
Προδημοσίευση αποσπάσματος από τη νουβέλα της Έρσης Σωτηροπούλου «Σενιορίτα», η οποία θα κυκλοφορήσει στις 2 Απριλίου από τις εκδόσεις Πατάκη.
Επιμέλεια: Κώστας Αγοραστός
Πριν μισή ώρα ένιωθε περίφημα, ήταν σχεδόν ευτυχισμένη. Είχε κατέβει τις σκάλες στις μύτες των ποδιών της, ξεκλείδωσε την πόρτα κρατώντας την αναπνοή της, κι όταν βρέθηκε έξω παραβιάζοντας τις οδηγίες της φίλης της κι αντίκρισε αυτόν τον σταχτή ουρανό που την πλησίαζε φουσκώνοντας ανάλαφρα σαν πανί ιστιοφόρου, η καρδιά της πήγε να σπάσει. Της είχαν πει να μην κυκλοφορεί όταν σκοτεινιάζει. Είχε μείνει τρεις μέρες κλεισμένη. Η νύχτα εδώ άρχιζε στις πέντε το απόγευμα.
Είχε προχωρήσει γρήγορα κι όταν έφτασε στην πρώτη γωνία έστριψε κι άρχισε να τρέχει τον κατήφορο προς την Avenida. Στάθηκε στο φανάρι. Κόκκινο, πράσινο, κόκκινο.
Κάτι συνέβαινε στο απέναντι πεζοδρόμιο. Είχαν πανηγύρι, γιορτή. El lado malo de la Avenida. Ήταν η κακή πλευρά της Avenida. Κόσμος έτρεχε απ’ όλες τις μεριές. Μόνο υπηρέτριες και χωρικοί κυκλοφορούσαν εδώ με τα πόδια. Παράγκες με φαναράκια είχαν στηθεί στην άκρη του δρόμου, πλάι σε αυτοσχέδιες τέντες από κίτρινο μουσαμά και πάγκους φορτωμένους λουλούδια. Δυο κορίτσια πέρασαν μπροστά της πιασμένα σφιχτά χέρι χέρι με λοξό χαμόγελο και μάτια πλημμυρισμένα στο φως. Γύρισε να τις κοιτάξει. Γύρισαν κι αυτές. Ήταν κι οι δυο ξυπόλυτες.
Η νύχτα είχε αρχίσει να πέφτει, κομμάτια άσπρο σκοτάδι. Ο αέρας μύριζε καμένη καραμέλα. Μερικές γυναίκες χόρευαν. Πράσινο, κόκκινο. Τώρα είμαι απέναντι, σκέφτηκε ξαφνικά. Το φανάρι άλλαξε πάλι αλλά εκείνη βρισκόταν ήδη στο απέναντι πεζοδρόμιο χωρίς να διασχίσει τον δρόμο.
Κροτίδες έσκαγαν στο βάθος. Από κάπου ακούστηκε μουσική. Mια εκκλησία φάνηκε μισοκρυμμένη να διπλώνεται στα δύο σαν φιγούρα χαρτοκοπτικής. Η νύχτα είχε αρχίσει να πέφτει, κομμάτια άσπρο σκοτάδι. Ο αέρας μύριζε καμένη καραμέλα. Μερικές γυναίκες χόρευαν. Πράσινο, κόκκινο. Τώρα είμαι απέναντι, σκέφτηκε ξαφνικά. Το φανάρι άλλαξε πάλι αλλά εκείνη βρισκόταν ήδη στο απέναντι πεζοδρόμιο χωρίς να διασχίσει τον δρόμο. Όπως όταν ήταν μικρή κι έβαζε στοιχήματα με τον εαυτό της. Μπορώ να το κάνω, έχω τη δύναμη, ψιθύρισε, ενώ γλιστρούσε μέσα στο πλήθος. Βρέθηκε να προχωράει στα τυφλά ακολουθώντας τα πιο έντονα χρώματα, τα πιο σπαρταριστά κόκκινα, τα εκθαμβωτικά κίτρινα, τα πιο δραματικά μπλε, πίσω από τους μικροπωλητές με το ονειροπόλο ύφος, τους χωρικούς με τις καλαθούνες φορτωμένες αβοκάντο, τις υπηρέτριες που έσερναν σκυλάκια με μουσούδα ποντικού και καρό μποτίνια. Βεγγαλικά έσκιζαν τον ουρανό σείοντας τις φωτεινές ουρές τους. Δυο σακάτηδες πέρασαν μπροστά της ροβολώντας με τις πατερίτσες σαν σκιέρ. Τώρα είμαι απέναντι. Είμαι απέναντι. Κάποιος την έσπρωξε. Είδε έναν χωρικό μεσήλικα με μια κότα στη μασχάλη. Σκόνταψε σε μια πέτρα.
Το φανάρι ήταν κόκκινο. Εγώ είμαι απέναντι. Είμαι απέναντι. Ύστερα πρόσεξε τον ζητιάνο που είχε σταθεί δίπλα της. Μια φιγούρα ταλαιπωρημένη, μικροσκοπική, λίγο σκεβρωμένη, ακαθόριστη. Τον παρατήρησε με την άκρη του ματιού. Φαινόταν νέος και γέρος μαζί, μπορεί να ήταν παιδί. Ένα περίεργο πλάσμα, ρακένδυτο. Φορούσε παντόφλες από κομμάτια τσόχα δεμένα με σπάγκους. Κοίταζε με λαχτάρα το απέναντι πεζοδρόμιο. Τότε γιατί δεν διέσχισε τον δρόμο όταν το φανάρι ήταν πράσινο; Κι εσύ γιατί είσαι ακόμη εδώ; ρώτησε τον εαυτό της. Σαν να είχε κολλήσει μαζί της επειδή δεν έφυγε όταν το φανάρι έγινε πάλι πράσινο. Τα μάτια του έκαιγαν. Για κάποιο λόγο ήταν σίγουρη ότι δεν ήταν ζητιάνος.

Λίγα λόγια για το βιβλίο
Μια γυναίκα, μπλεγμένη τυχαία στην ατμόσφαιρα γιορτής στους δρόμους του Μεξικού, σκέφτεται την ταπείνωση του θανάτου, φυσάει το πένθος από τα πνευμόνια της όπως τον καπνό του τσιγάρου της και αγνοεί τις συστάσεις να μη βγαίνει μόνη της τη νύχτα – εξάλλου, τι πιο επικίνδυνο από τις εικόνες που ξεβράζει το μυαλό της;
Λίγα λόγια για τη συγγραφέα
Η Έρση Σωτηροπούλου γεννήθηκε στην Πάτρα. Σπούδασε Φιλοσοφία και Πολιτιστική Ανθρωπολογία στη Φλωρεντία και εργάστηκε ως µορφωτική σύµβουλος στην ελληνική πρεσβεία στη Ρώµη. Έχει εκδώσει µυθιστορήµατα, νουβέλες, συλλογές διηγηµάτων και ποίηση. Έχει γράψει σενάρια και έχει πειραµατιστεί µε διάφορα εκφραστικά µέσα, κυρίως στον χώρο της οπτικής και συγκεκριµένης ποίησης.
Έχει τιµηθεί µε το Κρατικό Βραβείο Μυθιστορήματος και µε το Βραβείο του περιοδικού Διαβάζω για το µυθιστόρηµα Ζιγκ ζαγκ στις νεραντζιές (εκδ. Πατάκη, επανέκδοση, 2020), µε το Βραβείο της Ακαδηµίας Αθηνών για το µυθιστόρηµα Εύα (εκδ. Πατάκη, 2009), που ήταν επίσης υποψήφιο στη γαλλική του έκδοση για το Prix du Livre Europeen, µε το Κρατικό Βραβείο Διηγήµατος για τη συλλογή Να νιώθεις µπλε, να ντύνεσαι κόκκινα (εκδ. Πατάκη, 2011) και µε το Βραβείο Ποίησης Dante Alighieri στην Ιταλία.
Το µυθιστόρηµά της Τι µένει από τη νύχτα (εκδ. Πατάκη, 2015) απέσπασε στη Γαλλία το Βραβείο Μεσόγειος Καλύτερου Ξένου Μυθιστορήµατος (Prix Mediterranee Etranger) και στις ΗΠΑ το Εθνικό βραβείο ALTA 2019 (µτφρ. Karen Emmerich).
Από τις εκδόσεις Πατάκη κυκλοφορούν επίσης τα μυθιστορήματά της Η φάρσα (2010, νέα έκδοση), Μπορείς; (2017, Βραβείο Literature.gr Ελληνική Λογοτεχνική Φράση της Χρονιάς), Δαμάζοντας το κτήνος (2025, νέα έκδοση), το ποιητικό έργο Άνθρωπος στη θάλασσα (2018), η συλλογή διηγημάτων Η τέχνη να μην αισθάνεσαι τίποτα (2022) και η νουβέλα Εορταστικό τριήμερο στα Γιάννενα (2025, νέα έκδοση). Έργα της έχουν µεταφραστεί στα αγγλικά, γερµανικά, γαλλικά, ισπανικά, σουηδικά, φινλανδικά, σλοβένικα, τουρκικά, αραβικά και ιταλικά.



















