
Προδημοσίευση αποσπάσματος ενός κεφαλαίου, από το μυθιστόρημα του Κυριάκου Κεντρωτή «Γεια σου καμάρι μου», το οποίο θα κυκλοφορήσει τις επόμενες μέρες από τις εκδόσεις Νίκας.
Επιμέλεια: Κώστας Αγοραστός
«Ο δρόμος χωρίς λεύκες»
Είχε ξυπνήσει πολύ νωρίς για δουλειά. Έτσι έκανε πάντα η πρωινή δροσούλα. Το χώμα την περίμενε με τα καλύτερα χαρμάνια του για να την κρατήσει κοντά του. Εκείνη βιαζόταν να μην αργήσει και δεν πρόσεχε καθόλου γύρω της. Σήμερα μπήκε στο σύννεφό της και μάνι μάνι το έβαλε μπροστά. Δεν πρόσεξε, όμως, καθόλου πως κουβαλούσε μαζί της και συνεπιβάτη. Την ένοιαζε μόνο, όσο μπορούσε, να στείλει μια ώρα αρχύτερα σπίτι τη νύχτα με τα σκοτεινά τερτίπια της. Πιστή κάθε πρωί στο σύντομο ταξίδι της, εκεί στον καταπράσινο κάμπο των Μολάων. Τίποτα δεν έδειχνε ν’ αλλάζει. Μια κανονική ρουτίνα. Κι, όμως, η πρωινή δροσούλα όλο και πάσχιζε να κλέβει χρόνο από τη νύχτα. Είχε βέβαια και τη μάνα της, την προκομμένη κι άξια μέρα που όλο την κυνηγούσε για τις δουλειές. Αυτές περίμεναν και φώναζαν πως δεν θα χάνανε τον χρόνο τους με τις βόλτες της πρωινής δροσούλας. Αυτή, όμως, εκεί στον καημό της. Την τρέλαινε που η χαρά της κρατούσε ελάχιστα μπροστά στην ατέλειωτη νύχτα. Έτσι ήθελε συνέχεια να τη γρατζουνάει παίρνοντας ένα κομμάτι της. Μια μικρή νυχιά στον χρόνο. Ανεπαίσθητη, αλλά νυχιά. Αυτό ήταν το πρωταρχικό της μέλημα. Όλα να φαίνονται αρμονικά, αλλά κατά βάθος ήθελε να νικάει στα σημεία την αχώνευτη, την ψηλομύτα και νωχελική νύχτα.
Κατά βάθος, όμως, είχε κι άλλη μια παραξενιά. Δεν ήθελε να την περνάνε για ομίχλη. Αν είναι δυνατόν! Να σέρνεται με τις ώρες και να τη βρίζουν οι άνθρωποι σαν να ’ναι σκουπίδι του δρόμου. Τους ξέρει καλά πως δεν σε περιμένουν για πολύ. Σου κολλάνε τη ρετσινιά κι άντε μετά να έχεις κέφι για ζωή. Αλλά ούτε και πάχνη ήθελε να τη φωνάζουν. Ένα τόσο αδιάφορο όνομα. Άκου πάχνη! Εύκολα μετά σε κάνουν και παχνί. Κι η πρωινή δροσούλα δεν ήθελε να μένει αδιάφορη στη ζωή των ανθρώπων, αφού γεννήθηκε να έχει πολύ κέφι για ζωή. Εξάλλου, κι η ζωή δεν μπορεί να ζήσει χωρίς τη δική της παρέα που συνέχεια την αναζητάει για να ξεφεύγει κι αυτή από την ανυπόφορη ζέστη. Δροσούλα, λοιπόν, και πάλι δροσούλα, και σε όποιον αρέσει! Ήταν η ίδια η χαρά της ζωής, να τη ζει μέχρι το μεδούλι. Να τρέξει, να συναντήσει την αυγούλα και, σαν καλές κι αχώριστες φιλενάδες, να πιάσουν την καλύτερη θέση. Ένα κανονικό μπαλκόνι έβρισκαν για να κάθονται και να χαζεύουν τα έργα των ανθρώπων. Αυτοί, όμως, σπάνια τις κοιτούσαν με τις τόσες δουλειές και έγνοιες τους, αλλά εκείνες δεν ξεκολλούσαν τα μάτια από πάνω τους. Σήμερα, όμως, η βιαστική, μα κι η απρόσεκτη δροσούλα, δεν πίστευε, όχι μόνο στα μάτια της, αλλά ούτε και στ’ αφτιά της. Το ολόλευκο πέπλο της είχε τυλίξει μια όμορφη κοπελιά που την έφερε, χωρίς να το καταλάβει, εκεί μπροστά τους αποκαλύπτοντας τον περίεργο συνεπιβάτη. Η νύχτα το πήρε πια απόφαση ν’ αποσυρθεί σιωπηλά. Στη σκηνή της μέρας, το φως είχε αρχίσει τα παλαβά του με όλες τις φιλενάδες του.
Κατά βάθος, όμως, είχε κι άλλη μια παραξενιά. Δεν ήθελε να την περνάνε για ομίχλη. Αν είναι δυνατόν! Να σέρνεται με τις ώρες και να τη βρίζουν οι άνθρωποι σαν να ’ναι σκουπίδι του δρόμου. Τους ξέρει καλά πως δεν σε περιμένουν για πολύ. Σου κολλάνε τη ρετσινιά κι άντε μετά να έχεις κέφι για ζωή. Αλλά ούτε και πάχνη ήθελε να τη φωνάζουν. Ένα τόσο αδιάφορο όνομα. Άκου πάχνη! Εύκολα μετά σε κάνουν και παχνί.
«Έλα ρε διάολε και με κοψοχόλιασες... άντε πέρα μακριά μου! Με κατατρόμαξες, γαμώτη μου! Από πού ξεφύτρωσες εσύ ’δώ χάμω; Αυτό ξέρεις να κάνεις, ε; Να ξεφυτρώνεις σαν φαντομάς, έτσι ακάλεστη – κι ανεπιθύμητη. Εδώ βρήκες να ’ρθεις; Άντε πήγαινε πιο πέρα, τον διάολό μου μέσα! Την τύχη μου πρωϊνιάτικα... ακόμα δεν το πιστεύω τούτο το ξαφνικό. Στα καλά του καθουμένου, να με στείλεις έτσι παρά λίγο; Άντε μου τώρα... μπα, σε καλό σου! Κι είσαι και θεόρατη, πανάθεμά σε...»
Ο Διομήδης Μυλωνάκος, όλο και προσπαθούσε να πάρει ανάσα από τούτο το ξαφνικό συναπάντημα. Μετά βίας κρατιόταν. Τα ήξερε πολύ καλά αυτά τα ξεσπάσματά του που δεν ξεπερνούσαν το πεντάλεπτο. Δεν τα ήθελε κι ούτε ήταν περήφανος. Τα κουβαλούσε σαν το δέρμα πάνω του. Ένας πολύ καλός άνθρωπος με πλούσιο εσωτερικό κόσμο. Ο έξω κόσμος, όμως, τον τρόμαζε από παιδί αντιδρώντας πολλές φορές με ξεσπάσματα θυμού. Κυκλοφορεί με το κοστούμι του ντυμένος στην τρίχα· αρκεί, όμως, ένα οποιοδήποτε πρόβλημα του έξω κόσμου για να το λεκιάσει. Έτσι και τώρα, αχάραγα, συνήθιζε να κάνει τη βόλτα του στον κάμπο κάνοντας παρέα με την ομορφιά του τόπου που είχε αφήσει πίσω του, μικρό οκτάχρονο παιδί. Αυτή προσπαθεί να ξαναβρεί τα τελευταία χρόνια που μένει πια κοντά της. Να την ξαναδεί με τα παιδικά μάτια κι όχι με τα μάτια της καρδιάς. Είναι το δικό του παιδικό δωμάτιο· τα δέντρα να γίνονται οι τοίχοι του και τα κλαδιά με τα φύλλα τους πηγαινοέρχονται με τον αέρα σαν τις κουρτίνες. Εκεί να παίζονται ξανά το κρυφτό και το κυνηγητό κι όλες εκείνες οι παραστάσεις του Καραγκιόζη και των άλλων ηρώων που φτιάχνανε τα παιδιά της γειτονιάς.

Λίγα λόγια για το βιβλίο
Οκτώ ιστορίες διηγούνται τα πρώτα χρόνια της ζωής του συγγραφέα τη δεκαετία του ’60 στους Μολάους Λακωνίας, εκεί στο τέρμα Θεού κι ακόμα παρακάτω.
Όλες μαζί μια ιστορία ζωής με θέματα ανάκατα του τόπου και του κόσμου, χωρίς όμως την άτεγκτη αυστηρότητα, όπως τότε στην κοινωνία και στα σχολεία. Ιστορίες σαν όνειρα της ζωής από το χθες και το σήμερα του τόπου στο δικό του αύριο και σ’ εκείνο του κόσμου. Μια οφειλή ταγμένη από παλιά για πρόσωπα μοναδικά κι αγαπημένα στην οικογένεια, στη γειτονιά, στο σχολείο και στην πόλη. Ένα κεράκι κόντρα στους αέρηδες του χρόνου για εκείνα τα χρόνια τα ζυμωμένα με αίμα και ιδρώτα και κεντημένα με μεράκι και φιλότιμο. Ένα όνειρο που ονειρεύεται το ίδιο να ριζώσει στη γενέτειρά του και να γίνει καμάρι των δικών της ανθρώπων για να μην μπορεί να ξεχασθεί άδοξα από τη ζωή τους.
Λίγα λόγια για τον συγγραφέα
Ο Κυριάκος Κεντρωτής ζει και εργάζεται στη Θεσσαλονίκη. Το διήγημά του «Πρόσφυγας έρωτας στην Αθήνα» βραβεύτηκε με την επιλογή του στον συλλογικό τόμο, Η Αθήνα και το βιβλίο, Εκδόσεις Ιανός, 2018. Το κείμενό του «Η σχεδία της πόλης» επιλέχθηκε στην Ανθολογία μικροδιηγήματος, Με μια σχεδία, Εκδόσεις Παρατηρητής της Θράκης, 2020. Έχει ασχοληθεί με τη λογοτεχνική μετάφραση μεταφράζοντας έργα του Τόμας Μαν (Κύριος και σκύλος, Εκδόσεις Νίκας & Τριστάνος, Εκδόσεις Ύψιλον, ανέβηκε σε διασκευή-σκηνοθεσία από τη Μαρία Μαγκανάρη στο Θέατρο του Νέου Κόσμου, 2018), του Χάινριχ Μπελ (Το ακριβό μου πόδι, περ. Το Δέντρο, Αυτοβιογραφία, περ. Δεκαπενθήμερος Πολίτης), του Μποναβεντούρα (Εξομολογήσεις ενός νυχτοβαρδιάνου, περ. Πόρφυρας) και του Τσέζαρε Παβέζε («Νεφέλη», ένα κεφάλαιο από το Διάλογοι με τη Λευκώ, περ. Πόρφυρας). Από τις Εκδόσεις Νίκας κυκλοφόρησαν το 2024, Ο αλγόριθμος. Ιστορίες σαν παραμύθια και το 2022, το μυθιστόρημά του Το Πρότζεκτ.



















