Για τη δίγλωσση ανθολογία ποιημάτων της Emily Jane Brontë «41 ποιήματα» (μτφρ.-εικονογρ.: Βασιλική Σιαφάκα, εκδ. ΑΩ). Κεντρική εικόνα: «Οι τρεις αδελφές Μπροντέ», (1834), πίνακας του αδελφού τους Μπράντγουελ. Η φιγούρα του, αν και έχει αφαιρεθεί, διακρίνεται ανάμεσά τους. © Εθνική Πινακοθήκη του Λονδίνου.
Του Γιώργου Ρούσκα
Έμιλυ Μπροντέ: [1818, Thornton, Yorkshire – 1848, Haworth]. Πασίγνωστη από το κλασικό αριστούργημά της Ανεμοδαρμένα ύψη. Το πέμπτο από τα έξι παιδιά (πέντε κορίτσια και ένα αγόρι) της Μαρίας Μπράνγουελ και του αιδεσιμότατου Πάτρικ Μπροντέ. Η μητέρα της είχε συγγράψει ένα αδημοσίευτο δοκίμιο, ο δε πατέρας της, ο οποίος είχε δημοσιεύσει μια νουβέλα και μια Ευαγγελική ιστορία, ασχολείτο με τη λογοτεχνία και έγραφε ποιήματα. Η Έμιλυ έχασε τη μητέρα της σε ηλικία μόλις τριών ετών. Το 1824 γράφτηκε στο σχολείο που πήγαιναν τα κορίτσια των κληρικών, όμως τον επόμενο χρόνο, εξαιτίας των σκληρών συνθηκών εκεί, πεθαίνουν από τύφο και φυματίωση οι δύο μεγαλύτερες αδερφές της. Οπότε ως το 1829 η εκπαίδευση των τριών κοριτσιών συνεχίστηκε στο σπίτι με δασκάλους τον πατέρα της και τη θεία της, αδερφή της μητέρας της που είχε έρθει να συνδράμει. Στα είκοσί της η Έμιλυ δέχτηκε τη θέση δασκάλας σε σχολείο αλλά έναν χρόνο αργότερα (1839) επιστρέφει στο σπίτι για λόγους υγείας, αφού οι απαιτήσεις του σχολείου ήταν εξοντωτικές (έως και δεκαεφτά ώρες εργασία σε καθημερινή βάση). Ανέλαβε τη φροντίδα του σπιτιού, μελετούσε και έβγαινε βόλτες στο ύπαιθρο.
Μετά από επιμονή της αδερφής της Σάρλοτ, το 1846 εκδόθηκαν τα πρώτα της ποιήματα (είκοσι ένα), μαζί και με είκοσι ποιήματα της Σάρλοτ και είκοσι ένα της Αν, με ανδρικά ψευδώνυμα, γιατί όπως αποκαλύπτει η πρώτη: «είχαμε την αμυδρή εντύπωση ότι οι γυναίκες συγγραφείς αντιμετωπίζονται με προκατάληψη». Πουλήθηκαν μόνο δύο αντίτυπα… Το 1847 δημοσιεύτηκαν τα μυθιστορήματα Ανεμοδαρμένα Ύψη της Έμιλυ, Άγκνες Γκρέυ της Αν και Τζέιν Έυρ της Σάρλοτ. Το 1848 ο αδερφός τους, μετά τις αποτυχίες του ως ζωγράφος και ως συγγραφέας και την καταφυγή στο ποτό, πεθαίνει από φυματίωση. Λίγο πριν από τα Χριστούγεννα του ίδιου έτους, στις 19 Δεκεμβρίου, πεθαίνει και η Έμιλυ από την ίδια αιτία.
Γιατί αναφέρονται επιγραμματικά βιογραφικά της στοιχεία; Αν ο συγγραφέας δεν είναι εν ζωή και έχει παρέλθει ικανός χρόνος, είναι χρήσιμα στο να συνθέσουν την όλη εικόνα αποτίμησης, μη παραλείποντας α) την εποχή που γράφτηκε το έργο και τις ιστορικές παραμέτρους της β) τις συνθήκες και το κοινωνικό-πολιτικό-οικονομικό αλλά και λογοτεχνικό περιβάλλον γ) τις καταστάσεις κάτω από τις οποίες ο συγγραφέας τεχνουργούσε. Στη συγκεκριμένη περίπτωση, παρ’ όλες τις από νωρίς βιωμένες τραγωδίες, τις αντιξοότητες, τις πεποιθήσεις της εποχής και τα στεγανά, ανιχνεύεται μια κινητήρια δύναμη που κράτησε αλύγιστη τη θέληση της Έμιλυ για ζωή, για φως, για γνώση, για δημιουργία, για συνομιλία με τη φύση.
Πώς κατάφερε να διατηρήσει τη λεπτότητα της ψυχής της; Πώς μπόρεσε να διατηρήσει άθικτους εντός της –αν όχι να μεγαλώσει– τους θύλακες καλοσύνης, ενσυναίσθησης, τρυφερότητας, συμπόνιας, αγάπης, παρά το πένθος, τις απογοητεύσεις, τις δυσχερείς συνθήκες;
Μελετώντας τα ποιήματα, γεννιούνται πολλά ερωτήματα. Πώς κατάφερε να διατηρήσει τη λεπτότητα της ψυχής της; Πώς μπόρεσε να διατηρήσει άθικτους εντός της –αν όχι να μεγαλώσει– τους θύλακες καλοσύνης, ενσυναίσθησης, τρυφερότητας, συμπόνιας, αγάπης, παρά το πένθος, τις απογοητεύσεις, τις δυσχερείς συνθήκες; Πώς λειτουργούσε για εκείνη η γραφή σε προσωπικό επίπεδο; Πώς κατόρθωνε να ρευστοποιεί το εσωτερικό της φως στο χυτήριο των λέξεων παράγοντας αριστουργήματα; Πώς λειτουργεί μια ιδιοφυία; Πώς η φυσιολατρία γίνεται βακτηρία για την ευστάθεια; Πώς το κυριολεκτικό τοπίο γίνεται μέρος του συγγραφικού τόπου;
Τρυφερότητα, σεβασμός σε κάθε είδους ύπαρξη, κατανόηση σε βάθος της φύσης, αρμονική συμπόρευση με χλωρίδα και πανίδα, από τα πρώτα χρόνια της ζωής της:
«Κυμάτισε ο αέρας στις κουρτίνες, ξύπνιες οι μύγες
βουίζαν γύρω στο δωμάτιό μου,
Φυλακισμένες, ως να σηκωθώ,
Να τις ελευθερώσω».
Τιμή και στις αισθήσεις ως προέκταση του είναι, τιμή στην ανεκτίμητη προσφορά τους αλλά και επαγρύπνηση ώστε να μη βιασθούν από τον νου (τον οποίο έχει ήδη αποπλανήσει η λογική):
«Πάψε να σκέφτεσαι φιλόσοφε!
Βάστηξε αρκετά η ονειροπόλησή σου
Άφωτος, στο σκοτεινό τούτο δωμάτιο,
Ενώ έξω λάμπει ο ήλιος καλοκαιρινός!»
Αν η παρόρμηση για τα αυτονόητα είναι τόσο ισχυρή που γίνεται μπαλάντα, διερωτώμαι αν δεν έφευγε πρόωρα στα τριάντα της έτη, τι θα είχε αφήσει πίσω της. Γιατί εκτός των άλλων, η αγωγή της, η επιρροή του καταρτισμένου γύρω από πολλά πατέρα της και η ανοιχτή του στάση, τα αναγνώσματά της, η ιδιοσυγκρασία και η υψηλότατη συναισθηματική της νοημοσύνη, την είχαν από πολύ νέα ωριμάσει σε αξιοθαύμαστο βαθμό, γεγονός που φαίνεται και στην ποίησή της:
«Κόσμος που η Ευχαρίστηση πάλι στο λάθος να οδηγεί,
Και η Λογική αβοήθητη μάταια να προειδοποιεί·
Και η Αλήθεια αδύναμη να είναι, μα δυνατή η Προδοσία·
Και η Χαρά, βέβαιος δρόμος της οδύνης·
Και η Γαλήνη, ο λήθαργος της Θλίψης·
Και η Ελπίδα, της ψυχής το φάντασμα·
Και η Ζωή, σκληρή δουλειά, κενή και σύντομη·
Και ο Θάνατος, των πάντων ο δεσπότης!»
Οι στοχασμοί δεν λείπουν από τον ποιητικό της καμβά, όσο κι αν αυτός εμφορείται από των νιάτων την ορμή. Δεν είναι απλές νοητικές κατασκευές. Φαίνεται ότι είναι καρποί βιωμένων καταστάσεων...
Οι στοχασμοί δεν λείπουν από τον ποιητικό της καμβά, όσο κι αν αυτός εμφορείται από των νιάτων την ορμή. Δεν είναι απλές νοητικές κατασκευές. Φαίνεται ότι είναι καρποί βιωμένων καταστάσεων, που με τη σπάνια διάκριση του λογοτεχνικού της ενστίκτου μπόρεσε να εντοπίσει και στη συνέχεια να ενσαρκώσει ποιητικά:
«Λερώνει η εκδίκηση το δίκαιο σπαθί,
Που μόνο να σκοτώνει ξέρει».
Για να προκύψει στοχασμός, προϋποτίθενται προηγούμενα
α) ακραίο συναισθηματικά βίωμα:
«Έμαθα πως η ύπαρξη μπορούσε να αγαπιέται,
να δυναμώνει και να τρέφεται, δίχως χαρά να τη συντρέχει»
β) καθαρό όσο και οξύ, διαπεραστικό των προσωπείων βλέμμα:
«Γύρω μου αχρείοι εγκώμια να πλέκουν,
Ή να ουρλιάζουν πάνω στις χαμένες μέρες τους,
Καθένας στης Φρενίτιδας τη γλώσσα
Του αφέντη μου η φωνή είναι σιγανή, η όψη του αδιάφορη κι ευγενική,
Τραχιά όμως ίδια σκληρός πυρόλιθος πίσω του η ψυχή καραδοκεί»
γ) πεφωτισμένη διάκριση:
«Πλήθη μιζέριας άχρηστης
Τσακίζουν τη Δικαιοσύνη, τιμούνε το Κακό
Αν είναι εκείνη αδύναμη αυτό είναι δυνατό»
Στο ψυχικό της σθένος και στη γερή κρηπίδωση των ορίων της ύπαρξής της με συστηματική μελέτη οφείλεται μάλλον η γενναιότητα με την οποία αντιμετώπιζε τις επιθέσεις και τη δηκτικότητα:
«Καταδιώξτε με λοιπόν εχθροί και σύμμαχοι ψυχροί
Κανένας σας ας μη μ’ εμπιστευθεί:
Στα μάτια σας ας γίνω εγώ ο ψεύτης μου εαυτός,
Αρκεί που στα δικά μου θα είμαι αληθινός».
Αν κάποιος στις πρώτες δεκαετίες της ζωής του έγραφε έτσι, πώς άραγε θα έγραφε στα πενήντα του ή στα εβδομήντα; Πόσο θα είχε εξελιχθεί το μοναδικό του χάρισμα;
Αχτίδες φωτός στα νιάτα, στο όλον, στη ζωή; Αντίρροπες του θανάτου και του πένθους; Κάποιες πανανθρώπινες αξίες. Φιλότητα, Έρωτας, Αγάπη. Και εκείνη, πρόλαβε να νιώσει τη λάμψη τους στο νεανικό της πρόσωπο, έστω και φευγαλέα:
«Άγριο ρόδο ο Έρωτας·
Λιόπρινο η Φιλία.
Άχρωμο είν’ το λιόπρινο όταν το ρόδο ανθίζει,
Όμως ποιο θα κρατήσει το άνθος του περσότερο;»
Αν κάποιος στις πρώτες δεκαετίες της ζωής του έγραφε έτσι, πώς άραγε θα έγραφε στα πενήντα του ή στα εβδομήντα; Πόσο θα είχε εξελιχθεί το μοναδικό του χάρισμα;
Τα μεγάλα ζητήματα της Ομορφιάς και της Διάρκειας
Ο πόνος που κάποιες φορές ακολουθεί, όσο αβάσταχτος κι αν είναι, δεν παύει να φέρει την ευλογία της προηγηθείσας κατακλυσμιαίας αναλαμπής:
«Γλυκιά της νιότης μου Αγάπη, συγχώρα με αν σε ξεχνώ, /.../
Τον ουρανό μου άλλο φως δε φώτισε από τότε
Δεύτερη αυγή για μένα δεν ανέτειλε·
Και της ζωής μου η χαρά πήγαζε απ’ τη ζωή σου,
Της ζωής μου η χαρά θαμμένη τώρα εκεί μαζί σου».
Καθώς ο χρόνος περνά, έρχεται μια νέα αναγκαστική ισορροπία, η οποία τραμπαλίζεται από τη μεριά των φανταστικών-επιθυμητών:
«Μα η Φαντασία, είναι φορές που ακόμη το νομίζει
Αληθινό ό,τι πεθύμησε».
στη μεριά των συνειδητοποιημένων επιγνώσεων:
«Μήπως αυτοί που στη ζωή σου πιο πολύ αγάπησες
Δε θα ’ναι πάντα γύρω απ’ την καρδιά σου;»
Ισχύει απολύτως. Όπως και η βεβαιότητα:
«Όμως, όσο κι αν το γλυκό υάκινθο θρηνώ,
Καλύτερα σε τόπο μακρινό·
Ξέρω το δάκρυ μου ποτάμι θα κυλά
Αν σήμερα τον δω να μου χαμογελά».
Θαυμάζω τα ανεξάντλητα αποθέματα αγάπης που είχε μέσα της η Έμιλυ. Αγάπης για τον άνθρωπο, τη φύση, τη ζωή. Μετά από όλα όσα πέρασε, αντί να εκδηλώσει –όπως θα ήταν αναμενόμενο– θυμό, οργή, μίσος, κακία, άρνηση, εκείνη, σπάνιας χάριτος ορθάνοιχτο λουλούδι, αγκάλιασε με ανεξικακία, κατανόηση και αγάπη τη συγκυρία, τον συνάνθρωπο, τη στιγμή. Θαυμάζω τη διαύγεια του πνεύματός της. Την καθαρότητα της καρδιάς της. Τη νεανική της αγνότητα και το τάλαντό της να τη μετουσιώνει σε κατασταλαγμένη σοφία. Το ήθος της. Τη δοτικότητά της. Θαυμάζω τον εσωτερικό της πλούτο και τον τρόπο με τον οποίο τον εξέφραζε στο χαρτί. Την τόλμη της, υψωμένη εις τη νιοστή, δεδομένων των συνθηκών:
«Για άλλα εγώ πολέμησα
Κι όχι για την πατρίδα ή το Θεό μου».
Παράλογο το να φεύγεις νέος. Άδικο. Βάρος ασήκωτο. Θρήνος για όσα δεν πρόλαβε, για όσα δεν έζησε, όσα δεν μοιράστηκε. Πόσοι ακόμη σπουδαίοι λογοτέχνες-ποιητές δεν έφυγαν πρόωρα: ενδεικτικά Αρθούρος Ρεμπώ, Γκυγιώμ Απολλιναίρ, Γιώργος Σαραντάρης και στα εικοσιοκτώ της, πάλι από φυματίωση, η Μαρία Πολυδούρη. Ο χρόνος. Ποτέ δεν ήταν στο χέρι μας ποια κλεψύδρα θα μας λάχει, ούτε οι αισθήσεις μας μπόρεσαν ποτέ να τη δουν. Το νερό της σώνεται στάλα στάλα σε ένα αόρατο, συγχρονισμένο σύμπαν. Άλλος αποφασίζει, όσο κι αν το ένστικτο της επιβίωσης μας κάνει να το ξεχνάμε. Νιώθω ευγνωμοσύνη τουλάχιστον για όσα άφησε πίσω. Αυτά συνεχίζουν να λάμπουν, κοντά διακόσια χρόνια τώρα. Να ζουν. Μέσα από αυτά κι εκείνη. Μπορεί και να το ήξερε, ή να το ψυχανεμιζόταν, μέσα από την πάλη που ένιωθε να συμβαίνει εντός της:
«Τρεις οι θεοί παλεύουν στο κορμί μου,
Νύχτα· και μέρα· /.../
“Είδα το πνεύμα, άνδρας ήταν, /.../
Στα πόδια του κυλούσαν τρία ποτάμια,
Ίδια σε βάθος και ροή —
Το ένα ήταν χρυσαφί — το άλλο σαν το αίμα·
Κι ένα που ζαφειρένιο έμοιαζε·
Μα εκεί που σμίγαν όλων τα νερά
Ριχνόντουσαν μ’ ορμή σε μαύρη θάλασσα. /.../
Ω! ας πεθάνω — η δύναμη κι η θέληση αυτή
Την άγρια διαμάχη τους ας πάψουν·
Κι ό,τι καλό ηττήθηκε, ό,τι κακό νικά
Ας εξαφανιστεί μες στου θανάτου τη γαλήνη!”»
Ο χρόνος. Ποτέ δεν ήταν στο χέρι μας ποια κλεψύδρα θα μας λάχει, ούτε οι αισθήσεις μας μπόρεσαν ποτέ να τη δουν. Το νερό της σώνεται στάλα στάλα σε ένα αόρατο, συγχρονισμένο σύμπαν. Άλλος αποφασίζει, όσο κι αν το ένστικτο της επιβίωσης μας κάνει να το ξεχνάμε. Νιώθω ευγνωμοσύνη τουλάχιστον για όσα άφησε πίσω. Αυτά συνεχίζουν να λάμπουν, κοντά διακόσια χρόνια τώρα.
Η δίγλωσση (αγγλικά-ελληνικά) έκδοση Emily Jane Brontë – 41 ποιήματα περιλαμβάνει τα 21 ποιήματα που δημοσιεύτηκαν για πρώτη φορά το 1846 και 20 επιλεγμένα, δημοσιευμένα μετά τον θάνατό της. Πέρα από τη δεδομένη τυποτεχνική αρτιότητα των ΑΩ εκδόσεων, αντάξια της ποιότητας του συγκεκριμένου ποιητικού λόγου, υπάρχουν επιπροσθέτως ουκ ολίγες αρετές: (α) μεταφραστικό έργο τουλάχιστον δύο ετών (είμαι πεπεισμένος) και έργο αναφοράς πλέον της πολυτάλαντης Βασιλικής Σιαφάκα, για την ολοκλήρωση του οποίου απαιτήθηκε παράλληλα φιλολογική μελέτη, με καρπό ένα υποδειγματικό αποτέλεσμα υψηλής ποιότητας, (β) υπέροχα εικαστικά της μεταφράστριας, εμπνευσμένα ή συνδεδεμένα αρρήκτως με τα ποιήματα (είναι και ζωγράφος), (γ) επιμέλεια στα ελληνικά από την ποιήτρια-φιλόλογο Διώνη Δημητριάδου, (δ) βιογραφικό της Έμιλυ Μπροντέ, (ε) αναλυτικότατες παραπομπές-φιλολογικές σημάνσεις της μεταφράστριας και βιβλιογραφία.
Χρεία επιλόγου; Τι αντιπροσωπευτικότερο από τις δύο πρώτες προτάσεις του προλόγου: «Ένα λουλούδι σε χερσότοπο, αυτό είναι η Έμιλυ. Ένα αγριολούλουδο που φυτρώνει και παλεύει με τον ήλιο, τη βροχή, τον άνεμο, χωρίς να νοιάζεται για την ομορφιά του, δίχως να φοβάται μαρασμό». Ένα λουλούδι αμάραντο ως σήμερα. Ευτυχείς όσοι αξιώθηκαν το σπάνιο λεκτικό άρωμά του.
* Ο ΓΙΩΡΓΟΣ ΡΟΥΣΚΑΣ είναι ποιητής. Τελευταίο του βιβλίο, η ποιητικκή συλλογή «Ως άλλος Τάλως» (εκδ. Κοράλι).
41 ποιήματα
EMILY JANE BRONTË
(ΔΙΓΛΩΣΣΗ ΕΚΔΟΣΗ)
Μτφρ.-εικονογρ.-κείμ.: ΒΑΣΙΛΙΚΗ ΣΙΑΦΑΚΑ
Επιμ. ΔΙΩΝΗ ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΟΥ
ΑΩ 2020
Σελ. 216, τιμή εκδότη €21,20
ΤΑ ΒΙΒΛΙΑ ΤΗΣ EMILY JANE BRONTË
Απόσπασμα από το βιβλίο
«Δεν πρόκειται να κλάψω που μ’ αφήνεις,
Τίποτα όμορφο δεν έχει εδώ·
Σκοτάδι ο κόσμος και διπλά θα λυπηθώ,
Αν στην καρδιά σου εκεί μαρτύρια υπομείνεις.
Ούτε θα κλάψω που η λαμπρή καλοκαιρία
Μες στο σκοτάδι πάντοτε θα σβήνει·
Ούτε γιατί πάντα με θάνατο θα κλείνει —
Κι η πιο ευτυχισμένη ιστορία!
Με κούρασε η αγωνία
Ατέλειωτους χειμώνες η ψυχή να υπομένει·
Την παρακολουθώ που περιμένει
Μέσα στα χρόνια από κενή απελπισία.
Κι αν ίσως ένα δάκρυ μου κυλήσει,
Απάνω στου θανάτου σου την ώρα,
Είναι που η ψυχή μου αναστενάζει τώρα,
Κοντά σου για να ’ρθει, να κατοικήσει».
«Στροφές»