
Για την τελευταία και βραβευμένη ταινία του Τζιμ Τζάρμους (Jim Jarmusch) «Father Mother Sister Brother», που παίζεται αυτές τις μέρες στους κινηματογράφους.
Γράφει ο Νίκος Ξένιος
Είδα το «Father Mother Sister Brother», την τελευταία απολαυστική ταινία του Τζιμ Τζάρμους (Χρυσός Λέων στο Φεστιβάλ Βενετίας), μια οικογενειακή dramedy (δραματική κωμωδία) με τρία αυτόνομα αφηγήματα, και με πρωταγωνιστές τους Τομ Γουέιτς, Άνταμ Ντράιβερ, Μαγίμ Μπιαλίκ, Σαρλότ Ράμπλινγκ, Κέιτ Μπλάνσετ, Βίκι Κριπς, Ίντια Μουρ και Λούκα Σάμπατ.
Κατά ένα μέρος road movie (στην αμερικανική ύπαιθρο, στο Δουβλίνο και στο Παρίσι), κατά το πλείστον όμως ταινία κλειστών δωματίων, το έργο μιλά για την joie de vivre σε ρυθμούς jazz & blues, ενώ καυτηριάζει την τυχαιότητα των συμβάντων και την αποξένωση των οικογενειακών σχέσεων και εκφωνεί έναν ύμνο στην ιδιωτικότητα. Μέλημα των νεαρότερων ηρώων της ταινίας (των αδελφών που, και στα τρία μέρη της αφήγησης επιστρέφουν στην πατρική οικία για μια σύντομη επίσκεψη) είναι η αναζήτηση του ομφάλιου λώρου, ενώ βιώνουν την αναδίπλωση στον εαυτό, συναντούν τις ανανταπόδοτες προσδοκίες των γονέων τους και λύνουν το πλέγμα των ψευδαισθήσεών τους.
Πού βρίσκεται ο Πατέρας; Πού η Μητέρα;
Η ώριμη αυτή ταινία του Τζάρμους αποτίει φόρο τιμής στον κινηματογράφο της ποίησης και του πραγματικού καθημερινού περιθωρίου, στην αισθητική του ελαχίστου, διατηρώντας ωστόσο το προσωπικό στίγμα και τη θεματολογία των προηγούμενων έργων του: πρόκειται για ένα σύμπαν κατεψυγμένης τρυφερότητας, διαδρομών με κούρσες στις λεωφόρους, μια συνάντηση με άλυτα οιδιπόδεια και εκκρεμότητες, αμηχανία, προσποιήσεις και δηλώσεις του τύπου «να, εδώ είμαι και είμαι μια χαρά».
![]() |
|
Ο «αλήτης» πατέρας Τομ Ουέιτς, που τον ρωτούν τα παιδιά του εάν παίρνει φάρμακα (drugs) κι εκείνος απαντά πως δεν παίρνει ναρκωτικά. |
Οι γονείς που δεν γνωρίζουμε, αυτοί είναι ο Πατέρας της πρώτης ιστορίας, η Μητέρα της δεύτερης ιστορίας, ο Πατέρας και η Μητέρα της τρίτης ιστορίας. Οι γονείς που διατηρούν το δικαίωμα της ιδιωτικότητας, της ιδιαιτερότητας, της αντισυμβατικότητας: ο αλήτης πατέρας Τομ Ουέιτς που τον ρωτούν τα παιδιά του εάν παίρνει φάρμακα (drugs, με την έννοια της φαρμακευτικής συνταγής) κι εκείνος απαντά πως δεν παίρνει ναρκωτικά κατεβάζοντας χιουμοριστικά όλη τη λίστα των real drugs, των παράνομων βαρβιτουρικών και παραισθησιογόνων που υπάρχουν. Η κομψή, παγερή μητέρα Σαρλότ Ράμπλινγκ, μια μητριαρχική αποστειρωμένη ιρλανδέζα συγγραφέας που δεν μπορεί να δει τις κόρες της πίσω από την ανθοδέσμη του τραπεζιού και που στήνει ένα περίτεχνο τραπέζι τσαγιού για όση -ελάχιστη- ώρα τούς επιτρέπει να την επισκεφθούν.
«Χαίρομαι για σένα, αγόρι μου. Χαίρομαι και είμαι περήφανος»: μια φράση που υποκρύπτει τη φράση «Και τώρα αντίο».
Οι νεκροί γονείς που πλανώνται ως παρουσίες σ’ ένα αντιπροσωπευτικό, αλλά κενό παρισινό διαμέρισμα και οι φωτογραφίες που αναπλάθουν τον κόμβο σύνδεσης με την παιδική ηλικία, διαφυλαγμένες και ασφαλισμένες καλά σε μιαν αποθήκη. Είναι οι γονείς που συναντιούνται μια φορά τον χρόνο (ή και σπανιότερα, ή και ποτέ) με τα παιδιά τους, που αναζητούν τι τους συνδέει στην πραγματικότητα μ’ αυτά, οι γονείς που ποτέ δεν επιχείρησαν να αποκαταστήσουν τις ελλείψεις, να γεφυρώσουν τον χαμένο χρόνο, να επουλώσουν τις πληγές. «Χαίρομαι για σένα, αγόρι μου. Χαίρομαι και είμαι περήφανος»: μια φράση που υποκρύπτει τη φράση «Και τώρα αντίο».
Τα ενήλικα παιδιά
Και, από την άλλη όχθη, βρίσκονται τα ενήλικα παιδιά: ο πειθήνιος γιος Άνταμ Ντράιβερ και η ορθολογίστρια κόρη Μαγίμ Μπιάλικ (Τζεφ και Έμιλυ) της πρώτης νατουραλιστικής ιστορίας, οι δίδυμοι νεοϋορκέζοι Ιντια Μουρ και Λούκα Σάμπατ (Λίλυ και Σκάι) με την περίεργη ψυχική σύνδεση και το τεράστιο κενό της τρίτης, επίσης νατουραλιστικής ιστορίας, η κονσερβαρισμένη κόρη Κέιτ Μπλάνσετ και η εκρηκτική, ροζ και πιθανώς μπαϊσέξουαλ κόρη Βίκι Κριπς της δεύτερης, κάπως πιο θεατρικά δοσμένης ιστορίας (Τιμοτέα και Λίλιθ).
![]() |
|
Ο πειθήνιος γιος Άνταμ Ντράιβερ και η ορθολογίστρια κόρη Μαγίμ Μπιάλικ |
Όλοι, μα όλοι, είναι υπό κάποια έννοια ακοινώνητοι, μάλιστα κάποιοι απ’ αυτούς είναι και losers, ωστόσο βρίσκουν έναν τρόπο να μεθοδεύσουν την επικοινωνία τους με τους γονείς τους χωρίς να τους βαρύνουν με τα σκοτεινά τους σημεία, να κατανοήσουν το χάσμα των γενεών και να οραματιστούν έστω και μια στιγμιαία μεθόδευση επικοινωνίας, να διοχετεύσουν θετικά συναισθήματα σ’ ένα περιβάλλον πλήρως απαξιωτικό και να πάρουν τον δρόμο τους μια για πάντα. Η ταινία του Τζάρμους, παρά την έκδηλη μελαγχολία της, είναι μια αισιόδοξη ταινία.
Αφαιρετικό, υπαινικτικό, γεμάτο νόημα σενάριο
Μια ομάδα από αέρινους, νεαρούς scaters διατρέχει και τα τρία επεισόδια της ταινίας, όπως και κάποια άλλα, αυστηρά επιλεγμένα raccords: ένα ρολόι Rolex του οποίου η γνησιότητα είναι αντικείμενο συζήτησης και απηχεί τη γνησιότητα (ή μη) των σχέσεων, ένα κρυμμένο (ή ανύπαρκτο) πανάκριβο αυτοκίνητο, μια οικονομική κατάσταση που ακροβατεί προς την καταστροφή, το ανοικτό ζήτημα του εάν πρέπει να κάνουμε προπόσεις με απλό νερό ή με τσάι, ένα τραπέζι με αμήχανα στρωμένο το σερβίτσιο του τσαγιού, καθώς και η αναφορά της φράσης του Γκράουτσο Μαρξ «Whatever it is, I’m against it», συνθέτουν το σκηνικό μιας ζωής τυχαιότητας, κατά συνθήκην ψευδών, σωτήριων ελιγμών και τακτικών, καθώς και μιας ιδιαίτερα φορτισμένης σιωπής. Τα πράγματα στην ταινία του Τζάρμους δεν κατονομάζονται, αλλά δίνονται υπαινικτικά, μέσα από τις αριστοτεχνικές ερμηνείες και τα αμερικάνικα πλάνα.

Ο κόσμος τον οποίο βιώνουν όλοι οι καλοπλασμένοι χαρακτήρες της ταινίας είναι ένας κόσμος όπου κανείς μπορεί να επιλέξει τους φίλους και τους έρωτές του, ωστόσο δεν μπορεί να επιλέξει τους γονείς του. Εκ των πραγμάτων, όλοι επικαθοριζόμαστε από τον εύθραυστο σύνδεσμο που μας ενώνει με τους γεννήτορές μας, και ας αποποιούμεθα την ευθύνη που αυτό συνεπάγεται. Το ίδιο ισχύει και για τους moms and dads (τους γεννήτορες): σε καθένα από τα τρία επεισόδια, κάποια στιγμή κάποιος γονιός, χαμένος στην αβεβαιότητα και την έλλειψη επικοινωνίας με τα παιδιά του, θα αναφέρει εν παρόδω τον αμερικανισμό «Bob’s your uncle!» («να λοιπόν, όλα μια χαρά!»), προδίδοντας την αμεριμνησία και ανευθυνότητά του.
Όμως ο Τζάρμους δεν αναπτύσσει κριτική ματιά. Το σενάριό του περιλαμβάνει επιείκεια, ενσυναίσθηση και πραγματισμό: η πατρική οικογένεια έχει κλείσει τις πόρτες της, γιατί είμαστε ενήλικοι. Τελεία και παύλα. Τίποτε το νοσηρό σ’ αυτό, τίποτε το κατακριτέο. Τα τρία backstories ενώνονται σε ένα υπαινικτικό σενάριο χωρίς βερμπαλισμούς, με πολύ χιούμορ και ατελείωτες σιωπές, που αφήνει να διαφανεί η ιδιοτυπία κάθε ψυχισμού, αλλά και χτίζει γέφυρες σύνδεσης με την πραγματικότητα, που αποτυπώνει τη χαρά της ζωής, αλλά και ένα σκληρό πακέτο αναστολών, την εξωστρέφεια και την αναδίπλωση στον εαυτό, όλη τη γκάμα των πιο λεπτών ανθρώπινων συναισθημάτων. Η κινηματογράφηση των Φρέντερικ Ελμς και Γιορίκ Λε Σο, το μοντάζ του Αφόνσο Κονκάλβες και τα τύπου Yves Saint Laurent κοστούμια συμπληρώνουν το αισθητικό σύμπαν του βαθιά τρυφερού αυτού έργου, που κλείνει στιλάτα με τον ρυθμό του «Spooky» της Ντάστι Σπρίνγκφιλντ.
* Ο ΝΙΚΟΣ ΞΕΝΙΟΣ είναι εκπαιδευτικός, συγγραφέας και κριτικός θεάτρου.
Παραγωγή: Τζιμ Τζάρμους
Σκηνοθεσία: Τζιμ Τζάρμους
Σενάριο: Τζιμ Τζάρμους
Φωτογραφία: Φρέντερικ Ελμς, Γιορίκ Λε Σο
Μοντάζ: Αφόνσο Γκονσάλβες
Μουσική: Ανίκα Χέντερσον, Τζιμ Τζάρμους
Πρωταγωνιστούν: Τομ Γουέιτς, Κέιτ Μπλάνσετ, Ανταμ Ντράιβερ, Ιντια Μουρ, Σαρλότ Ράμπλινγκ, Βίκι Κριπς
























