
Προδημοσίευση αποσπάσματος από το νέο αστυνομικό μυθιστόρημα του Βαγγέλη Γιαννίση «Block Delete», το οποίο θα κυκλοφορήσει στις 21 Απριλίου από τις εκδόσεις Μεταίχμιο.
Επιμέλεια: Κώστας Αγοραστός
1
Εκείνο το πρωί, η Χριστίνα είχε τρυπώσει στο δοκιμαστήριο με δύο τζιν παντελόνια ανά χείρας, ανυποψίαστη για το ότι σε λιγότερες από δώδεκα ώρες η ζωή της θα εκτροχιαζόταν.
Με σβέλτες κινήσεις έβγαλε τα παπούτσια της δίχως να λύσει τα κορδόνια, ξεφλούδισε το μαύρο παντελόνι που φορούσε και το αντικατέστησε με το πρώτο από τα δύο στενά χαμηλοκάβαλα τζιν που είχε διαλέξει. Ξεφύσηξε, κράτησε την ανάσα της, ρούφηξε το στομάχι για να μπει μέσα ο αφαλός και, με ένα μικρό πηδηματάκι, ανέβασε το παντελόνι και το κούμπωσε. Αμέσως έκανε ημιστροφή, για να δει καλύτερα στον καθρέφτη πώς διαγράφονταν οι καμπύλες της, φέρνοντας το αριστερό πόδι πίσω από το δεξί.
Το παντελόνι τη στένευε και προς στιγμήν αισθάνθηκε μια δυσφορία, η οποία σίγουρα θα εξελισσόταν σε κρίση πανικού, εάν δεν το ξεκούμπωνε, ώστε να απελευθερώσει την κοιλιά της. Βλαστήμησε από μέσα της τη μανία της Gen Z να επαναφέρει στη μόδα ρούχα που καλό θα ήταν να παρέμεναν ξεχασμένα στις ντουλάπες και σε συρτάρια. Η γενιά της είχε πειραματιστεί ήδη μία φορά με τα χαμηλοκάβαλα και όλοι θυμούνταν πόσο καλά είχε πάει αυτό, την εποχή που όλες τα φορούσαν στο σχολείο, εάν ήθελαν να είναι στη μόδα. Δεν μπορούσες να καθίσεις χωρίς να φανεί το εσώρουχό σου, αισθανόσουν πως ανά πάσα στιγμή το παντελόνι θα σε πρόδιδε και τραβούσες, είτε το ήθελες είτε όχι, τα βλέμματα όλων των αγοριών της τάξης, για τα οποία ήσουν είτε το τσουλί είτε η πουτάνα, ανάλογα με το αν τους καθόσουν ή όχι. Και όλα αυτά επειδή ήθελες να μοιάζεις με την Κίρα Νάιτλι. Υπέροχη ιδέα.
Αλλά η μόδα είναι μόδα· και, αν θέλεις να έχεις την προσοχή του κόσμου, οφείλεις να υπακούς στα προστάγματά της. Μπρος στα κάλλη τι είναι ο πόνος, όπως έλεγαν και οι παλιές. Και μπορεί το παντελόνι να δυσκόλευε τις κινήσεις της και σίγουρα να μην ήταν ό,τι πιο πρακτικό και καθημερινό θα μπορούσε να αγοράσει –όχι ότι μπορούσε να το αγοράσει με τον μισθό της–, αλλά στις φωτογραφίες επιτελούσε ακριβώς τον ρόλο για τον οποίο δημιουργήθηκε: την έκανε να δείχνει σέξι. Τριψήφια τιμή για τριψήφιο αριθμό λάικ.
Έβγαλε το κινητό από το παντελόνι της, που το είχε αφήσει στο πάτωμα, κούμπωσε ξανά το τζιν που φορούσε και άνοιξε την κάμερα. Γύρισε ελαφρώς στο πλάι και προσπάθησε να βρει τη σωστή γωνία, αυτή που δεν πρόδιδε το ρούφηγμα του στομαχιού. Αν και η φωτογραφία θα περνούσε πρώτα από επεξεργασία προτού ανέβει. Εάν ανέβαινε. Η Χριστίνα δεν ανέβαζε ποτέ φωτογραφία που δεν ήταν τέλεια.
Οι δύο καθρέφτες κάλυπταν τους τοίχους μπροστά και στα αριστερά της, ενώ ο φωτισμός ήταν ιδανικός. Το αφεντικό της μπορεί να ήταν γκρινιάρης, σπαγγοραμμένος, φωνακλάς, αλλά ήταν έξυπνος. Ήξερε την πελατεία του και τους έδινε αυτό που ζητούσαν· έναν χώρο στον οποίο όχι απλώς μπορούσαν να δοκιμάσουν με άνεση ρούχα, αλλά και να φωτογραφηθούν σε αυτά. Μάλιστα, καλαίσθητα αυτοκόλλητα στον καθρέφτη τούς υπενθύμιζαν με τρόπο να μην ξεχάσουν να ανεβάσουν τις φωτογραφίες στα σόσιαλ, χρησιμοποιώντας τα σχετικά hashtag και, φυσικά, ταγκάροντας το κατάστημα.
Μόλις που είχε προλάβει να τραβήξει τέσσερις φωτογραφίες, όταν τον άκουσε να την αναζητά, και βλαστήμησε για δεύτερη φορά από μέσα της. Έγειρε πάνω στον τοίχο για να κατεβάσει το παντελόνι, το οποίο είχε κολλήσει στους μηρούς της και δεν έλεγε να προσπεράσει τα γόνατα, ενώ οι φωνές του πλησίαζαν ολοένα και περισσότερο. Ένιωθε τα μάγουλά της να καίνε και προσπάθησε για άλλη μια φορά να κατεβάσει το παντελόνι.
Ο γδούπος από την πτώση της έκανε το αφεντικό της να σταματήσει μπροστά από την πόρτα του δοκιμαστηρίου. Γύρισε το κεφάλι του και αφουγκράστηκε.
«Χριστίνα; Εσύ είσαι μέσα στο δοκιμαστήριο;»
Άρχισε να σηκώνεται με αργές κινήσεις και στηρίχτηκε ξανά στον τοίχο, προτού σηκώσει στον αέρα το δεξί και αρχίσει να τραβάει το μπατζάκι. «Μάλιστα, κύριε Μάνθο, ήθελα να δω κάτι, σε μισό λεπτό βγαίνω».
Μπορούσε να τον φανταστεί, ήξερε ότι την περίμενε απέξω, χτυπώντας νευρικά το πόδι του στο πάτωμα. Μόνο καπνοί δεν θα έβγαιναν από τα αυτιά του, σαν εκείνη την παλιά διαφήμιση που την έκανε να γελάει όταν ήταν μικρή. Προσπάθησε να βιαστεί. Τράβηξε με περισσότερη δύναμη το μπατζάκι και αυτή τη φορά το πόδι της απελευθερώθηκε, δίχως να χάσει την ισορροπία της. Ένιωθε την καρδιά της να χτυπάει στην άκρη της γλώσσας της και καθώς έβγαζε το δεύτερο μπατζάκι, προσπάθησε να βρει στα γρήγορα μια καλή δικαιολογία. Σίγουρα δεν μπορούσε να του πει ότι είδε τα νέα παντελόνια και ήθελε να δοκιμάσει ένα όσο υπήρχε απόθεμα στο νούμερό της, γιατί ήξερε τι θα της απαντούσε – και θα είχε δίκιο.
Προσπάθησε να βιαστεί. Τράβηξε με περισσότερη δύναμη το μπατζάκι και αυτή τη φορά το πόδι της απελευθερώθηκε, δίχως να χάσει την ισορροπία της. Ένιωθε την καρδιά της να χτυπάει στην άκρη της γλώσσας της και καθώς έβγαζε το δεύτερο μπατζάκι, προσπάθησε να βρει στα γρήγορα μια καλή δικαιολογία.
Φόρεσε βιαστικά το παντελόνι, έχωσε τα πόδια της στα παπούτσια και άνοιξε την πόρτα. Όπως ακριβώς το περίμενε, το αφεντικό της στεκόταν απέξω και, για κάποιον απροσδιόριστο λόγο, το βλέμμα του χαμήλωσε στο ύψος του καβάλου της και το στόμα του στράβωσε ελαφρώς. Η Χριστίνα κοίταξε κάτω και διαπίστωσε τον λόγο· το φερμουάρ του παντελονιού της ήταν ανοιχτό και το λευκό πουά εσώρουχο που φορούσε ξεπρόβαλλε ανάμεσα στις πτυχές του ρούχου. Τα δύο τζιν τής έπεσαν από τα χέρια στην προσπάθειά της να κουμπωθεί και αναγκάστηκε να σκύψει για να τα μαζέψει. Δεν τολμούσε να τον κοιτάξει στα μάτια.
«Βρε κορίτσι μου, για να δοκιμάζεις ρούχα σε πληρώνω;» Η φωνή του δεν είχε ίχνος οργής. Πρόδιδε περισσότερο απογοήτευση. Ή αγανάκτηση. Σαν ενήλικας που είχε πιάσει για πολλοστή φορά στα πράσα ένα παιδί να κάνει κάτι απαγορευμένο.
«Συγγνώμη, κύριε Μάνθο».
«Από τις συναδέλφους σου να ζητήσεις συγγνώμη, που σκίζονται να εξυπηρετήσουν τις πελάτισσες, ενώ εσύ μας δουλεύεις».
«Συγγνώμη, δεν θα ξανασυμβεί».
Το αφεντικό της αναστέναξε και της έκανε νόημα να πάει στο πόστο της. Καθώς πήγαινε να επιστρέψει τα τζιν εκεί που τα βρήκε, έπιασε με την άκρη του ματιού της την Ιωάννα και τη Ναυσικά να ψιθυρίζουν συνωμοτικά από μια γωνία και να χαχανίζουν. Προφανώς μαζί της. Τα μάγουλά της πύρωσαν ξανά, αυτή τη φορά πιο έντονα, αρκετά ώστε οι φακίδες στη μύτη της να εξαφανιστούν. Πόσο θα ήθελε να τους κόβονταν τα γέλια. Γιατί δεν ήταν η πρώτη φορά. Πόσο θα ήθελε να ήταν εκείνη αυτή που θα τους τα έκοβε. Δεν θα γελούσαν αν δεν είχαν δόντια, σκέφτηκε.
2
Πέρασαν μερικά δευτερόλεπτα ώσπου να καταλάβει πως ο σπηλαιώδης ήχος που ακούστηκε είχε προέλθει από το στομάχι της. Πλησίαζε το σχόλασμα και, παρόλο που δεν είχε δει την ώρα, το σώμα της ήξερε.
Αφού εξυπηρέτησε μια τελευταία πελάτισσα, μάζεψε τα πράγματά της και έφυγε δίχως να χαιρετήσει τις δύο συναδέλφους της. Το αφεντικό της, ευτυχώς, είχε επιστρέψει ήδη σπίτι του. Τις Τετάρτες συνήθιζε να φεύγει νωρίτερα, ποιος ξέρει γιατί. Αφεντικό ήταν, μπορούσε να κάνει ό,τι ήθελε.
Η Ερμού ήταν μισοάδεια καθώς ανηφόριζε προς Σύνταγμα. Ένας Μίκι Μάους της κακιάς ώρας, που θύμιζε περισσότερο σίριαλ κίλερ παρά τον ποντικό της Ντίζνεϊ, τρόμαζε δύο νήπια πιο μπροστά, στην προσπάθειά του να τα πείσει να βγουν φωτογραφία. Οι γονείς τους μάλλον δεν συμμερίζονταν τον ενθουσιασμό του και απομακρύνθηκαν πάραυτα, τραβώντας μαζί τα παιδιά που έκλαιγαν. Δύο νεαροί με παρόμοιο κούρεμα, παρόμοια τατουάζ και παρόμοια κοψιά στέκονταν έξω από ένα κατάστημα με γυναικεία ρούχα, απορροφημένοι στα κινητά τους, ενώ πιθανότατα περίμεναν τις κοπέλες τους να επιστρέψουν είτε με λάφυρα είτε απογοητευμένες και με χέρια αδειανά. Η Χριστίνα έβλεπε συχνά το συγκεκριμένο είδος ανθρώπων να περιμένει έξω από το μαγαζί· τους είχε ονοματίσει Πορτιέρηδες. Υπήρχαν, φυσικά, και αυτοί που ακολουθούσαν τις συντρόφους τους αδιάφορα, ενώ εκείνες περιπλανιόντουσαν στο μαγαζί σε αναζήτηση ρούχων. Για αυτούς δεν είχε βρει κάποια ονομασία.
Παρά τον σαματά από τη λατέρνα στα δεξιά της, άκουσε για δεύτερη φορά το στομάχι της να διαμαρτύρεται και αναρωτήθηκε τι αηδία θα την περίμενε σπίτι. Τετάρτη ίσον νηστεία, οπότε μάλλον κάποιο όσπριο ή λαδερό. Αν ήταν τυχερή, μπάμιες ή φακές. Αυτά τουλάχιστον τρώγονταν κάπως. Αλλά δεν είχε εμπιστοσύνη στην τύχη της και το πιθανότερο ήταν η μητέρα της να είχε έμπνευση για ρεβιθάδα, φασολάκια ή –μη χειρότερα– μπριάμ, κι έτσι αποφάσισε να στρίψει σε μια κάθετη, για να περάσει από το WokOn και να παραγγείλει ένα μπολ ράμεν με χοιρινό τονκότσου, αυγά και τη μυστική πικάντικη σάλτσα, που έκανε όλο το κρανίο της να ιδρώνει, αλλά στο τέλος άφηνε στο στόμα ένα ευχάριστο μυρμήγκιασμα.
Πλήρωσε τα 13 ευρώ, που προφανώς και έβρισκε πολλά, αλλά ήταν ένα τίμημα προτιμότερο από φασολάκια χάντρες με όλο το λάδι της Μεσσηνίας –παρόλο που η μητέρα της επέμενε ότι έβαζε «μονάχα δυο κουταλιές λαδάκι»–, ωστόσο, όταν βγήκε από το μαγαζί, διαπίστωσε ότι δεν είχε χορτάσει, αν και η μερίδα ήταν γενναιόδωρη. Στεκόταν όλη μέρα όρθια, λογικό ήταν να πεινούσε σαν λύκος. Ως απάντηση στην επιθυμία της είδε το ζαχαροπλαστείο με τα προφιτερόλ στη γωνία, δύο βήματα παρακάτω. Παρήγγειλε ένα μεσαίο με σοκολάτα υγείας, τριμμένο μπισκότο και σαντιγί και το καταβρόχθισε σαν να μην υπήρχε αύριο. Είχε χορτάσει, αλλά παράλληλα με τον κορεσμό εμφανίστηκαν και οι τύψεις.
Ρώτησε χαμηλόφωνα μία από τις υπαλλήλους κατά πού έπεφτε η τουαλέτα, κι εκείνη της έδειξε την πόρτα που –φυσικά– έγραφε πως ήταν η τουαλέτα. Μία και μοναδική, για άντρες και γυναίκες. Η Χριστίνα πέρασε μέσα και κλείδωσε. Με κινήσεις μεθοδικές σήκωσε το καπάκι της τουαλέτας, έπλυνε τα χέρια της και γονάτισε μπροστά στη λεκάνη. Έπειτα, έχωσε δύο δάχτυλα βαθιά στο λαρύγγι της, μέχρι να της έρθει εμετός, και σταμάτησε μονάχα όταν το υγρό που έβγαινε από μέσα της ήταν πηχτή, υπόλευκη χολή. Σκούπισε το στόμα της με ένα κομμάτι χαρτί υγείας, τράβηξε καζανάκι και έπλυνε ξανά τα χέρια.
Με κινήσεις μεθοδικές σήκωσε το καπάκι της τουαλέτας, έπλυνε τα χέρια της και γονάτισε μπροστά στη λεκάνη. Έπειτα, έχωσε δύο δάχτυλα βαθιά στο λαρύγγι της, μέχρι να της έρθει εμετός, και σταμάτησε μονάχα όταν το υγρό που έβγαινε από μέσα της ήταν πηχτή, υπόλευκη χολή. Σκούπισε το στόμα της με ένα κομμάτι χαρτί υγείας, τράβηξε καζανάκι και έπλυνε ξανά τα χέρια.
Είχε φάει πολύ και ποιος ξέρει πόση ποσότητα είχε προλάβει να χωνέψει. Βγήκε βιαστικά από την τουαλέτα και το μαγαζί και πήρε τον δρόμο για το μετρό. Θα πεταγόταν πρώτα από το σπίτι για να αλλάξει και μετά θα περνούσε μια βόλτα από το γυμναστήριο, θα έκανε τρία τέταρτα διάδρομο και όλα καλά. Ναι, ήταν μια καλή λύση.
«Γύρισες;»
Πάντα η ίδια ερώτηση, παρόλο που η απάντηση ήταν προφανής. Τι βίτσιο είχαν όλες οι Ελληνίδες μαμάδες να την κάνουν; Ήταν προεγκατεστημένη στις εργοστασιακές τους ρυθμίσεις;
«Όχι, ακόμη έξω είμαι».
Η Χριστίνα άφησε τα κλειδιά της στο μπολ δίπλα στην πόρτα και βάδισε σβέλτα προς την πόρτα του δωματίου της.
«Περίμενε μισό λεπτό, πού πας;» φώναξε η μητέρα της από την κουζίνα.
«Μόλις γύρισα από γυμναστήριο, ρε μαμά, και είμαι κομμάτια. Τι θες;»
«Έχεις φάει;»
«Ναι».
«Πάλι έξω;»
«Πάλι γκρίνια;»
Η μητέρα της δεν έδειξε να πτοείται από το σχόλιο. «Έρχεσαι να με βοηθήσεις λίγο να διπλώσουμε δυο σεντόνια για να τα σιδερώσω;»
«Τι τα σιδερώνεις; Σάματι δεν θα τσαλακωθούν όταν κοιμηθούμε πάνω τους;»
«Στις εξυπνάδες πρώτη είσαι, αλλά για να κάνεις μια δουλειά του σπιτιού, πρέπει να σε παρακαλάω. Όλα έτοιμα τα θες».
Με έναν αναστεναγμό άφησε την τσάντα του γυμναστηρίου κάτω και πήγε να βοηθήσει τη μητέρα της, για να γλιτώσει από περισσότερη γκρίνια. Μερικές φορές, το δίπλωμα των σεντονιών δεν ήταν ο λόφος πάνω στον οποίο θα αποφάσιζες να πεθάνεις και σίγουρα ο Σουν Τζου θα ενέκρινε την απόφασή της.
Αφού τελείωσε, κλείστηκε στο δωμάτιό της, άναψε το επιδαπέδιο φωτιστικό Vindkas, που είχε αγοράσει από το ΙΚΕΑ, έβαλε τις πιτζάμες της και ξάπλωσε στο κρεβάτι παρέα με το κινητό. Δεν είχε ασχοληθεί σχεδόν καθόλου μαζί του όλη μέρα και, παρόλο που αισθανόταν περήφανη για αυτό, τα δάχτυλά της την έτρωγαν από ανυπομονησία.
Ξεκλείδωσε τη συσκευή με το αποτύπωμά της, μπήκε στο Instagram και έλεγξε απευθείας τις ειδοποιήσεις: κανένας καινούργιος ακόλουθος, μονάχα 5 νέα λάικ. Το χαμόγελο που ασυναίσθητα είχε εμφανιστεί στα χείλη της άρχισε να ξεθωριάζει. Μπήκε στο προφίλ της και παρατήρησε τον αριθμό που εδώ και έξι ημέρες δεν έλεγε να αλλάξει: Εξακολουθούσε να έχει μονάχα 1.892 ακόλουθους. Και δεν ήταν ότι δεν προσπαθούσε να τους αυξήσει. Ακολουθούσε ευλαβικά κάθε συμβουλή που έβρισκε για να το πετύχει, μελετούσε τα trend, είχε φροντίσει να πάρει κινητό με καλή κάμερα, επεξεργαζόταν τις φωτογραφίες όσο έπρεπε και παρ’ όλα αυτά μηδέν εις το πηλίκο. Κάτι δεν έκανε καλά και δεν ήξερε τι – ή, πολύ απλά, υπήρχαν εκατομμύρια άλλες σαν κι εκείνη. Παρόλο που δεν ήθελε να το παραδεχτεί, η Χριστίνα άρχισε να πιστεύει πως αυτό που συνέβαινε ήταν μάλλον το δεύτερο. Ήταν απλά μία όμορφη κοπέλα, με ωραίο σώμα, που έβγαζε φωτογραφίες παίρνοντας τις ίδιες πόζες, τις ίδιες εκφράσεις και μούτες με όλες τις υπόλοιπες. Τι την έκανε να ξεχωρίζει; Τίποτα. Αλλά τι έκανε να ξεχωρίζει εκείνες που είχαν πενταψήφιο και εξαψήφιο αριθμό ακολούθων; Πάλι τίποτα. Ίσως ήταν απλώς πιο τυχερές. Ήξερε πως έπρεπε να αλλάξει κάτι.
«Τι όμως;» μουρμούρισε και άνοιξε τα μηνύματα. Προηγουμένως είχε δει πως είχε ένα νέο και ήθελε να δει τι ήταν.
Το μήνυμα βρισκόταν στον φάκελο με τα αιτήματα· αυτό σήμαινε πως όποιος και να της το είχε στείλει, δεν τον ακολουθούσε. Το όνομα του χρήστη δεν της έλεγε πολλά. Όταν άνοιξε το μήνυμα, ωστόσο, τα μάτια της γούρλωσαν.
Και, παρόλο που δεν το ήξερε, η αντίστροφη μέτρηση είχε ήδη αρχίσει.

Λίγα λόγια για το βιβλίο
Κάποτε, αν μας ακολουθούσε κάποιος άγνωστος, θα φωνάζαμε βοήθεια· σήμερα, όλοι πασχίζουν να αποκτήσουν ακόλουθους. Η Χριστίνα δουλεύει πωλήτρια σε κατάστημα ρούχων και ονειρεύεται να γίνει διάσημη ινφλουένσερ. Όταν ανακαλύπτει ένα ψεύτικο προφίλ που χρησιμοποιεί τις φωτογραφίες της, η εμμονή της να βρει ποιος ευθύνεται θα την εξωθήσει στα άκρα. Και όταν εντοπίζεται το πτώμα μιας γυναίκας, η Χριστίνα θα βρεθεί στο μέσο των ερευνών. Ο αστυνόμος Μιχαηλίδης αναλαμβάνει την εξιχνίαση της δολοφονίας και σύντομα η Χριστίνα θα γίνει η δική του εμμονή. Μόνο που σε αυτό το παιχνίδι της γάτας με το ποντίκι δεν υπάρχουν νικητές, μόνο χαμένοι.
Λίγα λόγια για τον συγγραφέα
Ο Βαγγέλης Γιαννίσης είναι συγγραφέας αστυνομικής λογοτεχνίας, σεναριογράφος και μεταφραστής. Το έργο του έχει μελετηθεί στο πρόγραμμα DETECt της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ενώ το 2024 επιλέχθηκε να εκπροσωπήσει την Ελευσίνα με ένα διήγημα στην ανθολογία ULYSSES European Odyssey. Η αστυνομική σειρά Το δίχτυ σε σενάριο του ίδιου και σκηνοθεσία του Μανούσου Μανουσάκη προβλήθηκε σε δύο κύκλους από την ΕΡΤ.


















