
Η όπερα του Κλαούντιο Μοντεβέρντι «Ορφέας», σε μουσική διεύθυνση του Κωνσταντίνου Τερζάκη και σκηνοθεσία του Ουίλλιαμ Κέντριτζ, παρουσιάζεται για πρώτη φορά από την Εθνική Λυρική Σκηνή, σε μια μεγάλη συμπαραγωγή με το Φεστιβάλ του Γκλάιντμπορν και τη Μητροπολιτική Όπερα της Νέας Υόρκης, από τις 30 Οκτωβρίου και για 8 παραστάσεις, στην Αίθουσα Σταύρος Νιάρχος Εθνικής Λυρικής Σκηνής – ΚΠΙΣΝ.
Γράφει η Έλενα Χουζούρη
Το μακρινό 1997 είχαμε παρακολουθήσει και απολαύσει, για πρώτη φορά στην Ελλάδα, την όπερα του Κλαούντιο Μοντεβέρντι [1567-1643], «Ορφέας», στο Μέγαρο Μουσικής Αθηνών με την ορχήστρα Solisti Veneti, μαέστρο τον Κλαούντιο Σιμόνε και στους ρόλους του Ορφέα και της Ευρυδίκης, τον Γκρέκορυ Κούντε και την Τεστίλια Γκαζντία αντίστοιχα. Η υπενθύμιση γίνεται γιατί, εκτός από την αξέχαστη αισθητική εμπειρία, ο «Ορφέας» του Μοντεβέρντι δεν είναι απλώς μια ακόμη σπουδαία όπερα, αλλά η μητέρα του οπερατικού λυρικού θεάτρου, η απαρχή του, η γέννησή του. Γι’ αυτό κρίνουμε εξαιρετικά σημαντική –σταθμό θα την χαρακτηρίζαμε– την απόφαση της Εθνικής Λυρικής Σκηνής να ανεβάσει για πρώτη φορά στην Ιστορία της, την εμβληματική αυτή όπερα, σε συμπαραγωγή με το Φεστιβάλ του Γκλάιντμπορν και τη Μητροπολιτική Όπερα της Νέας Υόρκης, τον ερχόμενο Νοέμβριο.
Ο Μοντεβέρντι θεωρείται από τους σημαντικότερους μεταρρυθμιστές στην εξέλιξη του μουσικού γλωσσικού ιδιώματος και της μουσικής έκφρασης, και η μετάβαση αυτή από την Αναγέννηση και τα μανδριγάλια της στο μπαρόκ πραγματώνεται σε όλες τις εκφάνσεις της, στον «Ορφέα». Βεβαίως είχε προηγηθεί ο Τζάκομπο Πέρι [1561-1633] με τη «Δάφνη» και την «Ευρυδίκη» του, όμως ο Μοντεβέρντι ολοκληρώνει και σπάει όλα τα έως τότε κεκτημένα και γνωστά μουσικά όρια με τη δική του όπερα. Διότι απελευθερώνει την ακαμψία του ρετσιτατίβο, εισάγει φωνητικούς μηχανισμούς και χρησιμοποιεί στοιχεία αυτού που θα ονομαστεί πολύ αργότερα «βερισμός», δηλαδή πραγματικότητα. Τον συγκρίνουν μάλιστα με τον Σαίξπηρ και τον βερισμό της δικής του εποχής. Τελικά ο Μοντεβέρντι, με διάμεσο το λιμπρέτο του Αλεσσάντρο Στρίτζο συνθέτει ένα έργο όπου ο λόγος, η μουσική και η δράση συνδέονται έτσι ώστε να δημιουργείται ένα ενιαίο εκφραστικό σύμπαν. Η περίφημη άρια «Possente spirto» αποτυπώνει τη δύναμη της μουσικής να διεγείρει συναισθήματα και στοχασμούς, αλλά και αποκαλύπτει την τεχνική και εκφραστική δεξιοτεχνία του εκάστοτε ερμηνευτή.
Ο Μοντεβέρντι ολοκληρώνει και σπάει όλα τα έως τότε κεκτημένα και γνωστά μουσικά όρια με τη δική του όπερα. Διότι απελευθερώνει την ακαμψία του ρετσιτατίβο, εισάγει φωνητικούς μηχανισμούς και χρησιμοποιεί στοιχεία αυτού που θα ονομαστεί πολύ αργότερα «βερισμός».
Ο «Ορφέας» παρουσιάζεται αρχικά στις 22 Φεβρουαρίου 1607 στην «Ακαδημία των Ερωτευμένων» –όχι τυχαία μπορεί να φανταστεί κανείς– στη Μάντοβα και λίγες ημέρες αργότερα κάνει τη θριαμβευτική της εμφάνιση στην Αυλή του Δούκα Βιτσέντσο Γκονζάνγκα της Μάντοβας. Η όπερα βασίζεται βέβαια στον αρχαιοελληνικό μύθο του Ορφέα και της Ευρυδίκης, που δεν είναι παρά ένας υπέρτατος ύμνος στον έρωτα, στην απώλεια και στον θάνατο εξαιτίας του.
Η όπερα του Μοντεβέρντι ανοίγει μεταφέροντάς μας στις πεδιάδες της Θράκης, μέσα σε μια ατμόσφαιρα χαράς καθώς ο Ορφέας και η Ευρυδίκη, περιτριγυρισμένοι από νύμφες και βοσκούς ετοιμάζονται να γιορτάζουν τον γάμο τους. Δεν προλαβαίνουν όμως να χαρούν γιατί η Ευρυδίκη εξαφανίζεται και αμέσως μετά έρχεται η είδηση του ξαφνικού θανάτου της, οπότε η χαρούμενη γιορτή μετατρέπεται σε θρήνο. Ο ερωτευμένος όμως Ορφέας αρνείται να δεχθεί την ξαφνική απώλεια της αγαπημένης του και αποφασίζει να κατέβει ο ίδιος στον Άδη για να τη φέρει πίσω, στον κόσμο των ζωντανών. Πώς όμως θα ξεγελάσει τον Χάρο και τις σκοτεινές θεότητες του Άδη; Με τη μουσική και το τραγούδι του. Και πραγματικά το καταφέρνει. Ακόμη και ο Πλούτωνας, ο θεός του Άδη, πείθεται και τελικά υποχωρεί να επιστραφεί η Ευρυδίκη στον Ορφέα. Θέτει όμως έναν όρο: Ο Ορφέας δεν πρέπει να γυρίσει να κοιτάξει την Ευρυδίκη μέχρι να βγουν από τον Άδη και να φτάσουν στον κόσμο των ζωντανών. Ωστόσο εκείνος δεν αντέχει και λίγο πριν ανέβουν επάνω γυρίζει και την κοιτάζει. Κι έτσι τη χάνει για πάντα. Επιστρέφοντας στη Θράκη ο Ορφέας βυθίζεται στην απελπισία έως την εμφάνιση του Απόλλωνα, που τον καλεί να υπερβεί τον επίγειο πόνο του και να ανέλθει μαζί τους στους ουρανούς.

Ωστόσο, στην σκηνοθετική προσέγγιση του Ουίλιαμ Κέντριτζ, ο «Ορφέας» δεν είναι μόνο μια ιστορία έρωτα και απώλειας αλλά και μια ιστορία για τη δύναμη της τέχνης που μπορεί να στέκεται απέναντι στον θάνατο και να τον υπερβαίνει, όπως στην περίπτωση της μουσικής και του τραγουδιού του Ορφέα. Άλλωστε η ίδια η όπερα του Μοντεβέρντι ξεκινά με την αλληγορική μορφή της Μουσικής, η οποία τελικά κινεί ολόκληρη τη σκηνική δράση. Ακριβώς αυτή η σχέση ανάμεσα στη μουσική, την εικόνα και τη δύναμη της καλλιτεχνικής δημιουργίας βρίσκεται στο επίκεντρο της σκηνοθετικής ματιάς του Κέντριτζ. Για αυτόν ο μύθος γίνεται έμπνευση για ένα πολυεπίπεδο εικαστικό σύμπαν όπου η δημιουργία, η μνήμη, η απώλεια και ο χρόνος συνυπάρχουν. Σημαντικό σημείο αναφοράς για τη σκηνοθετική ανάγνωση του Κέντριτζ είναι και η ποιητική εκδοχή του μύθου από τον Γερμανό ποιητή Ράινερ Μαρία Ρίλκε. Έτσι, εμπνευσμένη από τον κόσμο του Ρίλκε, η παράσταση μεταφέρει τη δράση γύρω στα 1910, ώστε ο αρχαίος μύθος να συναντά την νεότερη Ιστορία. Άλλωστε η ίδια η μουσική του Μοντεβέρντι με την ανοιχτότητά της δίνει τη δυνατότητα για περισσότερες από μία σκηνοθετικές προσεγγίσεις.
Η πρώτη παρουσίαση της συγκεκριμένης παραγωγής του «Ορφέα» με την σκηνοθετική σφραγίδα του Ουίλιαμ Κέντριτζ [Νότια Αφρική, 1955], παρουσιάστηκε τον περασμένο Ιούνιο στο Φεστιβάλ του Γκλάιντμπορν και απέσπασε θερμές κριτικές. Η βρετανική Guardian επισήμανε την «εκρηκτική δημιουργικότητα» του σκηνοθέτη και ο Obserber, με τη σειρά του έγραψε για «την πλούσια, τολμηρή, αντιπαραθετική εικαστική γλώσσα» της παράστασης. Η παράσταση που θα δούμε στην κεντρική σκηνή της ΕΛΣ είναι συμπαραγωγή με το Φεστιβάλ του Γκλάιντμπορν και της Μητροπολιτικής Όπερας της Νέας Υόρκης. Εκτός από τον Ουίλιαμ Κέντριτζ, η ενορχήστρωση είναι του Νίκο Μιούλυ, η μουσική διεύθυνση του Κωνσταντίνου Τερζάκη, τα σκηνικά της Σαμπίν Τώυνισσεν, τα κοστούμια της Γκρέτα Χόρις και η χορογραφία του Γκρέκορυ Μακόμα, τη χορωδία διευθύνει ο Αγαθάγγελος Γεωργακάτος. Τους πρωταγωνιστικούς ρόλους κρατούν: Ορφέας, ο τενόρος Χρήστος Κεχρής, Ευρυδίκη και Μουσική, η υψίφωνος Μαρία Κωστάκη, Πλούτωνας ο βαθύφωνος Πέτρος Μαγουλάς, Αγγελιοφόρος η μεσόφωνος Μαίρη-Έλεν Νέζη και πρώτος βοσκός ο τενόρος Γιάννης Καλύβας.
Οι ημέρες των παραστάσεων είναι: 30 Οκτ 2026 και 01, 04, 06, 08, 10, 12, 14 Νοε 2026
Για περισσότερες πληροφορίες εδώ.
* Η ΕΛΕΝΑ ΧΟΥΖΟΥΡΗ είναι συγγραφέας και δημοσιογράφος. Το βιβλίο της «“Ψυχή ντυμένη αέρα” – Ανθούλα Σταθοπούλου-Βαφοπούλου: Η μούσα της μεσοπολεμικής Θεσσαλονίκης» κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Επίκεντρο.






















