
Για την ποιητική συλλογή της Χλόης Κουτσουμπέλη «Οι άνθρωποι δεν είναι τσαγιέρες» (εκδ. Κίχλη). © Γιόκο Τανάκα
Γράφει ο Γιώργος Βέης
Εξ όνυχος: «τί εἶναι ἀλήθεια ὁ χρόνος, / κοπάδι ρὸζ φλαμίνγκο χρόνια ποὺ γίνονται καπνὸς μὲ μιὰν ὑπόκλιση / καὶ πὼς μετριέται μία στιγμὴ ἀλήθειας ποὺ κρέμεται ἀπ’ τὸν συναρπαστικὸ γκρεμό της; / Χάσκουμε, χωλαίνουμε, χανόμαστε, μὲ τρία, δύο ἢ χωρὶς πόδια / διαλυόμαστε στὸ τσιγαρόχαρτο ποὺ μᾶς καπνίζει / ἢ εἴμαστε τὸ ἀέριο ποὺ βοηθάει στὴν ἄνωση;» (βλ. την επιλογική σελ. 58).
Οι άνθρωποι δεν είναι τσαγιέρες είναι το δωδέκατο ποιητικό βιβλίο της Χλόης Κουτσουμπέλη (Θεσσαλονίκη, 1962-). Περιέχει 2 άτιτλα κομμάτια και 35 με τίτλο. Τα τελευταία χωρίζονται σε 2 ενότητες. Η πρώτη τιτλοφορείται «Χωρίς», η δεύτερη «Με». Η δόκιμη αποτύπωση κομβικών στιγμών από την εμβριθή, αναστοχαστική περιήγηση στο είναι, στο τυχόν λανθάνον βάθος του, στις ποικίλες πτυχώσεις του και στα όποια κατ’ ανάγκην συμφραζόμενά τους έχει ήδη αποσπάσει, ως γνωστόν, ποικίλες θετικές κριτικές αλλά και κρατική επιβράβευση. Συγκρατώ από την αρχή ότι οι επικράτειες του ομαδικού και του αμιγώς ατομικού ασύνειδου συνιστούν τις πολύτιμες, τις διαχρονικές μάλιστα εστίες της στιχικής προσοχής.
Εκτιμώντας το συνολικό έργο της, όπως έχει διαμορφωθεί ως σήμερα, κρίνω ότι συνιστά μια διαρκώς ευδιάκριτη κειμενική κατάθεση. Μάλιστα από τις αντιπροσωπευτικότερες των καιρών μας. Στο συγκεκριμένο βιβλίο της εντοπίζονται, μεταξύ άλλων, τα εξής ειδολογικά γνωρίσματα:
Η ιδιότητα του εμφανώς έλλογου χαρακτήρα της ποιητικής φωνής-γραφής-αίσθησης δεν ασκείται σε βάρος της καθαρά φαντασιακής απόκλισης, το υποκειμενικό θυμικό ερέθισμα διατηρεί τον εντασιακό χαρακτήρα του από τις πρώτες έως τις τελευταίες σελίδες της συλλογής, η εσωτερική φωνή ξέρει ότι είναι εύκολα τα ψεύδη, πλην όμως δεν διανοείται να τα υιοθετήσει, η δε ρήξη ανάμεσα στο πρωταρχικό υλικό των επιδραστικών νοημάτων και των εκάστοτε επίλεκτων λέξεων τείνει κατά κανόνα να μετριασθεί.
Η χρήση του στοιχείου των παραγωγικών μεταφορών, των καταγωγικών μετωνυμιών, των αλληγοριών, των αμφισημιών, των ωσμώσεων στο πλαίσιο του συμβολισμού, των διακειμενικών-διακαλλιτεχνικών συγκυριών, των διευρυμένων εφαρμογών του ποιητικού ρήματος, των δημιουργικών αντιθετικών όρων στο περιθώριο της διαλεκτικής εμπέδωσης, αλλά και των ευθύβολων διασκελισμών προσδίδει, όπως προβλέπεται, ιδιαίτερη σημασιολογική αξία και βεβαίως αναγνωστική απόλαυση.
Η πραγματικότητα προσεγγίζεται με τα σύνεργα της απόλαυσης, όπως κατέδειξε ο Ζακ Λακάν. Η γραφή κατά συνέπεια στην προκείμενη περίπτωση δεν αισθάνεται την ανάγκη να αναμετρηθεί με τη σιωπή, ούτε να προωθήσει στοίβες κρυπτικών μηνυμάτων. Έτσι, η οντολογία της εναργούς αγάπης ομολογείται ευθέως ότι προκαθορίζει τις συνθήκες ζωής. Παραπέμπω σε ορισμένους στίχους κλειδιά από το άτιτλο εισαγωγικό ποίημα, το οποίο, εκτός των άλλων, λειτουργεί ως πρωτεύουσα αγωγή βίου: «Γνώριζε καλὰ πὼς ἡ γλώσσα της θὰ τοῦ ἦταν πιὰ ἄγνωστη καὶ πὼς δὲν ὑπάρχει μετάφραση στοὺς κοσμικοὺς τόνους ποὺ παράγουν οἱ χορδὲς τοῦ πόνου, παρ’ ὅλα αὐτὰ τοῦ ἔγραφε[. . .] ῞Οταν δὲν εἶσαι, εἶσαι περισσότερο, τοῦ ἔγραφε. Ποτὲ δὲν ἀγαπᾶμε πιὸ ἀπόλυτα, ἀπ’ ὅσο ἀγαπᾶμε χωρίς. Καὶ γιὰ μία καὶ μοναδικὴ φορὰ μέσα σ’ ὁλόκληρο τὸ καλοκαίρι ποὺ ἔγραφε καὶ ξαναέγραφε τὸ ἴδιο γράμμα, αὐτὸς τὴν ἄκουσε» (βλ. σελ. 9).
Ο εαυτός δεν πανικοβάλλεται μπροστά στο ενδεχόμενο της μερικής ή και της πλήρους προβολής του προς τα έξω. Παραμένει ψύχραιμος και, το σημαντικότερο, έτοιμος να υπερασπιστεί διεξοδικά τη στάση του.
Ο εξωτερικός κόσμος και ο γειωμένος στη σφαίρα του εξ αντικειμένου πραγματικού μη φασματικός εαυτός, ο οποίος ομιλεί/γράφει/διαισθάνεται/αντιλαμβάνεται/αποδομεί/αφορίζει/εποικοδομεί/απορρίπτει/ανασυγκροτείται, αποβλέπουν συνειδητά στην ανέκκλητη δημιουργική σύμπραξη ή και στην ακαταμάχητα έγκυρη συναντίληψη, επιδιώκοντας από κοινού πάντα την παραγωγή της απόλυτης ποιητικής αλήθειας, ήτοι «μικροὶ λαγοὶ τὰ λόγια ποὺ δὲν εἶπες [. . .] Εἴμαστε γιὰ ἕνα δευτερόλεπτο σκιὲς πάνω στὸν τοῖχο / ὅταν ὁ καραγκιοζοπαίχτης κάνει διάλειμμα / γιὰ νὰ καπνίσει τὸ αἰώνιο τσιγάρο του» (βλ. σελ. 22).
Οι διαδοχικές εκφάνσεις της καθόλα διεισδυτικής, υποδειγματικά κατανοητής αυτής γραφής, το τονίζω αυτό, επιδιώκουν την αποκλειστική συνεξέταση όλων των κρισίμων από κάθε άποψη συμπεριφορών των όντων, σε πολλαπλά επίπεδα και εξ ορισμού σε ισότιμη βάση και ει δυνατόν, sub specie aeternitatis.
Ο εαυτός δεν πανικοβάλλεται μπροστά στο ενδεχόμενο της μερικής ή και της πλήρους προβολής του προς τα έξω. Παραμένει ψύχραιμος και, το σημαντικότερο, έτοιμος να υπερασπιστεί διεξοδικά τη στάση του. Έτσι, δεν ισχύει η εκτίμηση ότι «ο άνθρωπος, όταν εξομολογηθεί, δεν θα νιώθει πιο καθαρός. Τουναντίον. Νιώθει σαν κάδος απορριμμάτων. Αφού πετάξει από μέσα του ό,τι καλύτερο έχει, οφείλει να διαχειριστεί τη χειρότερη εκδοχή της ανθρώπινης φύσης, αυτήν που ποτέ σε κανένα δεν θα ομολογήσει» (Μπόρισλαβ Πέκιτς, βλ. Ντράγκαν Βέλικιτς, Ο ιχνηλάτης, εκδ. Καστανιώτη, 2018).
Οι λέξεις μιας αιτιολογημένης δριμύτητας διατηρούν το πλεονέκτημα της δόκιμης κυριολεξίας, δεν προκαλούν όμως την ακοή με εκτονώσεις καταχρηστικής ρητορείας, ούτε γρονθοκοπεί η μια την άλλη. Οι νομικές σπουδές της ποιήτριας φρονώ ότι συνέβαλαν αποφασιστικά στην εξασφάλιση τόσο της απαραίτητης λεκτικής σαφήνειας στο πεδίο της πρόσφορης κειμενικής πράξης, όσο και της οικονομικής συστολής των επίλεκτων εκφάνσεων. Εν ολίγοις, δεν εντοπίζεται πουθενά το «στένωμα του σημαίνοντος», όπως το έχει επεξεργαστεί και επικυρώσει ο Ζακ Λακάν.
Έτσι, φέρ’ ειπείν, άγγελοι, σκηνές από τον Μυστικό Δείπνο της Καινής Διαθήκης, η σάπια Κιβωτός της Παλαιάς Διαθήκης (π.χ. σελ. 18), παρεμβάλλονται αναπάντεχα, πάντως εναρμονισμένα εντέλει στα κατά τα άλλα σκοπίμως ρεαλιστικό πλαίσιο των επιμέρους καταγραφών.
Η τάση προς μια φάση συνειδητής συγκατοίκησης με το υπερβατικό ανιχνεύεται ευχερώς σε ορισμένα σημεία της συλλογής. Δεν πρόκειται πιστεύω για αντίφαση αλλά για εμφανή διαλεκτική συνέργεια. Έστω το εξής ενδεικτικό παράδειγμα από τη σελ. 41, απ’ όπου αποσπώ το πεντάστιχο ποίημα με τίτλο «Το όνειρο φιλί»: «Ἂν ἕνα βράδυ ὀνειρευτεῖτε ἕνα φιλὶ / ἀφῆστε το στὴ χειμερία νάρκη του. / Ζυγίζει μόνο ἕνα γραμμάριο ὁμίχλης. / Εἶναι ἡ ἀφήγηση ἑνὸς κόσμου ποὺ πεθαίνει. /᾽Αφῆστε το νὰ περιπλανιέται ἀκέφαλο. / Χρειάζεται χρόνο νὰ πενθήσει». Υπακούω στον πειρασμό και παρεμβάλλω για τις ανάγκες της εποπτικής στιγμής τις παρεμφερείς σκέψεις του Ρέιμοντ Τσάντλερ «έχουμε ακόμη όνειρα, μόνο που γνωρίζουμε ότι τα περισσότερα απ’ αυτά θα ναυαγήσουν. Όπως γνωρίζουμε επίσης, ευτυχώς, ότι αυτό δεν έχει καμιά μα καμιά σημασία». Ανάλογα παρατηρώ και στο ποίημα που τιτλοφορείται «Απολεσθέντα». Παραθέτω στίχους από τη μέση του: «ἕνα τηλεφώνημα ἕνα βράδυ σὲ μπαλκόνι / μὲ κομμένα τὰ καλώδια / ποὺ μετὰ μετατράπηκε σὲ ποίημα, / ἕνα ποίημα ἕνα βράδυ σὲ μπαλκόνι / γραμμένο χωρὶς μελάνι / ποὺ μετὰ ἔγινε τηλεφώνημα»(βλ. σελ. 25).
Βιβλικές εικόνες, σκιές, ιαματικός λόγος
Η χρήση γραμματικών εικόνων, προσώπων και χαρακτήρων από την προ-υπάρχουσα ευρύτατη θεολογική παρακαταθήκη του ιουδαϊσμού και του χριστιανισμού κρίνεται λειτουργική, αισθητικά αποδεκτή. Έτσι, φέρ’ ειπείν, άγγελοι, σκηνές από τον Μυστικό Δείπνο της Καινής Διαθήκης, η σάπια Κιβωτός της Παλαιάς Διαθήκης (π.χ. σελ. 18), παρεμβάλλονται αναπάντεχα, πάντως εναρμονισμένα εντέλει στα κατά τα άλλα σκοπίμως ρεαλιστικό πλαίσιο των επιμέρους καταγραφών.
Η διαδικασία της ενσωμάτωσης της σκιάς στη ζωή μας, όπως ακριβώς την ορίζει ο Καρλ Γκούσταβ Γιουνγκ, παρατηρείται σε πλείστες περιπτώσεις. Συγκεντρώνομαι π.χ. στο ποίημα στη σελ. 36, με τίτλο «Όλα ὅσα θέλατε νὰ μάθετε γιὰ τὰ φαντάσματα, ἀλλὰ φοβόσασταν νὰ ρωτήσετε». Αποσπώ τους εξής χαρακτηριστικούς στίχους από την κατακλείδα του ποιήματος: «Μία ἄλλη μέθοδος ἐξορκισμοῦ συμβαίνει τὴν Ἐαρινὴ Ἰσημερία. / Κάποιοι τότε κυκλοφοροῦν στὸ σπίτι μὲ λιβάνι / καὶ προφέρουν πολλὲς φορὲς τὶς λέξεις «ἂν» καὶ «ἂν δὲν» /αὐτόπτες μάρτυρες ὑποστηρίζουν ὅτι τότε ἀκούγεται τὸ τσὰκ / ἀόρατου ἀναπτήρα / καὶ ἡ καύτρα ἑνὸς τσιγάρου ἀναβοσβήνει στὸ σκοτάδι. / Μερικοὶ μάλιστα εἶδαν τὸν καπνὸ μιᾶς πίπας / νὰ φυσάει δαχτυλίδια. / Οἱ ἄνθρωποι κακῶς φοβοῦνται πάντως τὰ φαντάσματα. / Κάποια στιγμὴ μὲς στὴ ζωὴ θὰ καταλάβουν / ὅτι εἶναι οἱ πιὸ πολύτιμοι φίλοι ποὺ δὲν ἀπέκτησαν ποτέ». Τα προκείμενα φαντάσματα δεν συνιστούν, λοιπόν, τους επώνυμους ή ανώνυμους παράγοντες μιας καθόλα υπαρκτής απειλής, ούτε τους εμμονικούς φορείς μιας ριζικής εκδίκησης. Ανυπομονούν να μας υποδεχτούν και στη συνέχεια να μας συντροφέψουν στο πεδίο της καθόλα υλικής πραγματικότητας. Πρόκειται για ζωτικά δήθεν απόβλητα τα οποία ανασυγκροτούν την ίδια την οριακή επιθυμία.
Το τραύμα, η απώλεια, το εγγενές έλλειμμα, η αρχετυπική αδυναμία να διερμηνευθούν σε μεγάλο βαθμό οι επιδραστικές παραστάσεις του βίου, τα πλέον διακριτά εν ολίγοις συστατικά της φύσης του γράφοντος υποκειμένου, εντέλει θαμπώνουν, απομακρύνονται
Η αρχή της καταστατικής ερωτικής πλήρωσης προοικονομεί μαθηματικά την όποια δυνατότητα επιλογής, πάντα μέσα στο όντως περιχαρακωμένο, αυστηρά περιορισμένο πεδίο, όπου ασκείται η λεγόμενη ελευθερία της βούλησης. Ό,τι δηλαδή συνιστά τη φύση της συγκεκριμένης πάγιας, νηφάλιας μάλιστα παράθεσης παθημάτων, λαθών, αυταπατών, διαψεύσεων, ανυψώσεων, συντριβών, ανορθώσεων, πτώσεων, ανανήψεων και άλλων φαινομένων αμείωτου πάθους από την πορεία ενός βίου εντατικής περίσκεψη.
Η συμμετοχή της καθαρά ιαματικής χροιάς του λόγου όχι μόνον είναι απολύτως εμφανής, αλλά και αντιστοίχως καθόλα εύστοχη σε κάθε απέριττη, άμεση, έμπρακτη εμφάνισή της. Το τραύμα, η απώλεια, το εγγενές έλλειμμα, η αρχετυπική αδυναμία να διερμηνευθούν σε μεγάλο βαθμό οι επιδραστικές παραστάσεις του βίου, τα πλέον διακριτά εν ολίγοις συστατικά της φύσης του γράφοντος υποκειμένου, εντέλει θαμπώνουν, απομακρύνονται, μετοικούν πού αλλού παρά στο φιλόξενο, θεραπευτικό, φιλεύσπλαχνο ρήμα της δημιουργού αντισωμάτων. Κι έτσι κρυσταλλώνονται. Εκτυπώνονται, εκδίδονται, διαβάζονται. Κοντολογίς, καθίστανται συστατικά ενός έργου ομολογούμενης λεκτικής τέχνης. Δεν καταπονούν πλέον τον τόσο ευαισθητοποιημένο ποιητικό εαυτό χάρη στον δόκιμο λόγο μιας εμφανούς στωικής συναίνεσης.
*Ο ΓΙΩΡΓΟΣ ΒΕΗΣ είναι πρέσβης επί τιμή και ποιητής. Πρόσφατα κυκλοφόρησε η συγκεντρωτική έκδοση των ποιημάτων του «Ποιήματα 1974-2023» (εκδ. Ύψιλον).
Λίγα λόγια για την ποιήτρια
Η Χλόη Κουτσουμπέλη γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη το 1962, αποφοίτησε από τη Νομική Σχολή του ΑΠΘ και εργάστηκε στον τραπεζικό τομέα. Από το 1984 που εκδόθηκε η πρώτη ποιητική της συλλογή Σχέσεις σιωπής από τις εκδόσεις Εγνατία μέχρι σήμερα, έχει εκδώσει έντεκα ποιητικές συλλογές, τρία μυθιστορήματα, δύο θεατρικά και μία νουβέλα. H συλλογή της Οι ομοτράπεζοι της άλλης Γης (εκδ. Γαβριηλίδης, 2016) τιμήθηκε με το Κρατικό Βραβείο Ποίησης. Το θεατρικό της έργο «Ορφέας στο μπαρ» παίχτηκε το 2014 στο θέατρο «Αγορά» στην Πάτρα. Το 2020 συμπεριλήφθηκε στη δίγλωσση σειρά ελληνικής ποίησης «Το Φωτόδεντρο» του εκδοτικού οίκου Padilla Libros στη Σεβίλλη, με μια επιλογή αρχαιόθεμων ποιημάτων της με τίτλο Πάντα κάτι ξεχνάει η Αντιγόνη όταν φεύγει, μεταφρασμένη στα Ισπανικά από τον Χοσέ Αντόνιο Μορένο Χουράδο.

Για το έργο της κυκλοφόρησαν η μονογραφία της φιλολόγου και ποιήτριας Αγγελικής Μαυρουδή Η ποιητική του αρχαίου μύθου στο έργο της Χλόης Κουτσουμπέλη (εκδ. Ρώμη, 2020), ο συλλογικός τόμος μελετημάτων Σώμα γυμνό από τον Φιλολογικό Όμιλο Ελλάδος (εκδ. Γράφημα, 2023), καθώς και το αφιέρωμα του περιοδικού Ο Σίσυφος (τχ. 23, Δεκέμβριος 2025).
Είναι μέλος της Εταιρείας Λογοτεχνών Θεσσαλονίκης, της Εταιρείας Συγγραφέων και του Κύκλου Ποιητών. Ποιήματα και διηγήματά της έχουν μεταφραστεί σε πολλές γλώσσες και συμπεριληφθεί σε ελληνικές και ξένες ανθολογίες.
























