
Για το μυθιστόρημα του Βασίλη Παπαδόπουλου «Πριγκίπισσα Άννα – Από την Κωνσταντινούπολη, στο Κίεβο» (εκδ. Ίκαρος). Κεντρική εικόνα: Μινιατούρα από το «Ρωσικό Χρονικό», του Νέστορα Ισκέντερη, όπου στο κέντρο είναι η πριγκίπισσα Άννα, δεξιά ο αδελφός της Βασίλειος Β' και αριστερά ο αδελφός της Κωνσταντίνος Η'.
Γράφει ο Γιώργος Ν. Περαντωνάκης
Κανονικά, ως υπέρμαχος του ουσιαστικού μοντερνισμού, του γόνιμου μεταμοντερνισμού ή έστω του πειραγμένου ρεαλισμού δεν έπρεπε να εγκύψω πάνω σε αυτό το μυθιστόρημα. Κανονικά, οι λάτρεις των πρωτοποριών και των προχωρημένων λογοτεχνικά κειμένων δεν πρέπει να ασχοληθούν με ένα τέτοιο έργο. Κανονικά, η εποχή μας που ομνύει στο καινοτόμο δεν θα έπρεπε να συζητά «στρωτά» ιστορικά μυθιστορήματα.
Κανονικά. Αλλά εξίσου κανονικά, για λόγους που θα εξηγήσω σταδιακά, η Πριγκίπισσα Άννα του Βασίλη Παπαδόπουλου είναι ένα αξιανάγνωστο βιβλίο, το οποίο αναφέρεται στη μετοικεσία της πορφυρογέννητης Άννας στο Κίεβο για να παντρευτεί τον Βλαδίμηρο, πρίγκιπα των Ρως, και να εκχριστιανίσει τον λαό του. Βρισκόμαστε στις αρχές του 11ου αιώνα, όταν ο αφηγητής, ο μορφωμένος γραμματέας Δημήτριος (φίλος του αυτοκράτορα Βασιλείου, του μετέπειτα Βουλγαροκτόνου, που είναι και αδελφός της Άννας) καταθέτει τη μαρτυρία του για τη βασιλεία του φίλου του και τη μετεγκατάσταση της πριγκίπισσας στην γη των Ρώσ(ων) στα 988/989 μ.Χ.
Τελικά, γιατί μας νοιάζει μια τέτοια ιστορία και φυσικά μια τέτοια γραφή;
Καταρχάς, γιατί πρόκειται για ένα καλογραμμένο κείμενο, με καθαρή γραφή, έρρυθμη αφήγηση, δυναμική εξέλιξη, που κερδίζει τον αναγνώστη, όταν αυτός θέλει να διαβάσει ένα ομαλό ανάγνωσμα, χωρίς λογοτεχνικά τεχνάσματα και περίτεχνους γρίφους. Συχνά απαξιώνουμε τη ρέουσα ρεαλιστική αφήγηση, σαν ρηχή, επίπεδη και παρωχημένης αισθητικής, αλλά ξεχνάμε ότι πολλά αστυνομικά ή ιστορικά μυθιστορήματα πετυχαίνουν τον στόχο τους χωρίς ρηξικέλευθες τροπές.
Πάνω σ’ αυτόν τον αφηγηματικό παρονομαστή υψώνεται η αχανής βυζαντινή επικράτεια. Οι περισσότεροι γνωρίζουμε καλά την αρχαιότητα ή τον 19ο και 20ό αιώνα, αλλά αγνοούμε άλλες φάσεις της Ιστορίας μας, όπως το Βυζάντιο, εξαιτίας του σχολικού συστήματος ή της σύνδεσης αυτής της χιλιετούς εποχής με την Εκκλησία. Αλλά και η λογοτεχνία μας το έχει παραγκωνίσει – για τους ίδιους λόγους ίσως. Θυμίζω ενδεικτικά έργα των τελευταίων χρόνων που προσέγγισαν με πρωτοποριακό ή με επικαιροποιημένο τρόπο την Ανατολική Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία: Ένας σκούφος από πορφύρα (1995) της Μάρως Δούκα, Το άλας της γης (2002) & ο Σικελικός εσπερινός (2013) της Ισμήνης Καπάνταη, το Παραμύθι του μεγάλου φόβου (1999) & η Ιερή παγίδα (2006) της Λείας Βιτάλη, οι Εξόριστες βασίλισσες (2021) της Άννας Γρίβα, Το θεόπαιδο (1992) του Πάνου Θεοδωρίδη, Το εβένινο λαούτο (2003), ο Χάλκινος οφθαλμός (2006) & η Μέδουσα από σμάλτο (2009) του Παναγιώτη Αγαπητού και έμμεσα το μ.Χ. (2007) του Βασίλη Αλεξάκη κ.λπ.
Έτσι, πρέπει να συνειδητοποιήσουμε ότι το Βυζάντιο είναι όχι μόνο μια ενδιαφέρουσα περίοδος με πολύμορφες ιστορικές πλευρές, όχι μόνο μια οικεία σε μας ενδοχώρα, πολλά από τα χαρακτηριστικά της οποίας έχουμε διατηρήσει ως τώρα, αλλά και μια terra incognita που μπορεί να βγάλει πολιτισμικούς θησαυρούς και απρόσμενους λαγούς από το καπέλο της. Με αυτό το πρίσμα το βιβλίο του Β. Παπαδόπουλου έχει τη δύναμη να μας συστήσει συνεκδοχικά θεσμούς, συνήθειες, πτυχές της πολιτικής οργάνωσης και της κοινωνικής ζωής της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας, ώστε να μας «διδάξει» Ιστορία και να μας πείσει ότι ο ταπεινός χιτώνας και το πολυτελές σκαραμάγγιο του Βυζαντίου είναι πολύχρωμα, ζωντανά και άκρως θελκτικά, όταν τα γνωρίσει κανείς.
Το βιβλίο του Β. Παπαδόπουλου έχει τη δύναμη να μας συστήσει συνεκδοχικά θεσμούς, συνήθειες, πτυχές της πολιτικής οργάνωσης και της κοινωνικής ζωής της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας, ώστε να μας «διδάξει» Ιστορία και να μας πείσει ότι ο ταπεινός χιτώνας και το πολυτελές σκαραμάγγιο του Βυζαντίου είναι πολύχρωμα, ζωντανά και άκρως θελκτικά, όταν τα γνωρίσει κανείς.
Τέλος, η Πριγκίπισσα Άννα συνδυάζει τη θέση της γυναίκας, όπως την είχαμε δει στη Μαρία των Μογγόλων της Μαριάννας Κορομηλά ή στις Εξόριστες βασίλισσες της Άννας Γρίβα με το σκοτεινό δώμα των ανακτορικών μηχανορραφιών που είχε δει και στον Σκούφο από πορφύρα (1995) της Μάρως Δούκα. Οι πολιτικές συμμαχίες στηρίζονται συχνά σε γάμους των βασιλικών μελών και με αυτόν τον τρόπο μεταγγίζεται ο πολιτισμός του κραταιού Βυζαντίου σε όμορους λαούς. Η πριγκίπισσα είναι ένας αγωγός κουλτούρας, όσο κι αν η ίδια συχνά θυσιάζεται. Στο ανά χείρας μυθιστόρημα η ιδιωτική ζωή συναρμόζεται εξαιρετικά με τη δημόσια, πολιτική και πολιτισμική, ώστε συνεκδοχικά η Άννα να γίνει το ίδιο το Βυζάντιο που επεκτείνεται με τη θρησκεία και τον πολιτισμό του στις ρωσικές στέπες.
Το βιβλίο αυτό γίνεται επίκαιρο σήμερα, όταν ως κράτος και ως αναγνώστες αναθεωρούμε, θετικά ή αρνητικά, τις σχέσεις μας με τη Ρωσία και την Ουκρανία. Έτσι, η ματιά μας οδηγείται στο παρελθόν για να ξαναδεί το παρόν.
* Ο ΓΙΩΡΓΟΣ Ν. ΠΕΡΑΝΤΩΝΑΚΗΣ είναι διδάκτορας Νεοελληνικής Φιλολογίας, κριτικός βιβλίου και συγγραφέας. Στις 4 Μαρτίου αναμένεται –σε δική του επιμέλεια– ο δεύτερος τόμος της σειράς «Ιστορίες του 21ου αιώνα», μια συλλογή 12 διηγημάτων με τίτλο «Μεταξύ ανθρώπου και μηχανής» (εκδ. Διόπτρα).
Απόσπασμα από το βιβλίο
«Βδομάδες έκανε η πρεσβεία να φτάσει στο Κίεβο. Μάθαινα συνεχώς τα νέα της από μαντατοφόρους και έδινα αναφορά στον πρωτοασηκρήτη. Πρώτα ταξίδεψε από τον Εύξεινο Πόντο με τους πιο γρήγορους δρόμωνες του στόλου μας, έφτασε στο Χερσώνα και ύστερα με άλογα και άμαξες, που κουβαλούσαν ένα σωρό βαριά δώρα, και αρκετά μεγάλη φρουρά, για την περίπτωση ληστών, προχώρησε προς τα βόρεια. Ένα μέρος της διαδρομής το έκανε με πλεούμενα μικρού βυθίσματος μέσα από τον Δάναπρι και το υπόλοιπο με άλογα και άμαξες.
Πόσο μακριά μού φαινόταν τότε το Κίεβο… στην άλλη άκρη του κόσμου… Διάβαζα τις αναφορές για το μεγάλο ποτάμι, τις γαλήνιες πεδιάδες, τα σταροχώραφα, τα μεγάλα δάση και έφτιαχνα εικόνες με τη φαντασία μου».























