ΑΧ ΑΥΤΟ ΤΟ ΦΟΒΕΡΟ ΚΟΥΤΣΟ, αχ αυτό το τρομερό σακάτεμα από γειτονιά σε γειτονιά, μέχρι να σε βρω ξανά, Γκαμπριέλα, να σε συναντήσω, το τραμ πια δεν το μπορώ, νιώθω ανακατωσούρες, η παραμικρή κίνηση μου φέρνει ναυτία, θέλω να ξεράσω αλλά να ξεράσω τι, αφού δεν τρώω τίποτα, τις προάλλες σχεδόν λιποθύμησα, ντρογκάτα, ντρογκάτα, ψιθυρίζουν οι κυράτσες, ε ναι, τι άλλο να είμαι, ένα πρεζόνι που σέρνεται πίσω απο κάτι ονειρεμένο, και του στερούν τη δόση, εγω όμως συνεχίζω να τρέχω, σε αυτό το εξευτελιστικό κουτσό, να χτυπάω πόρτες, να συναντάω ανθρώπους που σιχαίνομαι, ανθρώπους που μισώ, ανθρώπους που ζηλεύω, αλλα ποιός ξέρει, μπορεί για χάρη σου και να τους αγαπήσω, φτάνει να σε βρω.
Ρώμη, τέλη της δεκαετίας του ‘70. Η Νόρα, μια Ελληνίδα φοιτήτρια, περιπλανιέται στους δρόμους και τις συνοικίες της Ρώμης, στο φοιτητικό Σαν Λορέντσο, στο μυθικό Τραστέβερε, κατα μήκος του Τίβερη, αναζητώντας την αγαπημένη της Γκαμπριέλα, που έχει εξαφανιστεί. Ο εκστατικός έρωτας στα «χρόνια της απελπισίας», στον απόηχο της εκπνοής των φοιτητικών κινητοποιήσεων, της όξυνσης της τρομοκρατίας αλλά και της κριτικής της ένοπλης πάλης. Η ανάδυση της επιθυμίας ως επαναστατικής δύναμης, την εποχή της κάμψης των συλλογικών κινημάτων (Από την παρουσίαση στο οπισθόφυλλο του βιβλίου)




















