
Για το μυθιστόρημα της Μαρίας Φακίνου «Όλα τα δέντρα» (εκδ. Αντίποδες). Εικόνα: Από την ταινία «Ο αστακός» του Γιώργου Λάνθιμου.
Γράφει η Ιωάννα Φωτοπούλου
Ας το παραδεχτούμε, μας ενδιαφέρουν οι ερωτικές ιστορίες παρόλο που η λεγόμενη «ποιοτική» λογοτεχνία συχνά τις αντιμετωπίζει με επιφύλαξη. Γιατί άραγε; Θεωρείται εύπεπτο θέμα ο έρωτας ή μήπως οι καλλιτέχνες έχουν μετουσιώσει τον έρωτα σε τέχνη κι έτσι δεν μένει τίποτα αμιγώς ερωτικό ν’ αφηγηθούν; Κι ας παραδεχτούμε και κάτι ακόμη. Πρόκειται για ένα δύσκολο θέμα στη διαχείρισή του. Τι μπορεί να ειπωθεί που να μην είναι χιλιοειπωμένο και κυρίως πώς μπορεί να ειπωθεί, ώστε να μην διολισθαίνει στη ροζ λογοτεχνία;
Κι όμως, η Μαρία Φακίνου στο τελευταίο της βιβλίο με τίτλο Όλα τα δέντρα, που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Αντίποδες, τολμά να αναμετρηθεί με μια ερωτική ιστορία. Το τέλος μοιάζει εξαρχής προδιαγεγραμμένο. Άλλωστε, οι επιλογές δεν είναι πολλές, είτε θα πάει καλά είτε δεν θα πάει. Είναι άραγε που, παραφράζοντας τον Τολστόι, όλες οι ευτυχισμένες ερωτικές ιστορίες μοιάζουν μεταξύ τους και επομένως δεν θα είχαν κανένα αφηγηματικό ενδιαφέρον, ο λόγος που η συγγραφέας επιλέγει η ιστορία της να μην τελειώσει καλά; Κι αλήθεια, υπάρχει ερωτική ιστορία που τελειώνει καλά ή μήπως όλα εξαρτώνται από το πότε θα επιλέξει κανείς να τελειώσει την αφήγηση; Ωστόσο, εδώ δεν πρόκειται για θέμα επιλογής. Το τέλος της ιστορίας του Πέτρου και της Μαρίνας είναι ήδη διακριτό απ’ την αρχή, το υποπτευόμαστε από τις πρώτες κιόλας σελίδες. Μην ξεχνάμε ότι αν είχε επιτυχή έκβαση, δεν θα ήταν ερωτική ιστορία, δεδομένου ότι ο έρωτας είναι προϊόν έλλειψης. Από τη στιγμή που θα ολοκληρωθεί παύει να βιώνεται ως τέτοιος, τουλάχιστον με την ένταση που θα μας ενδιέφερε αφηγηματικά.
Και παρόλο που ο έρωτας αποτελεί τον πυρήνα της αφήγησης, η συγγραφέας φροντίζει διαρκώς να μας υπενθυμίζει ότι καμία προσωπική ιστορία δεν εκτυλίσσεται έξω από το ιστορικό και κοινωνικό της πλαίσιο. Δεν μπορείς να μιλήσεις για το άτομο χωρίς να μιλήσεις για το συλλογικό, λέει η Μαρίνα στις μαθήτριές της, και αυτή μοιάζει να είναι μία από τις βασικές φιλοδοξίες του βιβλίου. Η ιστορία της Φακίνου, η οποία ξεκινά χρονικά στο 2021, δεν εκτυλίσσεται σε αφηγηματικό κενό αλλά πλαισιώνεται διαρκώς από γεγονότα και πολιτισμικές αναφορές που καθορίζουν την εποχή. Η πανδημία του κορονοϊού, η κακοκαιρία Ελπίς, ο κυκλώνας Ντάνιελ, οι τεχνολογικές εξελίξεις και η επίδρασή τους στην πολιτισμική βιομηχανία, οι μετασχηματισμοί του αστικού τοπίου, η διαρκής σκιά οικονομικών και γεωπολιτικών κρίσεων, όπως ο Διεθνής Οικονομικός Έλεγχος που επιβλήθηκε στην Ελλάδα ή η επικείμενη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία, αλλά και ο τρόπος που οι άνθρωποι συμπεριφέρονται ως τουρίστες, συνθέτουν το υπόβαθρο της αφήγησης.
Παράλληλα, το βιβλίο διαλέγεται συνεχώς με άλλα έργα τέχνης και λογοτεχνίας κι έτσι στις σελίδες του παρελαύνει Ο άνθρωπος χωρίς ιδιότητες, ο Μπρούνο Σουλτς, η βράβευση της Ανί Ερνό με το Νόμπελ Λογοτεχνίας, η μουσική του Μίκη Θεοδωράκη από το «Σέρπικο», ο Έκτορας και η Ανδρομάχη, η ταινία «Μόνο οι εραστές μένουν ζωντανοί» και άλλα. Οι αναφορές, όμως, αυτές πρέπει να παρατηρήσουμε ότι δεν ενσωματώνονται πάντοτε οργανικά στην αφήγηση, αλλά λειτουργούν περισσότερο ως ένα πολιτισμικό και ιδεολογικό περίγραμμα της εποχής μέσα στην οποία κινούνται οι ήρωες.
Το ύφος
Η Φακίνου στέκεται πολύ κοντά στους δύο ήρωές της και τους παρατηρεί στενά. Με τρόπο λιτό και πυκνό, συχνά ελλειπτικό και λόγο μακροπερίοδο -σε κάποια σημεία ελαφρώς στοχαστικό-, σκάβει βαθιά στις λεπτομέρειες, χτίζοντας μέσα από μια πολυεπίπεδη σύνταξη την ιστορία της. Ένας συμφυρμός από κύριες και δευτερεύουσες προτάσεις που άλλοτε δημιουργούν γρήγορο, ασθματικό ρυθμό στα σημεία που η παρατακτική σύνδεση κυριαρχεί κι άλλοτε φρενάρουν για να πάρουν άλλη κατεύθυνση και να αρχίσουν να επιταχύνουν πάλι. Σαν σκούπα που παίρνει φόρα και δεν αφήνει τίποτα στο πέρασμά της. Σε κάποια σημεία η ανατροπή της φυσικής σειράς των λέξεων ξενίζει: «ένα χωριό είχε φανταστεί ότι θα αντικρίσει» ή αλλού: «τέσσερα μάτια έχει τώρα η Μαρίνα». Το γεγονός ότι η συγγραφέας δεν εφαρμόζει καθολικά αυτή την ανοίκεια σύνταξη, παρότι καταφεύγει συχνά σε αυτή, δείχνει πως δεν πρόκειται απλώς για μια αισθητική επιλογή εντυπωσιασμού ή για ένα τέχνασμα που της επιτρέπει να προσδώσει εσωτερική ένταση και ποιητικότητα στο κείμενο, αλλά ίσως υποδεικνύει κάτι βαθύτερο. Όταν, για παράδειγμα, έχει προηγηθεί μια παράγραφος σαν κι αυτή που παραλληλίζει το γράψιμο με το χτίσιμο ενός οικοδομήματος που, όταν ολοκληρωθεί, θα μπει ο θεατής «να θαυμάσ[ει] τις γωνίες και τα αετώματα και τα επίπεδα ή να σχολιάσ[ει] τις ρωγμές και την προχειρότητα στην κατασκευή κι ας μην έχ[ει] προσφέρει ένα χέρι βοηθείας στο χτίσιμό του...» (σελ. 34), ο αναγνώστης καλείται να επαναπροσδιορίσει τη σχέση του με τη φράση και το νόημά της, κι ενδεχομένως επιχειρείται μια σύζευξη μορφής και περιεχομένου που παραπέμπει σε ένα ευρύτερο πλέγμα ιδεών που διατρέχει το βιβλίο.
Εκείνο που φαίνεται να ενδιαφέρει τη συγγραφέα δεν είναι τόσο το ίδιο το γεγονός, όσο η αόρατη χρονικότητα που το προετοιμάζει, οι ανεπαίσθητες μετατοπίσεις που συντελούνται πριν αποκτήσουν όνομα και γίνουν αντιληπτές από τα ίδια τα πρόσωπα.
Η Φακίνου φαίνεται να στηρίζεται σε ορισμένες υποβόσκουσες φιλοσοφικές παραδοχές, κυρίως γύρω από τη μετατόπιση, την απόσταση και το τυχαίο. Κεντρική ανάμεσά τους μοιάζει να είναι η αλλαγή της εστίασης έτσι ώστε κάθε νέο πρόσωπο, τόπος ή εμπειρία να μεταβάλλει τη σχέση των ηρώων επιβάλλοντας μια νέα απόσταση. Παράλληλα, σημαντικό ρόλο φαίνεται να παίζουν και οι χρονικότητες του τυχαίου, όπως αυτές εκφράζονται στο ποίημα της Βισουάβα Σιμπόρσκα που παραθέτει από τις πρώτες κιόλας σελίδες: «Νομίζουν πως αφού δεν γνωρίζονταν από πριν / ποτέ τίποτα μεταξύ τους δεν είχε συμβεί. Τι λεν όμως γι’ αυτό οι δρόμοι, οι σκάλες, οι διάδρομοι / όπου από καιρό μπορεί να προσπερνούσαν ο ένας τον άλλον;». Με αυτό τον τρόπο η συνάντηση δύο ανθρώπων μοιάζει να προϋπάρχει αόρατα μέσα στον χρόνο και στον χώρο, πριν ακόμη αποκτήσει συνείδηση ή μορφή. Το ίδιο φαίνεται να ισχύει και για την απομάκρυνση. Όπως η συνάντηση προετοιμάζεται σιωπηλά πριν συμβεί, έτσι και η ρήξη εμφανίζεται ως το αποτέλεσμα μιας αδιόρατης διεργασίας που έχει ήδη ξεκινήσει πολύ πριν γίνει αντιληπτή. Χαρακτηριστικό είναι το σημείο όπου η αφηγήτρια αναζητά «το σημείο καμπής, την αλλαγή στην εστίαση και την απομάκρυνση, την αφετηρία που αθέατη αρχικά σε μια γωνιά του χρόνου οδήγησε με αργά και ύπουλα βήματα στη μέρα που αρνήθηκε τρεις φορές τον Πέτρο». Εκείνο που φαίνεται να ενδιαφέρει τη συγγραφέα δεν είναι τόσο το ίδιο το γεγονός, όσο η αόρατη χρονικότητα που το προετοιμάζει, οι ανεπαίσθητες μετατοπίσεις που συντελούνται πριν αποκτήσουν όνομα και γίνουν αντιληπτές από τα ίδια τα πρόσωπα.
Η Φακίνου αφηγείται ως παντογνώστρια σε τρίτο πρόσωπο κάθε κίνηση των δύο εραστών, κάθε σκέψη, κάθε ανάσα τους, τόσο που νιώθει κανείς ότι αναπνέει μαζί τους, από δευτερεύουσα σε κύρια και πάλι δευτερεύουσα πρόταση, μέχρι που να του τελειώσει η ανάσα, βυθίζεται μέσα σε αυτό το αργό χρονικό ενός προαναγγελθέντος έρωτα σε φθίση και την ατμοσφαιρική γλώσσα που χτίζει η γραφή της.
Τα σύμβολα
Ένα από τα πολύ δυνατά σημεία του βιβλίου αποτελούν οι εκτεταμένες μεταφορές που αναπτύσσονται γύρω από ένα ολόκληρο συναισθηματικό και συμβολικό πεδίο. Χαρακτηριστική είναι η περίπτωση όπου η Φακίνου παραλληλίζει έναν πρώην σύντροφο της Μαρίνας με ένα απειλητικό ποτάμι, συνδέοντας υπόγεια τη ροή και την καταστροφική του δύναμη με τη φθορά της σχέσης τους. Δεν είναι τυχαίο ότι το τέλος της ιστορίας της με τον Πέτρο συμπίπτει με τον κυκλώνα Ντάνιελ, γεγονός που ενισχύει τη μεταφορά της συναισθηματικής καταστροφής μέσω του φυσικού στοιχείου. Μεγάλο ενδιαφέρον παρουσιάζει και η επιλογή των επαγγελμάτων της Μαρίνας και του Πέτρου, τα οποία η συγγραφέας αξιοποιεί ώστε να μιλήσει για τη γραφή είτε ως λογοτεχνικό πεδίο στην περίπτωση της Μαρίνας είτε ως πεδίο έρευνας στην περίπτωση του Πέτρου.
Απολύτως λειτουργικό κρίνεται και το κυκλικό κλείσιμο του βιβλίου, μέσω της μετατόπισης της αρχικής εικόνας που το εισάγει. Με αυτόν τον τρόπο, η μορφή συνδέεται οργανικά με τη βασική ιδέα του έργου, ότι δηλαδή κάθε εμπειρία, κάθε σχέση και κάθε αφήγηση μεταβάλλονται διαρκώς, ανάλογα με τη θέση από την οποία τις κοιτάζει κανείς.
Σε ό,τι αφορά την επωδό «όλα τα δέντρα», η οποία επανέρχεται διαρκώς στο κείμενο, θα λέγαμε ότι μοιάζει να διεκδικεί έναν κεντρικό συμβολικό ρόλο, χωρίς όμως να συνδέεται πάντοτε οργανικά με την αφήγηση. Η πιο σαφής νοηματική της φόρτιση εμφανίζεται στο σημείο όπου η δασκάλα της Μαρίνας αναφέρει πως στην Αιθιοπία οι γυναίκες γεννούν αγκαλιάζοντας έναν κορμό δέντρου. Ωστόσο, παρά την επίμονη επανάληψή του, το μοτίβο δεν φαίνεται να αποκτά την ενοποιητική λειτουργία που προαναγγέλλει η παρουσία του.
Συνολικά, το οικοδόμημα είναι εξαιρετικά ενδιαφέρον. Και παρόλο που δεν λείπουν ορισμένα τετριμμένα στοιχεία -όπως η κλασική αναφορά στο όπλο που εμφανίζεται από νωρίς και ξέρεις πως αργότερα θα εκπυρσοκροτήσει ή η αναφορά στον Κυανοπώγωνα-, η συγγραφέας τολμά να πειραματιστεί με ιδέες και φόρμες, ανεξαρτήτως αν αξιοποιεί πλήρως ή όχι τις δυνατότητες που η ίδια ανοίγει, και αυτό είναι τελικά σημαντικότερο από μια άρτια αλλά προβλέψιμη λογοτεχνική συνταγή. Άλλωστε, και μόνο η επιλογή να πραγματευτεί ευθέως μια ερωτική ιστορία είναι τολμηρή. Απολύτως λειτουργικό είναι και το κυκλικό κλείσιμο του βιβλίου, μέσω της μετατόπισης της αρχικής εικόνας που το εισάγει. Με αυτόν τον τρόπο, η μορφή συνδέεται οργανικά με τη βασική ιδέα του έργου, ότι δηλαδή κάθε εμπειρία, κάθε σχέση και κάθε αφήγηση μεταβάλλονται διαρκώς, ανάλογα με τη θέση από την οποία τις κοιτάζει κανείς.
*Η ΙΩΑΝΝΑ ΦΩΤΟΠΟΥΛΟΥ είναι εκπαιδευτικός, κάτοχος Μεταπτυχιακού στη Δημιουργική Γραφή.
Απόσπασμα από το βιβλίο
Του ζητά να της διαβάσει απ’ το βιβλίο του κι εκείνος δεν πιάνει το διήγημα απ’ την αρχή, να μπουν και οι δύο μαζί ομαλά και ανίδεοι στην ιστορία δεν γίνεται επειδή εκείνος βρίσκεται δυο σελίδες μπροστά και, ακόμα κι αν την πιάσει πάλι από την αρχή, γι’ αυτόν θα είναι δεύτερη φορά, εμπέδωση. Όσες φορές κι αν γυρίσει πίσω πάντα θα προηγείται κατά μία φορά από εκείνη, εκτός κι αν προσπεράσει αυτό το διήγημα, σκέφτεται, να πάει στο επόμενο που κανείς τους δεν το ξέρει και να είναι όλα πρωτόγνωρα και για τους δύο, έτσι όμως νιώθει ότι μπορεί να έχει παραλείψει κάτι σημαντικό για τη σειρά των διηγημάτων, υπάρχει λόγος που ο συγγραφέας τα έχει βάλει έτσι. Όχι, σκέφτεται, η Μαρίνα θα τον προλάβει συμπληρώνοντας τα κενά, κι αρχίζει να διαβάζει δυνατά από τη φράση που σταμάτησε. Τώρα εκείνη ζητά να του διαβάσει το επόμενο διήγημα και παίρνει το βιβλίο από τα χέρια του, το στρέφει λίγο προς το φως και ο Πέτρος ακούει τη φωνή της που αρχίζει από την αρχή διαβάζοντας τον τίτλο. Παρατηρεί ότι διαβάζοντας έχει μια άλλη φωνή, πιο αργή και πιο χαμηλή, σαν να επιτελεί πράξη θεατρική. Για εκείνον διαβάζει έτσι, να τον γοητεύσει, να τον παγιδέψει σε αυτή τη στιγμή και να χαραχτεί αυτή η συνεργατική ανάγνωση στο μυαλό του ως πράξη μοναδική και κοινό κτήμα τους, έτσι που αν ποτέ τολμήσει, σκέφτεται ότι ίσως σκέφτεται η Μαρίνα, να την επαναλάβει με κάποια άλλη, να του έρθει στο νου η φωνή της και αυτή ακριβώς η στιγμή, που θα είναι προδοσία και ιεροσυλία να την επαναλάβει με άλλη».
Λίγα λόγια για τη συγγραφέα
Η Μαρία Φακίνου γεννήθηκε στην Αθήνα το 1976.

Προηγούμενα βιβλία της: Το καπρίτσιο της κυρίας Ν. (εκδ. Καστανιώτη, 2007), Η αρχή του κακού (εκδ. Καστανιώτη, 2012), Ανατομία κόρης (εκδ. Αντίποδες, 2017), Κλίμακα Μπόγκαρτ (εκδ. Αντίποδες, 2022).























