
Προδημοσίευση αποσπάσματος από το βιβλίο του Ρόμπερτ Ντ. Κάπλαν [Robert D. Kaplan] «Έρημη χώρα» (μτφρ. Σπύρος Κατσούλας), το οποίο θα κυκλοφορήσει στις 6 Μαΐου από τις εκδόσεις Διόπτρα.
Επιμέλεια: Κώστας Αγοραστός
Άσφαλώς, στον 21ο αιώνα δεν πρόκειται να δούμε την παλινόρθωση οποιουδήποτε τύπου μοναρχίας, με την εγγενή νομιμοποίηση που πρόσφερε αποτρέποντας τις παρορμήσεις για εξτρεμιστικές ιδεολογίες και βίαιο έλεγχο. Σήμερα είμαστε εντελώς μόνοι μας, σ’ έναν κόσμο που φαίνεται οικείος χάρη στην τεχνολογία, αλλά έχει την τάση να αποσταθεροποιείται από απλοϊκά συνθήματα στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης και εύθραυστα οικονομικά ντόμινο. Και παρότι τα κράτη που τον απαρτίζουν κυβερνώνται, σε μεγάλο βαθμό, με μετριοπάθεια και δημοκρατικές διαδικάσεις, οι πολύ στενές αλληλεπιδράσεις τους, συμπεριλαμβανομένης της εσωτερικής αποδόμησης της κρατικής ισχύος, μικρών και μεγάλων, δημιουργούν μια γεωπολιτική Βαϊμάρη.
Σε αυτή τη γεωπολιτική Βαϊμάρη, ενώ η μοναρχική διακυβέρνηση –με την εξαίρεση της Άραβικής Χερσονήσου με τους βασιλείς, τους σουλτάνους και τους εμίρηδές της– έχει σχεδόν εκλείψει, η κληρονομιά του ολοκληρωτισμού, ιδίως του κομμουνισμού, παραμένει εξίσου αυταρχική και παραλυτική, συμβάλλοντας στη βαθύτερη αστάθεια. Η Κίνα και η Βόρεια Κορέα εξακολουθούν να είναι επίσημα κομμουνιστικές κοινωνίες, ενώ τα τρία τέταρτα του αιώνα κομμουνισμού στη Ρωσία, συμπεριλαμβανομένων μερικών δεκαετιών σταλινισμού, έχουν προκαλέσει τόση ζημιά στον πολιτισμό της, ώστε έχουν αποκρυσταλλωθεί στην αιμοσταγή διακυβέρνηση του Βλαντίμιρ Πούτιν. Ό ολοκληρωτισμός, που ουσιαστικά σημαίνει ότι καμία πράξη –ή ακόμα και σκέψη– δεν επιτρέπεται άνευ κρατικής εποπτείας και έγκρισης, αποτελεί επινόηση της νεωτερικότητας. Φέρει την περιφρόνηση της νεωτερικότητας για το παρελθόν, τις παραδόσεις και τις κλασικές μεθόδους διακυβέρνησης, με προεξάρχουσα τη μοναρχία. Άκόμα και σήμερα μπορεί κανείς να παρατηρήσει την ορατή ζημιά που προκάλεσε ο κομμουνιστικός ολοκληρωτισμός στην «εκβιομηχάνιση της αρχιτεκτονικής» που προώθησε ο Σοβιετικός ηγέτης Νικίτα Χρουστσόφ, με τα «προκατασκευασμένα κτίρια, το μπετόν αρμέ και τα τυποποιημένα διαμερίσματα», τα οποία παραμορφώνουν ακόμη πολλές πόλεις του πρώην σοβιετικού μπλοκ, στερώντας τους την ανθρωπιά και τη μοναδικότητά τους. Όπως θα δούμε πιο αναλυτικά παρακάτω, παρότι ο κομμουνισμός πέθανε στην Ευρώπη το 1989, η πνευματική και πολιτική καταστροφή που προκάλεσε –χωρίς να υπολογίζουμε τη ζημιά στην αρχιτεκτονική– εξακολουθεί να υφίσταται και αποτελεί παράγοντα που συμβάλλει στη μόνιμη κρίση μας. Δεν έχουμε τελειώσει ακόμη με τον κομμουνισμό, την ώρα που το μέλλον, όπως το ορίζει η τεχνολογία, καλπάζει προς τα εμπρός. Όλες οι εποχές είναι μεταβατικές, ποτέ άλλοτε όμως δεν συντελέστηκαν τόσο εμβληματικές μεταβάσεις με τόσο άνισο ρυθμό όσο σήμερα.
Ό Βλαντίμιρ Πούτιν είναι ο πιο επικίνδυνος Ρώσος ηγέτης μετά τον Στάλιν. Ό Σι Τζινπίνγκ είναι εξίσου αδυσώπητος και δογματικός με τον Μάο Τσετούνγκ. Ό Ντόναλντ Τραμπ, του οποίου η πολιτική καριέρα μπορεί να ανήκει ήδη στο παρελθόν, είναι πιο ματαιόδοξος και επιφανειακός ακόμα και από τον φον Πάπεν.
Όπωσδήποτε, η Ιστορία δεν περιορίζεται μόνο σε απρόσωπες, αχαλίνωτες δυνάμεις όπως ο κομμουνισμός, η τεχνολογία, η γεωπολιτική και ούτω καθεξής. Υπάρχουν επίσης οι προσωπικότητες και ο ανθρώπινος παράγοντας, με όλες τις απρόβλεπτες καταστάσεις που αυτό συνεπάγεται. Ό Βλαντίμιρ Πούτιν είναι ο πιο επικίνδυνος Ρώσος ηγέτης μετά τον Στάλιν. Ό Σι Τζινπίνγκ είναι εξίσου αδυσώπητος και δογματικός με τον Μάο Τσετούνγκ. Ό Ντόναλντ Τραμπ, του οποίου η πολιτική καριέρα μπορεί να ανήκει ήδη στο παρελθόν, είναι πιο ματαιόδοξος και επιφανειακός ακόμα και από τον φον Πάπεν. Το ζήτημα είναι ότι στον σημερινό κόσμο υπάρχουν όλα εκείνα τα συστατικά που μπορούν είτε να διαιωνίσουν αυτή τη μόνιμη κρίση της παγκόσμιας τάξης είτε να προκαλέσουν μια κατακλυσμιαία καταστροφή. Με άλλα λόγια, δεν πρόκειται να απαλλαγούμε από τα ηχηρά πρωτοσέλιδα. Ξεχάστε τον Χίτλερ. Κάθε τύραννος είναι μοναδικός, όπως και κάθε ήρωας. Και όπως η τεχνολογία απελευθερώνει, έτσι και οι τεχνολογικοί δαίμονες θα αφθονούν. Το κρίσιμο στοιχείο σε όλα αυτά θα είναι η εγγύτητα. Θα είμαστε όλοι –η Ευρασία, η Άφρική, η Βόρεια και η Νότια Άμερική– εκτεθειμένοι στις κρίσεις των άλλων όσο ποτέ άλλοτε. Υπό αυτή την έννοια, τα μέσα και τα τέλη του 21ου αιώνα θα είναι, σε σχέση με τον 20ό, ό,τι ήταν ο 20ός αιώνας για τον 19ο και ακόμα και για τον 18ο. Δηλαδή ο ρυθμός και η ποιότητα της συνδεσιμότητας –της εγγύτητας– θα επιταχύνονται αδιάκοπα. Αναμφίβολα, έχουν να δουν πολλά τα μάτια μας. Όμως οι μεταλλάξεις των ασθενειών, οι παθογόνες δυνάμεις αποσταθεροποίησης, είναι εκείνες που μπορούν να μας απειλήσουν με καταστροφή.
Η γεωγραφία δεν εξαφανίζεται. Άπλώς συρρικνώνεται. Πράγματι, όσο μικρότερος γίνεται ο κόσμος λόγω της τεχνολογίας, τόσο πιο σημαντική γίνεται κάθε περιοχή του. Κάθε τόπος, κάθε ποτάμι και κάθε οροσειρά θα αποκτούν στρατηγική σημασία. Ένα πραξικόπημα σε μια χώρα του Σαχέλ, όπως για παράδειγμα εκείνο που έγινε στον Νίγηρα το 2023, μπορεί να αποκαλύψει την ευπάθεια του κόσμου μας στον ίδιο βαθμό που θα το έκανε και μια οικονομική κρίση στην Κίνα. Σκεφτείτε ένα παλιό ρολόι χειρός: φαίνεται τόσο μικρό, αλλά μόλις αρχίσετε να το αποσυναρμολογείτε, ξαφνικά γίνεται τεράστιο και περίπλοκο. Έτσι είναι ο πλανήτης μας σήμερα και έτσι θα παραμείνει τις επόμενες δεκαετίες.
Επιτρέψτε μου να εξηγήσω τον κόσμο μας σήμερα χρησιμοποιώντας το παράδειγμα της Σικελικής Εκστρατείας του 5ου αιώνα π.Χ. Μας δείχνει ακριβώς με ποιον τρόπο η γεωγραφία των μέσων του 21ου αιώνα θα εξακολουθήσει να υπαγορεύει εξελίξεις, ενώ ταυτόχρονα θα συρρικνώνεται. Επί δεκαετίες, αυτή η στρατιωτική περιπέτεια της αρχαίας Άθήνας, όπως την κατέγραψε ο Θουκυδίδης, χρησιμοποιείται στη στρατηγική ως μεταφορά τόσο για τον πόλεμο του Βιετνάμ όσο και για τον πόλεμο του Ιράκ. Η Άθήνα ενεπλάκη σε πόλεμο για να υποστηρίξει τους συμμάχους της στη μακρινή Σικελία, μόνο και μόνο για να εγκλωβιστεί για αρκετά χρόνια σε ένα στρατιωτικό τέλμα. Άφού συγκέντρωσε με κόπο μια μεγάλη εκστρατευτική δύναμη, αναγκάστηκε τελικά να υποχωρήσει, βλέποντας τη φήμη της να καταρρέει. Η Σικελία βρίσκεται δίπλα στην Ελλάδα, ενώ το Βιετνάμ και το Ιράκ βρίσκονται στην άλλη άκρη του κόσμου σε σχέση με τις Ηνωμένες Πολιτείες. Ως γνωστόν, όμως, η συρρίκνωση της γεωγραφίας λόγω της τεχνολογίας των μεταφορών έχει καταστήσει το Βιετνάμ και το Ιράκ πρακτικά τόσο κοντά στην Άμερική όσο ήταν η Σικελία στην Ελλάδα. Ή, αντιστρόφως, η απουσία μιας τέτοιας τεχνολογίας από την Άθήνα του 5ου αιώνα π.Χ. καθιστούσε τη Σικελία τόσο μακρινή όσο είναι το Βιετνάμ και το Ιράκ για την Άμερική. Έτσι, και στις δύο περιπτώσεις, η αναλογία ισχύει. Το ίδιο μπορεί να πει κανείς και για τις παγκόσμιες συνθήκες του σήμερα και της εποχής της Βαϊμάρης.
Λόγω των ψηφιακών επικοινωνιών, των διηπειρωτικών πυραύλων, των αερομεταφορών, των δορυφόρων και τόσων άλλων παραγόντων, τα διάφορα μέρη του πλανήτη επηρεάζουν πλέον το ένα το άλλο τόσο άμεσα όσο τα διάφορα μέρη της Γερμανίας επηρέαζαν το ένα το άλλο τη δεκαετία του 1920 και στις αρχές της δεκαετίας του 1930. Άσφαλώς, η Γερμανία διέθετε μια κοινή γλώσσα και δεν υπήρχαν ωκεανοί να τη χωρίζουν. Όι διαφορές, λοιπόν, ανάμεσα στον σημερινό κόσμο και τον κόσμο της Βαϊμάρης είναι μεγάλες, ωστόσο οι ομοιότητες δεν παύουν να είναι εντυπωσιακές. Για μία ακόμα φορά, η συρρίκνωση της γεωγραφίας προσφέρει μια αναλογία, η οποία, όσο ατελής κι αν είναι, δεν υπήρχε στο παρελθόν.
Θα έχει αυτή η νέα παγκόσμια Βαϊμάρη την ολέθρια μοίρα της αυθεντικής; Ή θα βρει μια σχετική σταθερότητα, όπως συνέβη στη Γερμανία της δεκαετίας του 1920, κατά τα χρόνια του Γκούσταβ Στρέζεμαν; Διότι εκείνη η μεταβατική περίοδος θα μπορούσε να είχε συνεχιστεί επ’ αόριστόν, αν δεν είχε προκύψει η Μεγάλη Ύφεση που έπληξε ολόκληρο τον ανεπτυγμένο κόσμο και βύθισε τη Βαϊμάρη σε μια ανεξέλεγκτη περιδίνηση. Ό Χίτλερ δεν ήταν αναπόφευκτος. Υπήρχαν και άλλες δυνατότητες. Ωστόσο, πρέπει να λάβουμε υπόψη μας ότι ερχόμαστε αντιμέτωποι με όλο και περισσότερες κρίσεις οι οποίες, ενώ ενώνουν τον κόσμο, παράλληλα τον απειλούν και τον διαιρούν. Ό Covid-19 και η κλιματική αλλαγή, παρά τα προβλήματα που έχουν προκαλέσει και θα προκαλέσουν, δεν είχαν τη στοχευμένη και καταστροφική επίδραση στον πλανήτη που είχε, για παράδειγμα, η Μεγάλη Ύφεση στη Γερμανία, η οποία έφερε τον Χίτλερ στην εξουσία. Δώστε όμως λίγο ακόμα χρόνο. Η κλιματική αλλαγή και οι πανδημίες είναι αμείλικτες, ιδίως αν αναλογιστούμε την απόλυτη αύξηση του πληθυσμού, που θα συνεχιστεί για μερικές δεκαετίες ακόμα σε ορισμένα μέρη του κόσμου, καθώς και το γεγονός ότι όλο και περισσότεροι άνθρωποι ζουν σε περιβαλλοντικά ευάλωτες ζώνες, οι οποίες πλήττονται από κατολισθήσεις, άνοδο της στάθμης της θάλασσας και άλλα παρόμοια φαινόμενα. Και όλα αυτά χωρίς να υπολογίσουμε τους πολέμους και τις διενέξεις μεταξύ των μεγάλων δυνάμεων.
Και κάπως έτσι φτάνουμε στον δικό μας κόσμο.

Λίγα λόγια για το βιβλίο
Ο κόσμος μας εισέρχεται σε μια νέα εποχή. Μια εποχή που χαρακτηρίζεται από έναν εκρηκτικό συνδυασμό πολέμων, κλιματικής αλλαγής, ανταγωνισμού των μεγάλων δυνάμεων, ραγδαίων τεχνολογικών εξελίξεων και αμέτρητων άλλων προκλήσεων.
Ο Ρόμπερτ Ντ. Κάπλαν, ένας από τους σημαντικότερους γεωπολιτικούς στοχαστές και συγγραφέας περισσότερων από είκοσι βιβλίων για τη διεθνή πολιτική, εξηγεί με οξυδέρκεια πώς φτάσαμε ως εδώ και προς τα πού οδεύουμε. Στρέφεται στην Ιστορία, τη φιλοσοφία και τη λογοτεχνία για να φωτίσει το παρόν – μεταξύ άλλων, και στο ποίημα του Τ. Σ. Έλιοτ που δίνει τον τίτλο αυτού του βιβλίου. Ο Κάπλαν συγκρίνει τη σημερινή κατάσταση με τη Δημοκρατία της Βαϊμάρης, την εύθραυστη δημοκρατική κυβέρνηση της Γερμανίας του Μεσοπολέμου, που κατέρρευσε υπό το βάρος πολλαπλών κρίσεων, οδηγώντας στην άνοδο του ναζισμού. Υποστηρίζει ότι οι ιδιαίτερες προκλήσεις του 21ου αιώνα –πανδημίες, ύφεση, μαζική μετανάστευση, ανταγωνισμός των μεγάλων δυνάμεων, αστικοποίηση, τεχνολογική διασύνδεση και ψηφιακή δικτύωση– δημιουργούν τις προϋποθέσεις μιας «παγκόσμιας Βαϊμάρης»: κάθε καταστροφή σε μια χώρα μπορεί να μετατραπεί σε παγκόσμια κρίση. Ο Κάπλαν προειδοποιεί ότι η κατάσταση ενδέχεται να ξεφύγει από τον έλεγχό μας και υποδεικνύει τους τρόπους με τους οποίους μπορούμε –ίσως– να προφυλαχθούμε από ένα χαοτικό μέλλον.
Λίγα λόγια για τον συγγραφέα
Ο Ρόμπερτ Ντ. Κάπλαν είναι συγγραφέας και δημοσιογράφος. Έχει γράψει πάνω από είκοσι βιβλία, μεταξύ των οποίων Η εκδίκηση της γεωγραφίας και Φαντάσματα των Βαλκανίων, ενώ για τρεις δεκαετίες κάλυπτε διεθνή θέματα για το περιοδικό The Atlantic. Υπήρξε σύμβουλος του αμερικανικού Πενταγώνου σε θέματα άμυνας και ναυτικής στρατηγικής και κάτοχος της Έδρας Γεωπολιτικής Robert Strausz-Hupé στο Foreign Policy Research Institute. Το περιοδικό Foreign Policy τον έχει συμπεριλάβει δύο φορές στους 100 κορυφαίους διανοητές διεθνώς.






















