
Για το μυθιστόρημα του Δημήτρη Καρακίτσου «Αυτός ο χειμώνας» (εκδ. Αντίποδες). Κεντρική εικόνα: Φωτογραφία του Κώστα Μπαλάφα.
Γράφει ο Διονύσης Μαρίνος
Χιόνι πάνω στο χιόνι και σιωπή. Ένα χωριό, το Περιβόλι, κοντά στα Γρεβενά, άδειο από κατοίκους που σπεύδουν να καταλύσουν αλλού, καθώς ο χειμώνας στον τόπο τους φτιάχνει ένα άξενο περιβάλλον. Μόνο ο Στέργιος μένει πίσω να φυλάει τα σπίτια. Ένας τριανταπεντάρης, μοναχικός άνθρωπος, που είδε τη ζωή του να παίρνει διάφορες περίεργες στροφές. Οι κλωστές χαλάρωσαν, το ύφασμα διαλύθηκε κι αυτό που μέχρι πρότινος όριζε μια ζωή γεμάτη υποσχέσεις, στο τέλος έμεινε ένα ξέφτι.
Η Σοφία τον παράτησε πριν παντρευτούν. Δύσκολα θα άντεχε μια ζωή στο χωριό, κι αυτός, όμως, δεν θα ήταν ικανός να φορέσει πάνω του την αστικοποιημένη καθημερινότητα των Γρεβενών. Άλλη δουλειά εκτός από το να είναι φύλακας και κτηνοτρόφος δεν έχει μάθει να κάνει. Τα αδέλφια του κάπως βολεύτηκαν, κάτι έκαναν στη ζωή τους. Μόνο ο Στέργιος δείχνει σαν τον ναυαγό που δεν μπορεί να αποφασίσει αν θα πρέπει να κολυμπήσει για να σωθεί ή να μείνει ακίνητος και να περιμένει το μοιραίο.
Τραχύ τοπίο
Μόνο που, τελικά, δε βρίσκεται καταμεσής της θάλασσας, αλλά σε ένα τοπίο άγριο, τραχύ, φτιαγμένο για να αντέχουν μόνο τα άγρια ζώα: λύγκες, αλεπούδες, λύκοι και κυρίως αρκούδες. Άγρυπνος «βασιλιάς» του τόπου είναι το δάσος. Σιωπηρό, ανεξιχνίαστο, οργιώδες και εκφοβιστικό για όσους δεν το γνωρίζουν ή δεν το σέβονται.
Ο Στέργιος θα περάσει έναν ολόκληρο χειμώνα μόνος του. Αυτός και το παγωμένο τοπίο. Παρέα με τους βοριάδες, τις βροχές, το άπατο χιόνι και τις ενθυμήσεις του. Ελάχιστοι άνθρωποι θα τον επισκεφθούν όλο αυτό το διάστημα. Ο ξάδελφός του, ένας υπάλληλος της ΔΕΗ να μετρήσει τα ρολόγια, δύο ορειβάτες που έχασαν το δρόμο τους, ένα νεαρό ζευγάρι που ονειρεύεται χειμερινές διακοπές, ένας φίλος από τα παλιά και ξανά σιωπή.
Η σιωπή
Αν υπάρχει κάτι που κυριαρχεί στο ολιγοσέλιδο μυθιστόρημα του Καρακίτσου (χωρισμένο σε μικρά κεφάλαια-εικόνες) είναι η σιγή, το πνίξιμο κάθε ανθρώπινου ήχου, για να κυριαρχήσει ο συριγμός του ανέμου, οι κραυγές των ζώων, το ανέμισμα των φύλλων και η άηχη γλώσσα του χιονιού. Το χιόνι ορίζει τον κόσμο του.
Αν υπάρχει κάτι που κυριαρχεί στο ολιγοσέλιδο μυθιστόρημα του Καρακίτσου είναι η σιγή, το πνίξιμο κάθε ανθρώπινου ήχου, για να κυριαρχήσει ο συριγμός του ανέμου, οι κραυγές των ζώων, το ανέμισμα των φύλλων και η άηχη γλώσσα του χιονιού.
Ο Στέργιος θυμίζει, στο πιο ακατέργαστο, τον Τσαρλς Άρουμπάϊ του Θάλασσα, θάλασσα της Μέρντοχ και τον Άσλε του Γιόν Φόσε στη θαυμαστή Επταλογία του. Το κάλεσμα της άγριας φύσης, κατά Τζακ Λόντον, χρωματίζει με γκριζωπές αποχρώσεις τη μοναχικότητά του. Αυτός ο μονήρης άνθρωπος, που κόντρα σε όλες τις συμβουλές που του δίνουν φίλοι και συγγενείς, αποφασίζει να προσέχει το χωριό μόνος του, γεμίζει τις ώρες του μαγειρεύοντας, ακούγοντας μουσική από ένα τρανζιστοράκι (όταν έχει σήμα), περπατώντας, αγναντεύοντας τον ερημότοπο, κυνηγώντας πού και πού, αλλά κυρίως ανασκαλεύοντας τις αναμνήσεις του.
Οι αναμνήσεις
Τα παιδικά του χρόνια, οι φιλίες του, ιστορίες και θρύλοι για παράξενους ανθρώπους, νεράιδες και στοιχειά, τα αγριογούρουνα που κυνήγησε, οι αρκούδες που μέσα στο μυαλό του έχουν πάρει την ιδανική μορφή ενός άπιστου όντος που ξεπερνάει τα ανθρώπινα και δημιουργούν το ζωντανό μύθο της ζωής του.
Πολλή δράση το μυθιστόρημα δεν έχει. Πώς θα μπορούσε αλλιώς, καθώς η εκούσια καθήλωση του Στέργιου σε έναν τόπο που δεν του προσφέρει συνάφεια (δεν τη θέλει, άλλωστε), διασκέδαση (δεν την αποζητάει με θέρμη) και απολαύσεις (δηλώνει λιτός), τον μετατρέπει βαθμηδόν σε έναν ικέτη του χωριού και του δάσους που το περιβάλλει.
Τα γεγονότα του «εξωτερικού» κόσμου τα μαθαίνει είτε αργά είτε με το σταγονόμετρο. Μα, ακόμη κι όταν γίνεται κοινωνός των ειδήσεων, δεν δείχνει αποφασισμένος να φύγει από το χωριό και να συνταχθεί με τη ζωή των άλλων. Σπάει μόνο, έστω για λίγο, όταν μαθαίνει τι κάνει η Σοφία, αλλά και πάλι, τίποτα δεν είναι ικανό να τον τραβήξει από την περίκλειστη ιδιωτεία του. Θαρρείς και το να είναι φύλακας δεν είναι μια επαγγελματική επιλογή, κάτι να κάνει για τα προς το ζην, αλλά μια απόφαση ζωής.
Τα γεγονότα του «εξωτερικού» κόσμου τα μαθαίνει είτε αργά είτε με το σταγονόμετρο. Μα, ακόμη κι όταν γίνεται κοινωνός των ειδήσεων, δε δείχνει αποφασισμένος να φύγει από το χωριό και να συνταχθεί με τη ζωή των άλλων.
Ακόμη κι όταν κάποια στιγμή σκέφτεται ότι θα άξιζε τον κόπο να δοκιμάσει κάτι διαφορετικό, μια δουλειά που να έχει σχέση με άλλους ανθρώπους, η αμφιταλάντευσή του δεν έχει να κάνει –στην ουσία– για το αν θα πετύχει το εγχείρημά του, αλλά αν είναι έτοιμος να αποδεχθεί μέσα του ότι αξίζει να ανήκει στην κοινωνία των ανθρώπων.
Λύκος της στέπας
Ο Στέργιος δεν είναι ένας αγριωπός λύκος της στέπας. Δεν αρνείται παντελώς τους ανθρώπους. Οι συντροφιές δεν αποτελούν κίνδυνο γι’ αυτόν. Μια χαρά μπορεί να πιει ένα ποτήρι κρασί με κάποιο φίλο του ή να πάει για κυνήγι με μια παρέα. Μέσα του, όμως, ο πυρήνας της ύπαρξής του ορίζεται μόνο από τη σιωπή του ενός κι όχι από τις φωνασκίες των πολλών.
Η τελευταία σκηνή του βιβλίου, η αναμέτρηση με την αρκούδα που θα συναντήσει μπροστά του, είναι γραμμένη ιεροτελεστικά. Σαν να κλείνει ένας κύκλος όπου το φάντασμα, ο φόβος, αλλά και ο θρύλος των παιδικών του χρόνων να αποκτάει σώμα. Είναι μια αναμέτρηση που δεν βγάζει νικητή, αλλά αφήνει ένα βαθύ αποτύπωμα στον Στέργιο. Το δέος, η συγκίνηση και ο φόβος φτιάχνουν μέσα του μια προστατευτική κρούστα. Είναι το σημείο όπου δεν έχει γυρισμό. Σαν να πήρε πια τις αποφάσεις του και τίποτα άλλο να μην μένει από σιωπή. Βαθιά και ολοκληρωτική σιωπή.
Μοναχικός ήρωας
Το τέμπο του μυθιστορήματος είναι μετρημένο. Από κεφάλαιο σε κεφάλαιο βλέπουμε τον πρωταγωνιστή να μπαίνει ακόμη πιο βαθιά στο όστρακό του. Ίσως αν έλειπαν κάποιες in extremis παρομοιώσεις (υπάρχουν, βέβαια, κι άλλες που δίνουν μια ποιητική διάσταση στο τοπίο), ο ρυθμός δεν θα χανόταν καθόλου. Συνολικά, όμως, ο Καρακίτσος μάς παραδίδει έναν ήρωα που άνετα μπορεί να εγγραφεί στη χορεία των πιο μοναχικών της ελληνικής λογοτεχνίας. Κι αυτό λίγο δεν είναι.
*Ο ΔΙΟΝΥΣΗΣ ΜΑΡΙΝΟΣ είναι δημοσιογράφος και συγγραφέας.
Απόσπασμα από το βιβλίο
«Η χιονόπτωση κατά τη διάρκεια της νύχτας πρόσθεσε άλλα δέκα εκατοστά στο ήδη πάλλευκο τοπίο. Αλλά από το να σκάει και να οργίζεται με την κατάσταση, προτίμησε να πάει με τα νερά της, κάτι που μόνο να το πεις είναι εύκολο. Στο κάτω κάτω, όλα τα είχε, και κυρίως ήταν πρωί, που σήμαινε ότι είχε χρόνο να βρει στο τηλέφωνο τους πάντες. Το κυριότερο όμως, αυτό που δεν σήκωνε άλλη αναβολή, ήταν να κάνει μια κουβέντα με τον εαυτό του, κάτι σαν ξεκαθάρισμα: να λογαριαστούν οι δυο τους άπαξ και διαπαντός». (σελ. 94)
Δυο λόγια για τον συγγραφέα
Ο Δημήτρης Καρακίτσος γεννήθηκε στον Βόλο το 1979.

Έχει εκδώσει τα βιβλία: Οι γάτες του ποιητή Δ. Ι. Αντωνίου (Το Ροδακιό 2012), Βένουσμπεργκ (Αντίποδες 2015), Παλαιστές (Ποταμός 2016), Ιστορίες του Βαρθολομαίου Ολίβιε (Ποταμός 2017) και Ζαχαρίας Σκριπ (Ποταμός 2019), Ιστορίες της Μάντσας (Θράκα 2020), Ο Δον Υπαστυνόμος (αντίποδες 2020), Για να μην αποτύχουμε όπως οι Μπιόρλινγκ και Καλστένιους (Ποταμός 2022), Αυτοκοινωνιοπαραμυθία (Ποταμός 2023).























