να συμβούν» κι όμως είναι βασισμένες σε πραγματικά πρόσωπα και γεγονότα, σε μια post-truth εποχή, όπου η ίδια η αλήθεια ακούγεται σαν ρομαντικό ποίημα κι όπου τα χρόνια της πραγματικής πολιτικής (και της δημοκρατίας;) μπορούμε μόνο να τα αναπολούμε καθώς τα φαντασιωνόμαστε στο μπάνιο.

* Ο ΑΝΤΩΝΗΣ ΠΕΤΡΙΔΗΣ είναι Αναπληρωτής Καθηγητής ΑΠΚΥ (Ανοικτό Πανεπιστήμιο Κύπρου).

altΟ τελευταίος τροχός της αμάξης
Γιώργος Στόγιας
Μελάνι 2018
Σελ. 124, τιμή εκδότη €10,00

alt

ΤΑ ΒΙΒΛΙΑ ΤΟΥ ΓΙΩΡΓΟΥ ΣΤΟΓΙΑ

Ακολουθήστε την bookpress.gr στο Google News και διαβάστε πρώτοι τα θέματα που σας ενδιαφέρουν.


ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

«Η γραφή των κυμάτων» του Γιώργου Παπαδάκη (κριτική) – Έρωτας και πολιτική, παιδί και μνήμες

«Η γραφή των κυμάτων» του Γιώργου Παπαδάκη (κριτική) – Έρωτας και πολιτική, παιδί και μνήμες

Για το μυθιστόρημα του Γιώργου Παπαδάκη «Η γραφή των κυμάτων» (εκδ. Εστία). Κεντρική εικόνα: Ziad Antar, Wa © Εθνικό Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης.

Γράφει ο Γιώργος Ν. Περαντωνάκης

Ο Βασίλης Αλεξάκης έλεγε ότι για να φτιάξεις μια στιβαρή μυθιστορηματική δομ...

«Ο συμβολισμός της λεοπάρδαλης» της Λένας Κιτσοπούλου (νουβέλα) – Πότε η μεταμόρφωση φέρνει την απελευθέρωση;

«Ο συμβολισμός της λεοπάρδαλης» της Λένας Κιτσοπούλου (νουβέλα) – Πότε η μεταμόρφωση φέρνει την απελευθέρωση;

Για τη νουβέλα της Λένας Κιτσοπούλου «Ο συμβολισμός της λεοπάρδαλης» (εκδ. Μεταίχμιο). Εικόνα: Από την ταινία «Rūrangi» (2020) του Max Currie.

Γράφει ο Βαγγέλης Μανουβέλος

...
«Παρατηρητής» της Αντιγόνης Ντόκα (νουβέλα) – Το παιχνίδι των πολλαπλών εκδοχών, το παιχνίδι του βλέμματος

«Παρατηρητής» της Αντιγόνης Ντόκα (νουβέλα) – Το παιχνίδι των πολλαπλών εκδοχών, το παιχνίδι του βλέμματος

Για τη νουβέλα της Αντιγόνης Ντόκα «Παρατηρητής» (εκδ. Τόπος). Εικόνα: Το έργο «Κύκλος διαγραφής» των Φρανκ Ζιλέτ και Ίρα Σνάιντερ. © MoMA

Γράφει η Διώνη Δημητριάδου

Η παρατήρηση, ως μια συνιστώσα από τις πολλές που οδηγούν...

ΠΡΟΣΦΑΤΑ ΑΡΘΡΑ

«Οι Δωσίλογοι» του Μενέλαου Χαραλαμπίδη από την ομάδα elephas tiliensis – Ωμός ρεαλισμός για να κλείσει το κενό της ιστορικής μνήμης

«Οι Δωσίλογοι» του Μενέλαου Χαραλαμπίδη από την ομάδα elephas tiliensis – Ωμός ρεαλισμός για να κλείσει το κενό της ιστορικής μνήμης

Για την παράσταση «Οι Δωσίλογοι» της θεατρικής ομάδας elephas tiliensis βασισμένης στο ομώνυμο βιβλίο του Μενέλαου Χαραλαμπίδη, που ανεβαίνει στο Θέατρο του Νέου Κόσμου.

Γράφει ο Νίκος Ξένιος

Είδα, στο Θέατρο «Χώρα», τη δραματοποίηση των e...

Νίκος Καχτίτσης: Εκδήλωση στην Πάτρα για τα εκατό χρόνια από τη γέννησή του

Νίκος Καχτίτσης: Εκδήλωση στην Πάτρα για τα εκατό χρόνια από τη γέννησή του

Το τμήμα Φιλολογίας του Πανεπιστημίου Πατρών και οι εκδόσεις Κίχλη διοργανώνουν εκδήλωση για τα εκατό χρόνια από τη γέννηση του Νίκου Καχτίτση στην Πάτρα.

Επιμέλεια: Book Press

Την Τετάρτη 11 Νοεμβρίου 2026, στις 20:00, το ...

«Το πέμπτο παιδί» της Ντόρις Λέσινγκ (μυθιστόρημα) – Ο ξένος, μέσα στο σπίτι του

«Το πέμπτο παιδί» της Ντόρις Λέσινγκ (μυθιστόρημα) – Ο ξένος, μέσα στο σπίτι του

Για το μυθιστόρημα της Ντόρις Λέσινγκ (Doris Lessing) «Το πέμπτο παιδί» (μτφρ. Έφη Τσιρώνη, εκδ. Διόπτρα). Εικόνα: Από την ταινία του Ρίτσαρντ Ντόνερ «Η προφητεία» (1976).

Γράφει η Φανή Χατζή

Μετά από αρκετά χρόνια που παρέ...

ΠΡΟΔΗΜΟΣΙΕΥΣΕΙΣ

«Δεν βλέπω όνειρα συνήθως» του Ηλία Μαγκλίνη (προδημοσίευση)

«Δεν βλέπω όνειρα συνήθως» του Ηλία Μαγκλίνη (προδημοσίευση)

Προδημοσίευση αποσπάσματος από το βιβλίο του Ηλία Μαγκλίνη «Δεν βλέπω όνειρα συνήθως – Γράμματα του Χάρρυ στη Ρετζίνα», το οποίο θα κυκλοφορήσει στις 10 Νοεμβρίου από τις εκδόσεις Μεταίχμιο.

Επιμέλεια: Κώστας Αγοραστός

Παιδικές σκηνές ...

«Από τον πόλεμο βγαίνεις ζωντανός μόνο από τύχη» της Κωνσταντίνας Κατρακάζου (προδημοσίευση)

«Από τον πόλεμο βγαίνεις ζωντανός μόνο από τύχη» της Κωνσταντίνας Κατρακάζου (προδημοσίευση)

Προδημοσίευση αποσπάσματος από το μυθιστόρημα της Κωνσταντίνας Κατρακάζου «Από τον πόλεμο βγαίνεις ζωντανός μόνο από τύχη», το οποίο θα κυκλοφορήσει στις 10 Νοεμβρίου από τις εκδόσεις Μεταίχμιο.

Επιμέλεια: Κώστας Αγοραστός

Βρέθηκε τεσσεράμισι χρόνια μα...

«Πατρότητα» του Μιχάλη Σπέγγου (προδημοσίευση)

«Πατρότητα» του Μιχάλη Σπέγγου (προδημοσίευση)

Προδημοσίευση αποσπάσματος από το μυθιστόρημα του Μιχάλη Σπέγγου «Πατρότητα», το οποίο θα κυκλοφορήσει το επόμενο διάστημα από τις εκδόσεις Επίμετρο.

Επιμέλεια: Κώστας Αγοραστός

Είμαι ο Αχιλλέας Χάριγκτον. Γεννήθηκα και ζω στην Κέρκυρα, αλλά έζησα ένα ...

ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ

Τι διαβάζουμε τώρα; Τρία καλά αστυνομικά, νέα και κλασικά μυστήρια

Τι διαβάζουμε τώρα; Τρία καλά αστυνομικά, νέα και κλασικά μυστήρια

Τρία καλά αστυνομικά μυθιστορήματα που κυκλοφόρησαν πρόσφατα: Φώτης Δούσος, Γιάννης Μαρής, Αντόνιο Μαντσίνι. Αντισυμβατικοί αστυνομικοί, αδικία και δωσιλογισμός σε λιτή αφήγηση και μεσογειακό νουάρ για το δικαίωμα στην αυτοδικία. ©istock

Επιλογή-παρουσίαση: Χ...

Τι διαβάζουμε τώρα; Βιβλία φεμινιστικής και κουίρ θεωρίας

Τι διαβάζουμε τώρα; Βιβλία φεμινιστικής και κουίρ θεωρίας

Σημαντικά βιβλία που διευρύνουν τη συζήτηση για τον φεμινισμό, τη σχέση της γλώσσας με το φύλο και τη σεξουαλικότητα αλλά και το πόσο [δεν θα έπρεπε να] μας αλλάζει το γήρας.

Επιλογή-παρουσίαση: Φανή Χατζή

...

Από τον μπαμπούλα στον Μεσημερά, από τον Δράκουλα στους βουρκόλακες: Πέντε καλά βιβλία ελληνικού λαογραφικού τρόμου

Από τον μπαμπούλα στον Μεσημερά, από τον Δράκουλα στους βουρκόλακες: Πέντε καλά βιβλία ελληνικού λαογραφικού τρόμου

Φαντάσματα, μπαμπούλες και βρικόλακες της ελληνικής επαρχίας: Πέντε καλά λογοτεχνικά βιβλία λαογραφικού τρόμου που κυκλοφόρησαν πρόσφατα. Εικόνα: Από τη συλλογή «Η χτυπημένη και άλλες ιστορίες με φαντάσματα» (εκδ. Ροές), παραλλαγή της κεντρικής εικόνας.

Επιλογή-παρουσίαση: ...

ΠΡΟΘΗΚΕΣ

ΠΡΟΘΗΚΕΣ

Newsletter

Θέλω να λαμβάνω το newsletter σας
ΕΓΓΡΑΦΗ

ΣΥΓΓΡΑΦΕΙΣ

ΤΑ ΠΙΟ ΔΗΜΟΦΙΛΗ ΤΟΥ ΜΗΝΑ

ΦΑΚΕΛΟΙ