«Δίφορη μνήμη» του Γιώργου Χ. Θεοχάρη (κριτική) – Δοµικά υλικά µνήµης

Για το βιβλίο του Γιώργου Χ. Θεοχάρη «Δίφορη μνήμη» (εκδ. Πόλις).

Γράφει ο Μάριος Μώρος

Πρώτα, οι συστάσεις· διαβάζω ορισµένους στίχους από το ποίηµα «Αυτοδίδακτοι της στέρησης» που υπάρχει ανάµεσα στις ενότητες του βιβλίου:

Υπήρξαν κι άλλοτε χρόνοι στεγνοί µε καιρό στενό, ζωή στερηµένη.
Μεγαλώσαµε µε παντελόνια ντρίλινα γεµάτα µπαλώµατα.
Επήγαµε σχολείο µε τρύπια παπούτσια σολιασµένα µε καουτσούκ
από λάστιχα αυτοκινήτου, κρατώντας σε κάθε χέρι καυσόξυλα […]
Οι γονείς αγόραζαν το καρπούζι µε τη φέτα. Τόσο έφτανε η τσέπη τους.
Κι ο πατέρας έφερνε το κερδισµένο λουκούµι της πρέφας στο σπίτι
να γλυκαθούν τα παιδικά µας χειλάκια.

Μεγαλώσαµε µέσ’ στην περίλαµπρή µας πτωχεία
κι αποκτήσαµε δικά µας παιδιά κι εγγόνια σε µέρες ανακουφισµένες. (σ. 114)

Το παρελθόν στην πεζογραφία του Θεοχάρη δεν είναι καθόλου µονοδιάστατο.

Στίχοι που θα µπορούσαµε εύκολα να ονοµάσουµε µετωνυµία µιας ολόκληρης –αν όχι πολλών ολόκληρων– γενιάς, της οποίας τη φωνή αναλαµβάνει ο Γιώργος Θεοχάρης να µεταφέρει στο χαρτί και να τη φτάσει στο σήµερά µας. Ας µην νοµιστεί, ωστόσο, πως έχουµε να κάνουµε µε µια ακόµη νοσταλγική αναµάσηση του παρελθόντος, µια εξιδανίκευση του χτες, που γεννούν µια σειρά αυτοβιογραφικών κειµένων. Το παρελθόν στην πεζογραφία του Θεοχάρη δεν είναι καθόλου µονοδιάστατο. Σε αυτό, όµως, θα επανέλθουµε. Θα ήθελα να σταθώ λίγο ακόµα στον ευρύχωρο και προνοµιακό για τα υπονοούµενα ποιητικό χώρο, ή, µάλλον, στο µεταίχµιο ποίησης και πρόζας, αυτή τη φορά µε τη δεύτερη να εµφανίζεται στην πλήρη της λιτότητα, κάτι σαν κείµενο µπονζάι, για να διαβάσω το κεφάλαιο «Ο περιορισµός του ζωτικού µας χώρου»:

Το χωριό µου έχει έκταση 10.000.000 τ.µ.
Το νεκροταφείο του 10.000 τ.µ.
Το οστεοφυλάκιό του 100 τ.µ. (σ. 161)

Αυτή ακριβώς η πύκνωση του ζωτικού χώρου περικλείει το έργο που κρατάµε στα χέρια µας, καθώς στις σελίδες του ο αναγνώστης θα ακολουθήσει έναν µίτο αµιγώς προσωπικό, ο οποίος, όµως, οδηγώντας τον βήµα-βήµα έξω από τον µνηµονικό λαβύρινθο του συγγραφέα, τον αφήνει να δει τη θέα µιας εποχής µακρινής και συνάµα κοντινής, άγνωστης και συνάµα γνωστής. Ήδη, έχω υπαινιχθεί µια από τις βασικότερες αρετές της Δίφορης µνήµης: την αναγωγή του ατοµικού στο συλλογικό, µια και οι ταυτίσεις όχι µόνο δεν λείπουν κατά τη διάρκεια της ανάγνωσης αλλά είναι και πολλαπλές. Αν θέλαµε να µιλήσουµε λίγο πιο θεωρητικά, θα µπορούσαµε να πούµε πως ο Θεοχάρης κάνει «µικροϊστορία» µε το έργο αυτό, συνθέτει µε ατοµικές ψηφίδες, προσαρµοσµένες στο οικογενειακό µνηµονικό άρµα ένα µεγαλύτερο ψηφιδωτό της µετεµφυλιακής Ελλάδας, µε νωπά ακόµα τα τραύµατα και πολλές από τις πληγές της ανοιχτές.

Ένα collage κειμένων και φωτογραφιών

Πώς το κάνει αυτό; Κι εδώ, ο συγγραφέας µάς ξαφνιάζει, µια και το ίδιο το έργο είναι µε τη σειρά του ένα collage, µια συρραφή κειµένων, λογοτεχνικών και µη λογοτεχνικών, που αρδεύουν από την ίδια µεγάλη δεξαµενή, το χωριό του συγγραφέα, Δεσφίνα, και επιστρέφουν εκεί. Μια ταχύτατη περιδιάβαση στις σελίδες του βιβλίου, θα αποδείξει πως η πρόζα συνυπάρχει µε την ποίηση, η φωτογραφία έρχεται να προστεθεί –εδώ, θα επανέλθω αµέσως– παράλληλα µε αποσπάσµατα από µη λογοτεχνικά κείµενα (άρθρα, αποµνηµονεύµατα κ.ά.). Έχουµε, λοιπόν, ένα βιβλίο, προκύπτει εύλογα η ερώτηση, για τα παιδικά χρόνια του αφηγητή και το χωριό του; Κι αν ναι, γιατί µας ενδιαφέρει εµάς;

Η απάντηση στο πρώτο ερώτηµα είναι απλή: ναι. Η απάντηση στο δεύτερο ερώτηµα είναι συνθετότερη. Και για να φτάσουµε σε αυτή, θα πρέπει να περιδιαβούµε, µε τον συγγραφέα να µας κρατά το χέρι, ανά τας οδούς και τας ρίµας της Δεσφίνας. Τα πρώτα κεφάλαια της Δίφορης µνήµης µάς συστήνουν τον συγγραφέα, την οικογένειά του και τον προνοµιακό τους χώρο, το χωριό τους. Μένουν µόνο σ’ αυτό; Καθόλου. Μας συστήνουν, µετωνυµικά, µια ολόκληρη περίοδο της νεοελληνικής ιστορίας, όπως αποτυπώθηκε στα µάτια των συγγενών και συγχωριανών του, ή, όπως αποτυπώθηκε στον ίδιο τον τόπο, λ.χ. στον πλάτανο της πλατείας του χωριού: «Ο κορµός του πλάτανου φέρει αµέτρητες µικρές πληγές από τις επικολλήσεις, µε πινέζες και προκάκια της χιλιάδας, παντός είδους αγγελτηρίων τόσα χρόνια. Αν µπορούσε ν’ ανιστορήσει όσα είχε δει κι ακούσει…» (σ. 26).

Ιστορίες ανθρώπινες, που φέρουν όλα τα βάρη αλλά και τα όµορφα µιας ζωής συνηθισµένης, κι αυτό ας το κρατήσουµε στο µυαλό µας.

Οι συστάσεις, βέβαια, δεν θα περιοριστούν εκεί. Ο Θεοχάρης, µε ένα πολύ έξυπνο τέχνασµα, την αξιοποίηση –πολλαπλώς– της φωτογραφίας, θα µας αφήσει να ρίξουµε κλεφτές µατιές άλλοτε από πόρτες κρεβατοκάµαρας, άλλοτε από παράθυρα καφενείων, εξώπορτες σπιτιών, ακόµα και από τον προνοµιακό χώρο θέασης ενός χωριού, την ίδια την πλατεία του. Ο λόγος για την κεντρική ενότητα του βιβλίου, «Αρνητικά προς εµφάνιση». Φαινοµενικά ασύνδετες µικρές ιστορίες, ή, καλύτερα, φέτες ιστοριών, συρράπτονται µε άξονα ονόµατα φωτογραφικών µηχανών. Κάθε όνοµα µοντέλου φωτογραφικής ακολουθείται από ένα µικροδιήγηµα, µια «φέτα ζωής». Ιστορίες ανθρώπινες, που φέρουν όλα τα βάρη αλλά και τα όµορφα µιας ζωής συνηθισµένης, κι αυτό ας το κρατήσουµε στο µυαλό µας.

Έχουµε πολύ συχνά την τάση να πιστεύουµε εσφαλµένα ότι η λογοτεχνία πρέπει να µιλάει για το «µεγάλο», για το «σηµαντικό», για το «έξω από τον κόσµο». Κι ωστόσο, ξεχνάµε κάτι βασικό. Ας µου επιτραπεί µια κίνηση εκτός λογοτεχνίας, εντός, όµως, Τέχνης. Ο Σαρντέν, γάλλος ζωγράφος του 18ου αιώνα, είναι ο πρώτος που ζωγραφίζει νεκρές φύσεις παρµένες, κυριολεκτικά, από κουζίνες. Φραντζόλες ψωµί, γαβάθες, ψάρια. Κι όλα αυτά σε µια εποχή που αγαπούσε ιδιαίτερα τα βενετσιάνικα τοπία, τα φορτωµένα κόσµο και πληροφορία. Ο ζωγράφος µάς κάνει µια ευγενική υπενθύµιση της οµορφιάς του απλού, της σηµασίας του, της αισθητικής του. Ανάλογα, πράττει κι ο Θεοχάρης, µε το απλό να «ανοίγεται» και να εκτείνεται σε σφαίρες που δεν αντιλαµβανόµαστε µε την πρώτη µατιά. Δίνω ένα χαρακτηριστικό παράδειγµα:

Ο Γιάννης της Κατερίνης, ο Νίκος της Κωνσταντινίας, ο άλλος ο Νίκος της Ασήµως, η Κατίνα της Σοφίας, ο Αποστόλης, ο Παντελής, ο Χαράλαµπος. Πόσα παιδιά της δεκαετίας του 1950, φορτωµένα από βαφτισιμιού τους με τα ονόματα συγγενών σκοτωμένων του Εμφυλίου (σ. 106)

Η πεζογραφία του Θεοχάρη καταφέρνει να καταστήσει ορατό το αόρατο, να δώσει την ευκαιρία στα πρόσωπα αυτά να εκµυστηρευτούν «έργα και ηµέρες» τους [...]

Στις ελάχιστες αυτές σειρές, ο Θεοχάρης έχει καταφέρει να πυκνώσει µια ολόκληρη εποχή. Αντίστοιχα, στις «φωτογραφίες» των ανθρώπων που περιλαµβάνονται στην ενότητα για την οποία κάνουµε λόγο, συναντάµε, σε αντίθεση µε τα βουβά πρόσωπα των φωτογραφιών στο επίπεδο-θάνατος, έναν λόγο εύχυµο, ζωντανό. Η πεζογραφία του Θεοχάρη καταφέρνει να καταστήσει ορατό το αόρατο, να δώσει την ευκαιρία στα πρόσωπα αυτά να εκµυστηρευτούν «έργα και ηµέρες» τους, αλλά παράλληλα «έργα και ηµέρες» µιας ολόκληρης εποχής.

«Τώρα», γράφει αλλού, «όλο το µεγαλείο του παρελθόντος κείται σε σωρούς πλίνθων και κεράµων. Απέραντες στιβάδες δοµικών υλικών µνήµης» (σ. 111). Νοµίζω πως, µε τις δύο αυτές περιόδους λόγου, ο συγγραφέας έχει καταφέρει να συνοψίσει το πνεύµα του βιβλίου του. Γιατί, αν το καλοσκεφτούµε, η µνήµη δεν είναι ποτέ θεληµένη. Είναι πάντοτε αδόκητη, προκύπτει, δηλαδή, από αφορµές ασήµαντες, κάποτε προκύπτει από µια γεύση, από ένα άρωµα, από µια φωτογραφία. Αν, µάλιστα, θέλαµε, µπορούσαµε να παίξουµε, μαζί με τον Κωστή Παπαγιώργη, λίγο µε τις λέξεις και τη Γραµµατική. Θα πάµε στα γαλλικά, και θα σταθούµε στο «τώρα» τους, το maintenant τους, το «τώρα» που δεν είναι, όµως επίρρηµα αλλά µετοχή του ρήµατος maintenir, συγκρατώ, προερχόµενο, µε τη σειρά του, από το λατινικό manu tenento, κρατώ, δηλαδή, στο χέρι. Ένα «τώρα», λοιπόν, ένα παρόν που συγκρατεί και συγκρατείται. Αυτό κάνει το βιβλίο που κρατάµε στα χέρια µας. Και το κάνει στη βάση ενός ρήµατος: «Θυµάµαι…»· µε αυτό το ρήµα, καθόλα ενεργητικό, ο Θεοχάρης θα γράψει την ενότητα «Πατρίδα». Μια µνήµη σκληρή, αλγεινή, που πονά σε κάθε άγγισµά της, καταφέρνει, µε δεξιοτεχνία, να την κάνει τέχνη ο συγγραφέας:

Δίφορη μνήμηΘυµάµαι το θύµα και τον θύτη.
Τον θύτη ως θύµα,
και το θύµα ως θύτη,
θυµάµαι.
Τη µαύρη µοίρα
των Λαβδακιδών του χωριού µου,
θυµάµαι. (σ. 121)

Η µνήµη, για να πάρουµε σιγά-σιγά τον δρόµο του κλεισίµατος, για τον Θεοχάρη είναι ένα εξαιρετικό διακύβευµα, µια διαρκής πάλη. Ο συγγραφέας αναµετράται πρωτίστως µε τον εαυτό του, κινείται σε πορώδη εδάφη. «Πριν από το έργο: τα θραύσµατα της µνήµης, το τεµαχισµένο εγώ, η άλογη αλληλουχία, τα αινιγµατικά ίχνη, τα θολά περιγράµµατα, οι ασυνέχειες, οι ανακολουθίες. Μετά το έργο: το διευθετηµένο χάος, το µακιγιαρισµένο πρόσωπο, η νικηφόρα φαντασία, το αφηγηµατικό νήµα που εκλογικεύει, παρατάσσει, υποτάσσει, κατατάσσει. Δηµιουργούµε το έργο και αυτό µας δηµιουργεί», έγραφε ο Πάνος Μουλλάς. Κάθε αναµέτρηση µε τη µνήµη, είτε αυτή είναι ατοµική, είτε οικογενειακή, συλλογική, εθνική, είναι µια αναµέτρηση µε τον ίδιο µας τον υπό –διαρκή– κατασκευή εαυτό. Ο Θεοχάρης, λοιπόν, δηµιουργεί στη βάση αυτής της κατασκευής, µε πρώτη ύλη του µια µνήµη ζωντανή, ποτισµένη, οµηρικώ τω τρόπω, µε αίµα. Μόνο που, εδώ, το αίµα είναι εξίσου κυριολεκτικό µε την οδυσσειακή νέκυια. Αναµετρώµενος µε τη µνήµη, ο συγγραφέας αναµετράται µε τον θάνατο. Το δηλώνει, άλλωστε, και θεωρώ πως αυτό είναι το αρµοδιότερο κλείσιµο των παραπάνω σκέψεων, το µπαλντουινικό µότο του βιβλίου: «Η µνήµη είναι χρόνος και ο χρόνος είναι θάνατος».

* Κείμενο που διαβάστηκε στην παρουσίαση του βιβλίου, στη Λάρισα, στις 12 Μαΐου 2023.


* Ο ΜΑΡΙΟΣ ΜΩΡΟΣ είναι διδάκτορας φιλολογίας.

politeia link more

 

 

 

Ακολουθήστε την bookpress.gr στο Google News και διαβάστε πρώτοι τα θέματα που σας ενδιαφέρουν.


ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

«Οδύσσεια» – Οι διαδρομές του νόστου όπως τις χαρτογράφησε ο Στίβεν Φράι

«Οδύσσεια» – Οι διαδρομές του νόστου όπως τις χαρτογράφησε ο Στίβεν Φράι

Για το βιβλίο του Στίβεν Φράι (Stephen Fry) «Οδύσσεια» (μτφρ. Πέτρος Γεωργίου, εκδ. Πατάκη). Εικόνα: Ο Ματ Ντέιμον στην ταινία «Οδύσσεια» του Κρίστοφερ Νόλαν που κάνει πρεμιέρα στις κινηματογραφικές αίθουσες σε όλη την Ελλάδα σήμερα. 

Γράφει ο Σόλωνας Παπαγεωργίου ...

«Μουντιάλ. Ιστορίες πίσω από το τρόπαιο» των Χρήστου Σωτηρακόπουλου & Φάνη Τσοκανά (κριτική) – Πάθος, αγωνία και δράμα σε πρώτο πρόσωπο

«Μουντιάλ. Ιστορίες πίσω από το τρόπαιο» των Χρήστου Σωτηρακόπουλου & Φάνη Τσοκανά (κριτική) – Πάθος, αγωνία και δράμα σε πρώτο πρόσωπο

Για το βιβλίο των Χρήστου Σωτηρακόπουλου & Φάνη Τσοκανά «Μουντιάλ. Ιστορίες πίσω από το τρόπαιο» (εκδ. Τόπος). Εικόνα: Το γκολ που μπήκε με το «χέρι του θεού» Μαραντόνα. ©wikipedia

Γράφει ο Διονύσης Μαρίνος

Τι έχει μείν...

«Το ποδόσφαιρο στη σκιά και στο φως» του Εδουάρδο Γκαλεάνο – Ένα βιβλίο γεμάτο αγάπη για το ποδόσφαιρο συστήνεται ξανά

«Το ποδόσφαιρο στη σκιά και στο φως» του Εδουάρδο Γκαλεάνο – Ένα βιβλίο γεμάτο αγάπη για το ποδόσφαιρο συστήνεται ξανά

Για το βιβλίο του Εδουάρδο Γκαλεάνο (Eduardo Galeano) «Το ποδόσφαιρο στη σκιά και στο φως» (μτφρ. Ισμήνη Κανσή, εκδ. Μεταίχμιο). Εικόνα: Βωμός του Ντιέγκο Μαραντόνα στη Νάπολη. 

Γράφει ο Διονύσης Μαρίνος

Αν και γι...

ΠΡΟΣΦΑΤΑ ΑΡΘΡΑ

1ο Φεστιβάλ «Η φωνή της»: Γυναίκες γράφουν, μιλούν και διεκδικούν – Το πρόγραμμα αναλυτικά

1ο Φεστιβάλ «Η φωνή της»: Γυναίκες γράφουν, μιλούν και διεκδικούν – Το πρόγραμμα αναλυτικά

Το δίκτυο γυναικών συγγραφέων κατά της έμφυλης βίας και των γυναικοκτονιών, «Η φωνή της», διοργανώνει το πρώτο του φεστιβάλ το Σάββατο 26 και την Κυριακή 27 Σεπτεμβρίου 2026. Το πρόγραμμα. 

Επιμέλεια: Book Press

...
Τι διαβάζουμε τώρα; Τρία καλά αστυνομικά, πρώτα φθινοπωρινά

Τι διαβάζουμε τώρα; Τρία καλά αστυνομικά, πρώτα φθινοπωρινά

Τρία καλά πρόσφατα αστυνομικά μυθιστορήματα: Χόρχε Ροντρίγκες Γκόμες, Κάιλ Ντέκερ, Γιώργος Κ. Θεοχάρης. Πολιτικό θρίλερ στην ταραγμένη Βενεζουέλα, hardboiled αστυνομικό με έναν νέο, αναπάντεχο ήρωα και μία νέα φωνή στο ελληνικό αστυνομικό που «τα λέει όλα σε 200 σελίδες». Εικόνα: Vonderauvisuals, CC BY-NC-ND 2.0

...
«Φιορδ», του Κρίστιαν Μουντζίου: όσα μόνο ο έρωτας και η τέχνη μπορούν να γεφυρώσουν

«Φιορδ», του Κρίστιαν Μουντζίου: όσα μόνο ο έρωτας και η τέχνη μπορούν να γεφυρώσουν

Μια διαφορετική ματιά στην ταινία «Φιορδ», του Κρίστιαν Μουντζίου, που παίζεται ακόμη στις ελληνικές αίθουσες. 

Γράφει ο Νίκος Ξένιος

Mε θαυμασμό παρακολούθησα το «Φιόρδ», τη δεύτερη ταινία με την οποία ο Ρουμάνος σκηνοθέτη...

ΠΡΟΔΗΜΟΣΙΕΥΣΕΙΣ

«Το πέμπτο παιδί» της Ντόρις Λέσινγκ (προδημοσίευση)

«Το πέμπτο παιδί» της Ντόρις Λέσινγκ (προδημοσίευση)

Προδημοσίευση αποσπάσματος από το βιβλίο της Ντόρις Λέσινγκ [Doris Lessing] «Το πέμπτο παιδί» σε νέα μετάφραση της Έφης Τσιρώνη, το οποίο κυκλοφορεί στις 23 Σεπτεμβρίου, από τις εκδόσεις Διόπτρα.

Επιμέλεια: Κώστας Αγοραστός

Εκείνο το πρωί, ξαπλωμένη στ...

«Οι κόρες του Αϊβαλιού» της Γεωργίας Α. Ανδριώτου (προδημοσίευση)

«Οι κόρες του Αϊβαλιού» της Γεωργίας Α. Ανδριώτου (προδημοσίευση)

Προδημοσίευση αποσπάσματος από το μυθιστόρημα της Γεωργίας Α. Ανδριώτου «Οι κόρες του Αϊβαλιού», το οποίο κυκλοφορεί στις 18 Ιουλίου από τις εκδόσεις Νίκας.

Επιμέλεια: Κώστας Αγοραστός

Ο Παναγής Αφεντέλλης ρούφηξε νωχελικά τον καφέ του κι άφησε απαλά τ...

«Περιγραφή ενός χωριού» της Μαρί Λουίζε Κάσνιτς (προδημοσίευση)

«Περιγραφή ενός χωριού» της Μαρί Λουίζε Κάσνιτς (προδημοσίευση)

Προδημοσίευση αποσπάσματος από το πεζογραφικό έργο της Μαρί Λουίζε Κάσνιτς [Marie Luise Kaschnitz] «Περιγραφή ενός χωριού» (Μετάφραση – Επίμετρο – Σημειώσεις: Αλέξανδρος Κυπριώτης), το οποίο θα κυκλοφορήσει στις 10 Ιουλίου από τις εκδόσεις η βαλίτσα.

Επιμέλεια: Κ...

ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ

Τι διαβάζουμε τώρα; Τρία καλά αστυνομικά, πρώτα φθινοπωρινά

Τι διαβάζουμε τώρα; Τρία καλά αστυνομικά, πρώτα φθινοπωρινά

Τρία καλά πρόσφατα αστυνομικά μυθιστορήματα: Χόρχε Ροντρίγκες Γκόμες, Κάιλ Ντέκερ, Γιώργος Κ. Θεοχάρης. Πολιτικό θρίλερ στην ταραγμένη Βενεζουέλα, hardboiled αστυνομικό με έναν νέο, αναπάντεχο ήρωα και μία νέα φωνή στο ελληνικό αστυνομικό που «τα λέει όλα σε 200 σελίδες». Εικόνα: Vonderauvisuals, CC BY-NC-ND 2.0

...
Τι διαβάζουμε τώρα; 10 βιβλία ελληνικής πεζογραφίας περιμένοντας το φθινόπωρο

Τι διαβάζουμε τώρα; 10 βιβλία ελληνικής πεζογραφίας περιμένοντας το φθινόπωρο

Αστυνομικές υποθέσεις με έντονο κοινωνικό προβληματισμό, δυστοπικές πραγματικότητες που όμως περιγράφουν την εποχή μας, σκοτεινές οντότητες που ξεπηδούν από τις λαϊκές αφηγήσεις: δέκα βιβλία ελληνικής πεζογραφίας που διαβάζουμε μετά το καλοκαίρι.

Επιλογή-παρουσίαση: Σόλων...

Τι διαβάζουμε τώρα: Ποίηση καθώς τελειώνει το καλοκαίρι

Τι διαβάζουμε τώρα: Ποίηση καθώς τελειώνει το καλοκαίρι

Ποιήματα που συνομιλούν με αναμνήσεις, βιώματα, μύθους, κινηματογραφικά πλάνα. Τέσσερις προτάσεις λίγο πριν από το τέλος του καλοκαιριού. Εικόνα: «Οι Λουόμενοι της Ανιέρ» (1884) του Ζορζ Σερά.

Επιλογή-παρο...

ΠΡΟΘΗΚΕΣ

ΠΡΟΘΗΚΕΣ

Newsletter

Θέλω να λαμβάνω το newsletter σας
ΕΓΓΡΑΦΗ

ΣΥΓΓΡΑΦΕΙΣ

ΦΑΚΕΛΟΙ