
Για το δοκίμιο του Νικ Σέρνιτσκ (Nick Srnicek) «Ο καπιταλισμός της πλατφόρμας» (μτφρ. Γιώργος Μαριάς, Αλέξανδρος Μινωτάκης, εκδ. Τόπος).
Γράφει ο Γιώργος Σιακαντάρης
O Καναδός ακαδημαϊκός Νικ Σέρνιτσκ, πρωτοπόρος της κριτικής θεωρίας των ψηφιακών μετασχηματισμών, συνεχίζει στο βιβλίο του Ο καπιταλισμός της πλατφόρμας τον προβληματισμό που από κοινού με τον Άλεξ Γουίλιαμς είχαν ξεκινήσει, το ίδιο έτος, στο βιβλίο τους Επενδύοντας στο μέλλον. Μετακαπιταλισμός και ένας κόσμος χωρίς εργασία. Οι δυο τους εκεί αναζητούσαν μια μετακαπιταλιστική οικονομία ικανή να προωθήσει άλλου είδους στάνταρτ, να απελευθερώσει την ανθρωπότητα από την εργασία και να αναπτύξει τεχνολογίες που διευρύνουν τις ελευθερίες μας. Εδώ αναλύει πώς διαμορφώθηκε ο καπιταλισμός της πλατφόρμας και τι αυτός εκπροσωπεί.
Πριν τις πλατφόρμες
Τα τελευταία χρόνια ο πυρήνας της ισχύος στην ψηφιακή οικονομία έχει μετατοπιστεί προς το υπολογιστικό νέφος και την Τεχνητή Νοημοσύνη (ΤΝ) ή μάλλον, πιο σωστά, η ΤΝ ακολουθεί την πορεία του υπολογιστικού νέφους. Πορεία κατά την οποία η ιδιοκτησία συγκεντρώνεται στα χέρια λίγων και η πρόσβαση στις υπηρεσίες ενοικιάζεται επ’ αμοιβή. Ο Σέρνιτσκ αμφισβητεί πως έχουμε περάσει στην εποχή του τέλους του καπιταλισμού του ανταγωνισμού. Αυτός δεν έχει τερματίσει τον βίο του, απλώς έχει περάσει μέσα στους κόλπους του ψηφιακού ανταγωνισμού.
Ο συγγραφέας εδώ επιχειρεί, και το κατορθώνει, να δείξει πόση υποκρισία, αλλά και πόση εκμετάλλευση κρύβεται πίσω από όρους όπως οικονομία του διαμοιρασμού (sharing economy, οικονομία του «διαμοιρασμού» αντί της κατοχής αγαθών και υπηρεσιών) και οικονομία της περιστασιακής απασχόλησης (gig economy). Δήθεν οι εργαζόμενοι θα απελευθερωθούν από τα δεσμά του οκτάωρου και της καριέρας και θα μπορούν να πωλούν ό,τι αγαθό, δεξιότητά τους και υπηρεσία θέλουν σε όποιον και όποτε θέλουν. Αυτή είναι και η επιχειρηματολογία της καθιέρωσης του δεκατριάωρου στην Ελλάδα. Από την πλευρά τους οι καταναλωτές θα ικανοποιούν κάθε καπρίτσιο τους μέσα από «ένα κέρας αφθονίας υπηρεσιών κατά παραγγελία».
Η ψηφιακή οικονομία εκπροσωπείται από εκείνες τις εταιρείες που το μοντέλο τού επιχειρείν τους βασίζεται στην τεχνολογία της πληροφορίας, τα δεδομένα και το Διαδίκτυο. Τίποτα το καινούργιο μέχρι εδώ. Το καινούργιο είναι οι «αποκαλύψεις» του συγγραφέα για το πώς λειτουργεί σε βάρος τόσο του εργαζόμενου όσο και του καταναλωτή αυτό το επιχειρείν και πόσο ευνοεί την κερδοφορία των τεχνολογικών κολοσσών, ενώ διαψεύδει και ένα άλλο μύθο που θέλει τις πλατφόρμες να ακυρώνουν τη δύναμη του χρηματοπιστωτικού κεφαλαίου, ενώ στην ουσία αυτές και οι νεοφυείς επιχειρήσεις στηρίζονται στη χρηματοδότησή τους απ’ αυτό. «Η επένδυση στις νεοφυείς τεχνολογικές επιχειρήσεις είναι κυρίως έκφραση της ισχύος του χρηματοπιστωτικού τομέα παρά εναλλακτική σε αυτόν» (σ. 134).
Τα δεδομένα
Ο καπιταλισμός, ακριβώς λόγω της πτώσης της κερδοφορίας του παλιού επιχειρείν, έχει στραφεί στα δεδομένα ως μέσο διατήρησης της οικονομικής ανάπτυξης. Για να φτάσουμε, όμως, έως αυτό το μοντέλο, προηγήθηκε μια σειρά μετασχηματισμών πριν από την κρίση του 2008. Αυτούς τους μετασχηματισμούς ο συγγραφέας τούς αποδίδει στο «μακρύ κύμα της ύφεσης» που ξεκινά από το 1970. Από εδώ ξεκινά η περίοδος που σηματοδοτεί το τέλος της μεταπολεμικής εξαίρεσης. Η τελευταία είχε οδηγήσει «στον μαζικό εργάτη, ικανό να αναπτύξει μια συλλογική ταυτότητα στη βάση των κοινών συνθηκών που μοιραζόταν με τους συναδέλφους του» (σ. 30). Το μοντέλο κερδοφορίας εδώ στηριζόταν στον ανταγωνισμό «των χαμηλότερων αμοιβών» (κυρίως σε Γερμανία και Ιαπωνία).
Αυτές οι εξελίξεις μετέτρεψαν την απασχόληση σε όλο και πιο ευέλικτη, χαμηλά αμειβόμενη και ευάλωτη στις πιέσεις της διοίκησης.
Στις δεκαετίες του 1950 και του 1960, η γερμανική και ιαπωνική βιομηχανία ανέβηκαν γοργά τόσο από άποψη όγκου παραγωγής όσο και παραγωγικότητας. Μετά την παγκόσμια κρίση του 1970 υπήρξαν δυο δρόμοι ανάσχεσης της μείωσης της κερδοφορίας. Ο ένας ήταν όσοι είχαν μείνει πίσω (ΗΠΑ) να αντιγράψουν τους πρωτοπόρους (Γερμανία-Ιαπωνία) και ο άλλος ήταν να επιτεθούν στις κατακτήσεις των εργαζομένων, αναθέτοντας τη «δουλειά» σε εξωτερικούς συνεργάτες, οι οποίοι όμως κατ’ ουσία παρέμεναν υπάλληλοι εξαρτημένης εργασίας. Κάτι σαν τα δικά μας τα μπλοκάκια. Αυτή την εξέλιξη την επέτρεψαν οι τεχνολογίες της πληροφορικής και των επικοινωνιών, οι οποίες διευκόλυναν, αν όχι παρακίνησαν, τη μεταφορά στο εξωτερικό πολλών επιχειρήσεων και διεύρυναν τη διάκριση ανάμεσα σε υπηρεσίες που απαιτούν προσωπική επαφή και απρόσωπες εργασίες. Αυτές οι εξελίξεις μετέτρεψαν την απασχόληση σε όλο και πιο ευέλικτη, χαμηλά αμειβόμενη και ευάλωτη στις πιέσεις της διοίκησης.
Παρά την κατάρρευση των εταιρειών dot-com, η εμπορευματοποίηση του Διαδικτύου κατά τη δεκαετία του 1990 οδήγησε κεφάλαια υψηλού επιχειρηματικού ρίσκου να επενδυθούν σ’ αυτό. Αρχικά στον τομέα των τηλεπικοινωνιών. Οι εταιρείες τηλεπικοινωνιών και νέων τεχνολογιών άρχισαν να δαπανούν εξωφρενικά ποσά για τον εκσυγχρονισμό της υπολογιστικής τους υποδομής, ενώ η αμερικανική διοίκηση έφερνε σειρά νομοθετημάτων που διευκόλυναν αυτές τις αλλαγές.
Ο καπιταλισμός άλλαξε, αλλά δεν έπαψε να είναι καπιταλισμός, κατά τον συγγραφέα.
Η κρίση του 2008, ως αποτέλεσμα κυρίως των στεγαστικών δανείων, οδήγησε σε μείωση του πλούτου των νοικοκυριών. Αυτή η εξέλιξη, όμως, αντί να ακυρώσει τη δυναμική των τεχνολογικών κολοσσών, την αύξησε. Γιατί το κύριο εδώ δεν ήταν οι νέες τεχνολογίες αυτές καθαυτές, αλλά τα περιθώρια κέρδους που αυτές έδιναν και η δυνατότητα περαιτέρω συμπίεσης του κόστους της εργασίας. Προς επίρρωση των παραπάνω, ήρθαν και οι πολιτικές ποσοτικής χαλάρωσης, οι οποίες από τους περισσότερους παρουσιάστηκαν ως μάννα εξ ουρανού. Αν και δεν ήταν. Για να μην αναφερθούμε καν και στον πολλαπλασιασμό των φορολογικών παραδείσων. Ο καπιταλισμός άλλαξε, αλλά δεν έπαψε να είναι καπιταλισμός, κατά τον συγγραφέα. «Συνεχίζουμε να ζούμε σε μια καπιταλιστική κοινωνία όπου ο ανταγωνισμός και η επιδίωξη του κέρδους είναι οι βασικές παράμετροι του κόσμου μας» (σ. 49).
Μόνο που πλέον αυτός δεν είναι ο παλιός καπιταλισμός της βιομηχανικής παραγωγής και εργασίας, αλλά ο νέος καπιταλισμός των πλατφορμών και της ψηφιακής εργασίας. Σημαίνει αυτό πως ο καπιταλισμός από το σύστημα στο οποίο το κύριο ρόλο έπαιζε η κατοχή των μέσων παραγωγής, σήμερα παίζει η ιδιοκτησία της γνώσης; Εδώ, εντοπίζω το κύριο σημείο της θέσης του Σέρνιτσκ. Αυτός «δεν καταπίνει αμάσητη», ας μου επιτραπεί αυτή η έκφραση, όλη την φιλολογία περί της οικονομίας της γνώσης, η οποία πλέον δεν είναι καπιταλισμός. Ασφαλώς και αναγνωρίζει τη σημασία της κατοχής των δεδομένων, αναγνωρίζει πως η κατοχή τους αυξάνει τους δυνητικούς χρήστες-καταναλωτές τους, αυτό όμως δεν σημαίνει πως καταργείται ο νόμος της αξίας και της εκμετάλλευσης της εργασίας, όποια μορφή και να αποκτά αυτή.
Τι είναι οι πλατφόρμες;
Τι είναι, όμως, οι πλατφόρμες; Αυτές «είναι ψηφιακές υποδομές που δίνουν τη δυνατότητα αλληλεπίδρασης μεταξύ δυο ή περισσότερων ομάδων». Ως εκ τούτου, τοποθετούνται ως μεσάζοντες που φέρνουν σε επαφή διαφορετικούς χρήστες: πελάτες, διαφημιστές, παρόχους υπηρεσιών, παραγωγούς, προμηθευτές, ακόμη και φυσικά αντικείμενα» (σ. 58). Αυτές δεν είναι απλές επιχειρήσεις του Διαδικτύου, όπως οι dot-com ή ακόμη και οι τεχνολογικές εταιρείες, αλλά οργανισμοί που λειτουργούν οπουδήποτε υπάρχει ψηφιακή αλληλεπίδραση. Ο συγγραφέας ταξινομεί τις πλατφόρμες σε διαφημιστικές, σε υπολογιστικού νέφους, σε βιομηχανικές, σε πλατφόρμες προϊόντων και λιτές. Οι διαφημιστικές είναι οι πιο επιτυχημένες, καθώς έχουν σημαντικά κέρδη και έντονο δυναμισμό.
Οι πλατφόρμες προϊόντων κινούνται κυρίως στον μουσικό χώρο, αλλά και στον χώρο διακίνησης επιβατών (Uber), αν και η τελευταία είναι και λιτή πλατφόρμα.
Οι πλατφόρμες υπολογιστικού νέφους είναι οι κατεξοχήν εταιρείες μίσθωσης υπηρεσιών ηλεκτρονικού εμπορίου. Το μοντέλο ενοικίασης τούς επιτρέπει τη διαρκή συλλογή δεδομένων. Οι βιομηχανικές βασίζονται στην εξαγωγή δεδομένων απέναντι στους ανταγωνιστές τους. Αυτό εγγυάται ταχύτερες, φθηνότερες και πιο ευέλικτες υπηρεσίες. Οι πλατφόρμες προϊόντων κινούνται κυρίως στον μουσικό χώρο, αλλά και στον χώρο διακίνησης επιβατών (Uber), αν και η τελευταία είναι και λιτή πλατφόρμα.
Τέλος, οι λιτές πλατφόρμες συνδέονται με την κατεξοχήν απαξίωση των δικαιωμάτων των εργαζόμενων. Οι πλατφόρμες των εξωτερικών συνεργατών και των ελεύθερων επαγγελματιών υποκρύπτουν μισθωτή εργασία, χωρίς κανένα από τα δικαιώματα και τα πλεονεκτήματα της μισθωτής εργασίας. Οι κάτοχοί τους υποτίθεται πως «δεν έχουν» ιδιοκτησία, έχουν όμως εργάτες στην υπηρεσία τους, στους οποίους αναθέτουν εξωτερικές εργασίες. Τελικά. όλες οι πλατφόρμες, παρά τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά τους, στηρίζονται σε τρία στοιχεία: στις ψηφιακές υποδομές, στη δικτύωσή τους και στην πολιτική των αυξομειώσεων των χρήσεων των υπηρεσιών τους -μικρές μειώσεις σ’ ένα κομμάτι και μεγάλες αυξήσεις σ’ ένα άλλο τομέα-, ώστε να «ξεγελούν» τους χρήστες τους. Δείτε τι συμβαίνει στα καθ’ ημάς με τις απάτες για μειώσεις των εταιρειών κινητής τηλεφωνίας.
Ο καπιταλισμός της ψευδαίσθησης
Ο καπιταλισμός του 21ου αιώνα ερωτεύτηκε τις πλατφόρμες. Θα συνεχιστεί, όμως, αυτός ο έρωτας; Κατά τον Σέρνιτσκ, αυτό εξαρτάται και από τις πλατφόρμες, αλλά και από την αντίσταση σ’ αυτές. Αν όλα συνεχιστούν, όπως ήδη λειτουργούν, οι πλατφόρμες θα συνεχίσουν να επεκτείνονται σε ολόκληρη την οικονομία και ο μεταξύ τους ανταγωνισμός, αλλά και αυτός με τους άλλους τομείς του καπιταλιστικού επιχειρείν, θα τις οδηγήσει σ’ ακόμη βαθύτερη περιχαράκωση.
Παρόλα αυτά, έχει μεγάλο δίκιο ο Σέρνιτσκ, όταν υποστηρίζει πως το μοντέλο ανάθεσης των πάντων σε εξωτερικούς συνεργάτες, έχει πλέον εξαντλήσει τις δυνατότητές του.
Ο καπιταλισμός της πλατφόρμας έχει την εγγενή τάση να κινείται προς την απόσπαση προσόδου για την παροχή υπηρεσιών. Γι’ αυτό και ο συγγραφέας θεωρεί πως η Amazon έχει περισσότερο μέλλον από τις Google, Facebook και ίσως και την Uber. Τα χαμηλά περιθώρια κέρδους θα συνεχίσουν ν’ αντισταθμίζονται από την περαιτέρω υποβάθμιση του κόστους και των συνθηκών εργασίας, ενώ και οι θέσεις εργασίας υψηλής εξειδίκευσης θα συνεχίσουν να μην μπορούν να εντάσσονται στις λιτές πλατφόρμες. Το περιβάλλον των πλατφορμών διαμορφώνεται από την επέκταση της εξαγωγής δεδομένων, τη διατήρηση της κυρίαρχης θέσης στην αγορά, τη σύγκλιση των αγορών και την περίφραξη των οικοσυστημάτων. Εξαγορές, συγχωνεύσεις και εξαγωγή δεδομένων μέσω περίκλειστων πλατφορμών – οι τρεις τάσεις των πλατφορμών. Παρόλα αυτά, έχει μεγάλο δίκιο ο Σέρνιτσκ όταν υποστηρίζει πως το μοντέλο ανάθεσης των πάντων σε εξωτερικούς συνεργάτες έχει πλέον εξαντλήσει τις δυνατότητές του.
Έτσι, τελικά, «για πολλές υπηρεσίες με χαμηλά περιθώρια κέρδους υπάρχουν δυο επιλογές: είτε να βάλουν λουκέτο είτε να μειώσουν το κόστος και να αυξήσουν τις τιμές» (σ. 134). Υπάρχει τρόπος ν’ αντισταθούν σ’ όλα αυτά κάποιες αντικαπιταλιστικές «πλατφόρμες»; Ναι, και αυτός εξαρτάται από την αντίσταση των ίδιων των εργαζόμενων, αλλά και από τους χρήστες τους. Ενώ στην ανάλυση της προϊστορίας και της πορείας προς τις πλατφόρμες, ο Σέρνιτσκ χάραξε πρωτοπόρους δρόμους, καθιστώντας αυτό το βιβλίο κλασικό από την πρώτη μέρα της κυκλοφορίας του, το 2016, οι «προβλέψεις» του για το μέλλον είναι σχετικά αδύναμες. Θα έλεγα μάλιστα πως το Επίμετρο των και μεταφραστών Γιώργου Μαριά και Αλέξανδρου Μινωτάκη είναι πιο πλούσιο όσον αφορά αυτό το ζήτημα. Εξάλλου, κρίσιμη είναι και η παρατήρησή τους πως οι πλατφόρμες είναι κομμάτι τις καπιταλιστικής επίθεσης στην εργατική τάξη. Η μετάφρασή τους, ως καλοί γνώστες και του αντικειμένου, είναι άψογη.
Ίσως ο καπιταλισμός της ψευδαίσθησης να αποτελέσει το προσεχές αντικείμενο των αναλύσεων για τους μετασχηματισμούς των καπιταλισμών.
Θα μπορούσαμε όμως να θεωρήσουμε πως οι πλατφόρμες είναι ο προθάλαμος του καπιταλισμού της ψευδαίσθησης; Σύμφωνα με τον Henning Meyer, διευθύνοντα σύμβουλο και αρχισυντάκτη του Social Europe, υπάρχουν πειστικά επιχειρήματα που μπορούν να υποστηρίξουν ότι μεταβαίνουμε από τον «Καπιταλισμό της Επιτήρησης» σε αυτόν που θα μπορούσε να ονομαστεί «Καπιταλισμός του Μπλε Χαπιού», μια αναφορά στην ταινία The Matrix, στην οποία η λήψη του μπλε χαπιού σήμαινε την επιλογή της άνετης ψευδαίσθησης έναντι της σκληρής πραγματικότητας. Ίσως ο καπιταλισμός της ψευδαίσθησης να αποτελέσει το προσεχές αντικείμενο των αναλύσεων για τους μετασχηματισμούς των καπιταλισμών.
*Ο ΓΙΩΡΓΟΣ ΣΙΑΚΑΝΤΑΡΗΣ είναι συγγραφέας και δρ. Κοινωνιολογίας. Το νέο του βιβλίο «Τι δημοκρατίες θα υπάρχουν το 2050; – Μεταδημοκρατία, μεταπολιτική, μετακόμματα» κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Αλεξάνδρεια.
Απόσπασμα από το βιβλίο
«Το πλέον διαβόητο τμήμα αυτών των εταιρειών είναι η εξωτερική ανάθεση εργασίας. Στις ΗΠΑ, αυτές οι πλατφόρμες ορίζουν νομικά τους εργαζομένους τους ως "ανεξάρτητους συνεργάτες" αντί για "υπαλλήλους". Αυτό επιτρέπει στις εταιρείες να περιορίζουν το εργατικό κόστος κατά 30%, περικόπτοντας τις παροχές, την πληρωμή υπερωριών, τις ημέρες ασθένειας και άλλες δαπάνες» (σ. 90).
Λίγα λόγια για τον συγγραφέα
O Nick Srnicek (προφέρεται Σέρνικ ή Σέρνιτσκ κατά τον ίδιο) είναι Καναδός ακαδηµαϊκός, ο οποίος εισήλθε στο προσκήνιο της κριτικής θεωρίας όταν στα απόνερα του παγκόσµιου κύµατος κινητοποιήσεων του 2011 συνέγραψε µαζί µε τον Alex Williams το accelerate manifesto (µανιφέστο για µια θεωρία της επιτάχυνσης). Λίγο αργότερα, επέκτειναν τις σκέψεις του σύντοµου µανιφέστου στο βιβλίο Inventing the future – Postcapitalism and a world without work, όπου καλούσαν την Αριστερά να οικειοποιηθεί τις αναπτυσσόµενες τεχνολογίες της εποχής µας προς όφελος ενός µέλλοντος χωρίς εργασία ως τη µόνη εναλλακτική απέναντι στο θετικό τεχνο-όραµα του νεοφιλελευθερισµού. Η θέση αυτή έµεινε γνωστή ως αριστερός επιταχυντισµός και είχε ευρύτερη απήχηση τόσο στην κριτική ριζοσπαστική θεωρία όσο και σε προοδευτικούς κινηµατικούς κύκλους.

Στη συνέχεια, συνέγραψε το παρόν βιβλίο (πρωτότυπος τίτλος: Platform capitalism), όπου αναλύονται οι πλατφόρµες ως καθοριστικό στοιχείο λειτουργίας του σύγχρονου καπιταλισµού και ως ηγεµονικό πρότυπο εντός του. Το τελευταίο του έργο, µε τίτλο After work, κυκλοφόρησε το 2023, το συνέγραψε από κοινού µε τη σύζυγό του, Helen Hester. Σε αυτό επανέρχονται στις θεµατικές των προηγούµενων βιβλίων του, επανεξετάζοντάς τες µέσα από µια φεµινιστική σκοπιά που εστιάζει στην οικιακή/αναπαραγωγική εργασία. Τα τελευταία χρόνια ζει στη Μ. Βρετανία και εργάζεται στο King’s College.
























