
Για την ταινία του Κολομβιανού σκηνοθέτη Σιμόν Μέσα Σότο «Ένας ποιητής» («Un poeta»), που βραβεύτηκε στις Κάννες και αλλού.
Γράφει ο Νίκος Ξένιος
Είδα τη μαύρη κωμωδία «Un poeta» («Ένας ποιητής») του κολομβιανού σκηνοθέτη Simón Mesa Soto, δεύτερη μεγάλου μήκους ταινία του, μια συμπαραγωγή Κολομβίας, Γερμανίας και Σουηδίας. Πρόκειται για ένα σχόλιο για την τέχνη και τον ματαιωμένο καλλιτέχνη δοσμένο συγκινητικά, εύστοχα και με χιούμορ. Σχολιάζει την προσποίηση των ποιητικών κύκλων, τον συντηρητισμό των οικογενειών και γενικά της κοινωνίας της Κολομβίας, την απουσία αυτοεκτίμησης κάποιων δημιουργών. Το σατιρικό, ευαίσθητο αυτό φιλμ γυρίστηκε στο Μεντεγίν με καστ κυρίως ερασιτεχνών ηθοποιών. Ο διευθυντής φωτογραφίας Χουάν Σαρμιέντο χρησιμοποίησε format 16 χιλιοστών, αισθητική επιλογή που ενισχύει τη νοσταλγική ατμόσφαιρα του έργου.
Ένας αιώνιος ονειροπόλος
Η εμμονή του πενηντάχρονου Όσκαρ Ρεστρέπο με την ποίηση δεν του έχει αποφέρει αναγνώριση και δόξα. Είναι διαζευγμένος με ένα παιδί και ζει με τη σύνταξη της μητέρας του, μιας αλκοολικής γυναίκας, ενώ ο ίδιος βρίσκεται αντιμέτωπος με προσωπικό και οικονομικό αδιέξοδο. Βραβευμένος στα είκοσί του για τους μελαγχολικούς στίχους του αλλά επί του παρόντος ξεπερασμένος, περιπλανιέται στο Μεντεγίν θρηνώντας την κατάσταση της λογοτεχνίας στην πατρίδα του. Ακούει «Radiohead» γιατί πιστεύει ότι «ο καλύτερος καλλιτέχνης είναι ο μελαγχολικός καλλιτέχνης», θαυμάζει τον Μπουκόβσκι και έχει αναρτημένο στο δωμάτιό του το πορτραίτο του αυτόχειρα κολομβιανού ποιητή José Asunción Silva. Γερνώντας και ασχημαίνοντας, ενσαρκώνει το στερεότυπο του περιθωριοποιημένου, ανέμπνευστου, παθητικά παραιτημένου «πρώην ποιητή» που επιμένει να ανακαλεί την ποιητική του φωνή. Είναι αιθεροβάμων και αθεράπευτα ονειροπόλος. Ξεσπά σε εκρήξεις θυμού. Χρωστά χρήματα σε ένα σωρό κόσμο και δεν μπορεί ν’ αντεπεξέλθει ικανοποιητικά ούτε στον πατρικό του ρόλο. Η κόρη του, η Ντανιέλα, του δείχνει τον οίκτο της: «Είσαι παιδί», του λέει, κι εκείνος της ζητά (σαν παιδί) συγγνώμη και της υπόσχεται ότι θα αλλάξει.

Όμως ο Όσκαρ είναι ο ορισμός του Ποιητή. Βάσανο, λυκόφως, θλίψη, μελαγχολία, αυτή είναι η Ποίηση αυτοπροσώπως. Η σπαρακτική κραυγή ενός ποιητή που τρέχει στους δρόμους μάς πάει απευθείας στον Παζολίνι, στους μεγάλους δημιουργούς. Ο Σότο είναι ένας σκηνοθέτης που αγγίζει με ειλικρίνεια την ανθρώπινη αδυναμία, αναγνωρίζοντας το μεγαλείο της έμπνευσης που ανασύρει τον άνθρωπο από τον βούρκο της καθημερινότητας. Κάτι το «χειροποίητο», ειλικρίνεια και ακρίβεια των λεπτομερειών στο σενάριο, αλλά και μια εσκεμμένα «άχαρη» υπερβολή που το χαρακτηρίζει, ταιριάζουν με το «βασανισμένο» ύφος του ήρωά του, που ουσιαστικά επανασυγγράφει το σενάριο της ζωής του.
Μια δεύτερη ευκαιρία
Μισομεθυσμένος, ο Όσκαρ εκφωνεί ένα κήρυγμα για τη «μαύρη τρύπα» της Ποίησης στους μαθητές του. Αργότερα, τσακώνεται με μια ομάδα νεαρών συγγραφέων και ξεβρακώνεται περιφρονητικά μπροστά τους. Όταν η προσωπική του βάσανος ξεφεύγει από τον έλεγχό του, γίνεται ταυτόχρονα αξιολύπητος και πείσμων. Μετά από έντονη πίεση της αδερφής του, καταφέρνει να βρει δουλειά ως καθηγητής Φιλοσοφίας στο λύκειο ενός υποβαθμισμένου γκέτο του Μεντεγίν, όπου γνωρίζει την Τζουρλάδι, μια μαθήτρια με έμφυτο ταλέντο στην ποίηση. Στο πρόσωπό της διαβλέπει μια δεύτερη ευκαιρία του στην ποίηση: η άμεση δόξα πλέον τον έχει προσπεράσει, όμως έμμεσα μπορεί να διανύσει τον αστερισμό της για μιαν ακόμη φορά. (Τα γραπτά της νεαρής Τζουρλάδι ο Σότο τα άντλησε από εφηβική ποίηση που ανίχνευσε στο ίντερνετ και είναι όντως ξεχωριστά).

Έτσι, γίνεται αυτόκλητος μέντοράς της και προσπαθεί να την εισαγάγει στους λογοτεχνικούς του κύκλους, αλλά η απροθυμία της και μια σειρά από ατυχείς περιστάσεις ανατρέπουν τη ζωή του: «Ζει κανείς από την ποίηση;» τον ρωτά, κι αυτές οι απορίες τού δίνουν την ευκαιρία να αναγνωρίσει τα λάθη του για πρώτη φορά. Ο Όσκαρ πείθει το διστακτικό κορίτσι να λάβει μέρος σε τοπικό λογοτεχνικό φεστιβάλ, ενώ ο διοργανωτής του φεστιβάλ, ο καταξιωμένος ποιητής Εφραΐν (Γκιγιέρμο Καρντόνα), θα την πιέσει να γράψει ποιήματα για τη φτώχεια της οικογένειάς της, με το επιχείρημα ότι κάτι τέτοιο θα είναι «πιασάρικο».
Μια δημιουργική σχέση που υπηρετεί την Τέχνη
Ανάμεσα στον Όσκαρ και την Τζουρλάδι αναπτύσσεται μια ενδιαφέρουσα δυναμική: εκείνος συνδυάζει τη ματαιωμένη φιλοδοξία και τον συμβιβασμό με κάποιαν απρόσμενη πεποίθηση στις πνευματικές του δυνατότητες και μια ικανότητα μετάπλασης της διδασκαλίας σε υψηλή μορφή δημιουργίας. Εκείνη είναι ένα κορίτσι με περιορισμένο όραμα (κάλλιστα θα ακολουθούσε την καριέρα μιας «νυχούς»), αλλά έχει υγιή αυτοεκτίμηση και ταλέντο που αναζητά την κατάλληλη διοχέτευση. Το δικό του ταλέντο, μέσα στο πέρασμα του χρόνου, τον έχει μετατρέψει σε άχθος αρούρης, ενώ εκείνη διστάζει να αξιοποιήσει το δικό της. Οι αλλαγές που πρέπει να κάνει στη ζωή του επηρεάζουν τον βαθμό ενδοσκόπησής του, κι έτσι αποφασίζει να γίνει δημιουργός («ποιητής») μιας νεανικής ποιητικής καριέρας που θα έχει συναίσθημα, κίνηση και πνοή και θα αποκαλύπτει τα δικά του νοήματα της Ποίησης.

Ο ερασιτέχνης ηθοποιός Ουμπεϊμάρ Ρίος Γκόμες, καθηγητής και ποιητής/μουσικός και ο ίδιος, που υποδύεται τον Όσκαρ Ρεστρέπο, κάνει το κινηματογραφικό του ντεμπούτο με αυτόν τον ρόλο «loser» που παραπέμπει σε Γούντι Άλεν, σε Ρομπέρτο Μπενίνι ή και σε Τσάρλι Τσάπλιν, κομίζοντας αξιοσημείωτη αυθεντικότητα στον χαρακτήρα. Η Ρεμπέκα Αντράντε δίνει στον ρόλο της Τζουρλάδι όλη της την ψυχή: είναι φιλάρεσκη και ανασφαλής, υπέρβαρη και ταυτόχρονα σέξυ, πηγαία και παράλληλα βαμπ, αθώα και παράλληλα διεκδικητική. Οι δευτερεύοντες χαρακτήρες σχεδιάζονται με την ίδια σαφήνεια και λεπτότητα, και ακόμη και οι πιο σύντομες ερμηνείες είναι πλούσιες και λεπτοδουλεμένες.
Λίγα για τον δημιουργό
«Είναι η πιο προσωπική ταινία που έχω κάνει. Πηγάζει από την αγωνία μου για το τι θα συνέβαινε αν αποτύγχανα στην τέχνη και από την επιθυμία να μιλήσω για τη δημιουργία εκ των έσω, χωρίς να την εξιδανικεύω», λέει ο Σιμόν Μέσα Σότο, που σ’ αυτό το cult έργο πρεσβεύει την άποψη ότι η επιδίωξη των επιθυμιών μας απαιτεί ειλικρινή, ρεαλιστική εκτίμηση του ποιοι πραγματικά είμαστε: δηλαδή αυτογνωσία. Ο Σότο σπούδασε οπτικοακουστική επικοινωνία στο Πανεπιστήμιο της Αντιόχειας και αργότερα έκανε μεταπτυχιακό στη Σχολή Κινηματογράφου του Λονδίνου. Η μικρού μήκους διπλωματική του εργασία, «Leidi», κέρδισε τον Χρυσό Φοίνικα στο Φεστιβάλ Καννών το 2014. Η επόμενη μικρού μήκους ταινία του, «Mother», επιλέχθηκε για το Επίσημο Διαγωνιστικό Τμήμα των Καννών το 2016. Το «Amparo», η πρώτη μεγάλου μήκους του, έκανε την πρεμιέρα της στο La Semaine de la Critique στις Κάννες το 2021, όπου η Sandra Melissa Torres κέρδισε το βραβείο Rising Star του Ιδρύματος Louis Roederer. Στα βραβεία Macondo της Κολομβιανής Ακαδημίας Κινηματογράφου, το «Amparo» κέρδισε επτά βραβεία, συμπεριλαμβανομένων των βραβείων Καλύτερης Σκηνοθεσίας και Καλύτερης Ταινίας. «Ο ποιητής» έκανε πρεμιέρα στο Un Certain Regard στις Κάννες, όπου και κέρδισε το Βραβείο της Κριτικής.
* Ο ΝΙΚΟΣ ΞΕΝΙΟΣ είναι εκπαιδευτικός, συγγραφέας και κριτικός θεάτρου.
Σκηνοθεσία- Σενάριο: Mesa Soto
Ubeimar Rios: Oscar Restrepo
Rebeca Andrade: Yurlady
Guillermo Cardona: Efrain
Allison Correa: Daniela
Margarita Soto: Teresita
Humberto Restrepo: Alonso
Παραγωγή: Simón Mesa Soto, Manuel Ruiz Montealegre, Juan Sarmiento G.
Μουσική: Matti Bye, Gustav Davidsson, Johanna Ekholm, Pelle Westlin
Φωτογραφία: Juan Sarmiento G.
Μοντάζ: Ricardo Saraiva
Σκηνικά: Camila Agudelo
Κοστούμια: Juliana Giraldo Calderon, Susana Valencia Upegui





















