
Για τη μελέτη του Άρη Ασπρούλη «Ο μελαγχολικός εργάτης. Η σιωπηρή πλευρά των εργασιακών σχέσεων την εποχή της Κρίσης – Το παράδειγμα της Μεγαλόπολης» (πρόλογος: Ευαγγελία Καλεράντε, Κάπα εκδοτική).
Γράφει η Άννα Λυδάκη
Στις παραδοσιακές κοινωνίες, όταν συναντούσαν έναν άγνωστο, η βασική ερώτηση που του έκαναν ήταν «τίνος είσαι;» και η απάντηση έδινε πληροφορίες, κατά κάποιον τρόπο, για το ποιόν του άλλου. Ο κυκλικός χρόνος της ζωής (ό,τι έγινε θα ξαναγίνει στο γύρισμα του χρόνου) δεν άφηνε αμφιβολίες για το κοινωνικοατομικό καθεστώς του άλλου: Ο γιος του γεωργού θα ήταν γεωργός, ο γιος του ψαρά θα ήταν ψαράς κ.ο.κ. Από τη νεωτερικότητα και μετά, όταν ο χρόνος γίνεται γραμμικός και εμφανίζεται το γονεϊκό σχέδιο και η έννοια της σταδιοδρομίας, προκειμένου να σχηματίσουμε μια εικόνα για τον άλλο ρωτάμε «τι δουλειά κάνεις;».
Η ερώτηση αυτή υποδηλώνει ότι η εργασία γίνεται αναπόσπαστο και καθοριστικό μέρος της ατομικής και κοινωνικής ταυτότητας. Δηλαδή, πέρα από τους θεσμοθετημένους κανόνες και τη γραφειοκρατία που ορίζουν το εργασιακό καθεστώς, υπάρχει μια «σιωπηλή» πλευρά της εργασίας, άτυπα δίκτυα εξουσίας που ορίζουν τις ζωές των ανθρώπων εντός και εκτός δουλειάς.
Τα παραπάνω αθέατα στοιχεία της εργασίας και τον σημαντικό ρόλο που παίζουν στην ψυχοκοινωνική ταυτότητα και το πώς ερμηνεύουν οι ίδιοι οι εργαζόμενοι τις καταστάσεις που βιώνουν φέρει στο φως ο Άρης Ασπρούλης μέσα από τα λόγια των ίδιων των εργαζομένων στο ιδιαίτερα ενδιαφέρον βιβλίο του Ο μελαγχολικός εργάτης.
Ως μελέτη περίπτωσης επιλέγει για την επιτόπια έρευνά του τη μονάδα της ΔΕΗ στη Μεγαλόπολη κατά τη διάρκεια της Κρίσης της δεκαετίας του 2010. Είναι ένα εργοστάσιο το οποίο εμπεριέχει όλα τα στάδια της διαδικασίας παραγωγής ρεύματος, από την εξόρυξη του λιγνίτη έως την παραγωγή ρεύματος και ταυτόχρονα στον ίδιο χώρο συνυπάρχουν όλα τα πόστα απασχόλησης, από υψηλόβαθμους διοικητικούς υπαλλήλους έως ανειδίκευτους εργάτες και εργολαβικά συνεργεία.
Η υγεία των εργαζομένων στο εργοστάσιο, ψυχική και σωματική, επιβαρύνεται, όπως λένε οι ίδιοι, ειδικά στα ορυχεία που δουλεύουν 24 ώρες:
«Αυτή η μυρωδιά που νιώθεις παντού στα ορυχεία είναι η μυρωδιά του λιγνίτη. Δεν σε ενοχλεί. Και αυτό είναι το πρόβλημα Δεν την καταλαβαίνεις τη ζημιά. Επίσης, δεν τον μυρίζεις ακριβώς. Τον λιγνίτη στην πραγματικότητα τον καταπίνεις, τον τρως. Τα σωματίδια που υπάρχουν στην ατμόσφαιρα είναι τόσο πυκνά που τα καταπίνουμε τώρα – κι εσύ, κι εγώ. Για αυτό και ο καρκίνος, εμάς που δουλεύουμε στα ορυχεία, μας χτυπάει στο έντερο, να ξέρεις. Το ζήτημα είναι να σε χτυπήσει αφού βγεις τη σύνταξη, να έχεις ζήσει και λίγο. Να μην πεθάνουμε εδώ μέσα. Οι 7 στους 10 έχουνε καρκίνο…»
Και τα ατυχήματα δεν σπανίζουν:
«Και να σου πω και κάτι: Εγώ πιστεύω ότι η Μεγαλόπολη έχει άγιο. Το εργοστάσιο εδώ, ναι, έχει άγιο. Έχουν γίνει πολλά ατυχήματα, αλλά μπροστά σε αυτά που θα μπορούσαν να έχουν συμβεί πιστεύω ότι ο κόσμος που εργάζεται εδώ ίσως έχει άγιο»
Άλλωστε, μια πινακίδα σε περίοπτη θέση προειδοποιεί:
«Συνάδελφε, σκέψου: Η οικογένειά σου σε περιμένει να γυρίσεις»
Όμως, απ’ όταν άρχισε η συστηματική αξιοποίηση των κοιτασμάτων λιγνίτη της περιοχής της Μεγαλόπολης, τη δεκαετία του 1970, οι αγρότες παραβλέπουν τις βλάβες στην υγεία τους και επιδιώκουν την ένταξή τους στο προσωπικό ως λύση για τα προβλήματά τους και την απόκτηση κοινωνικού κύρους στην τοπική κοινότητα. Ωστόσο, τα πράγματα παίρνουν άλλη μορφή κατά τη διάρκεια της Κρίσης του 2010 και λίγο πριν, διαπιστώνει ο Ασπρούλης.

Η Κρίση
Τη δεκαετία της Κρίσης γίνονται περικοπές στους μισθούς και στο εργοστάσιο δεν γίνονται προσλήψεις, με αποτέλεσμα η μείωση του προσωπικού να προκαλεί πίεση, γκρίνια και απογοήτευση: «όταν πρέπει να κάνεις 40 δουλειές ταυτόχρονα οι κίνδυνοι μεγαλώνουν… Και το εργοστάσιο παλιώνει κι εμείς γινόμαστε πιο απρόσεκτοι…» λένε εργαζόμενοι. Γίνονται πιο απρόσεκτοι, παραλείπουν τον εξοπλισμό, το κράνος γιατί τους ζεσταίνει και τις ωτοασπίδες για να μπορούν να μιλούν, τα γυαλιά για να βλέπουν καλύτερα, αφού μεγαλώνουν και αυξάνει ο μέσος όρος ηλικίας των εργαζομένων. Και καθώς οι συνθήκες εργασίας διαφοροποιούνται, αλλάζουν και οι εργασιακές αξίες, όπως και οι ίδιοι οι εργαζόμενοι.
Ο φόβος και η ανασφάλεια κυριαρχούν, οι προσδοκίες διαψεύδονται και τα όνειρα για το μέλλον φαίνονται άπιαστα καθώς θολώνουν σ’ ένα σκοτεινό ορίζοντα.
Οι εργαζόμενοι βλέπουν τη ζωή τους να αλλάζει και μια δουλειά που έδινε υποσχέσεις για σταθερότητα και τους επέτρεπε να σχεδιάζουν το μέλλον τους και να κάνουν όνειρα τώρα είναι αβέβαιη, δεν ξέρουν τι τους περιμένει. Η απορρύθμιση των εργασιακών σχέσεων και η αβεβαιότητα προκαλούν άγχος για απροειδοποίητη ανεργία και φτώχεια για τους ίδιους και τα παιδιά τους, γεγονός που έχει συνέπειες και στις οικογενειακές και τις κοινωνικές τους σχέσεις. Προοδευτικά κλείνονται στον εαυτό τους, μελαγχολούν και απομονώνονται, αποξενώνονται από τους συναδέλφους, δεν εμπιστεύονται κανένα και γίνονται κυνικοί καθώς πιστεύουν ότι αυτοί που έχουν τα «μέσα» επιβιώνουν: «Τώρα ο καλός ρουφιάνος είναι πιο χρήσιμος… Δεν υπάρχουν φίλοι». Ταυτόχρονα είναι πεπεισμένοι ότι θεσμοί, κράτος και συνδικάτα αδιαφορούν.
Όλη μας η ζωή ήταν εδώ, σ’ αυτή τη δουλειά. Ακόμη και άνθρωποι που συνταξιοδοτήθηκαν έρχονταν εδώ στο συνεργείο το πρωί για να πιούν καφέ…
Και το εργοστάσιο από τόπος συνάντησης με φίλους γίνεται ένας χώρος δίχως καμιά χαρά: «Δεν υπάρχουν όνειρα για το μέλλον πια. Τίποτα. Κάποτε εδώ είχαμε ζωή… 30 άτομα ήμασταν στο συνεργείο, τώρα έχουμε μείνει 5… Όλη μας η ζωή ήταν εδώ, σ’ αυτή τη δουλειά. Ακόμη και άνθρωποι που συνταξιοδοτήθηκαν έρχονταν εδώ στο συνεργείο το πρωί για να πιούν καφέ… Ερχόμασταν εδώ χαρούμενοι με την έννοια ότι εδώ συναναστρέφεσαι με κόσμο, συνεργάζεσαι, δημιουργείς κάτι πραγματικά σπουδαίο, προσφέρεις έργο. Τώρα έρχομαι με το ζόρι – όνειρα δεν υπάρχουν, καμιά προοπτική, κομμένες ελπίδες, όλα ναυαγούν…», λέει 49χρονος.

Στην πολύ αξιόλογη μελέτη του Άρη Ασπρούλη στο εργοστάσιο της ΔΕΗ στη Μεγαλόπολη και μέσα από τα λόγια των εργαζομένων αναδεικνύεται το αθέατο κομμάτι της εργασίας, οι «σιωπηλές» συμβάσεις της κάθε εργασίας που -ειδικά σε περιόδους κρίσης- μπορεί να διαμορφώσει τις εργασιακές αξίες και, εντέλει, να ορίσει την ψυχοκοινωνική ταυτότητα και τις σχέσεις, την ίδια τη ζωή των ανθρώπων.
* Η ΑΝΝΑ ΛΥΔΑΚΗ είναι ομότιμη καθηγήτρια Κοινωνιολογίας στο Πάντειο Πανεπιστήμιο. Τελευταίο έργο της, Ο άνθρωπος και τα άλλα ζώα (εισαγωγή, επιμέλεια, εκδ. Παπαζήση).
Λίγα λόγια για τον συγγραφέα
Ο Άρης Ασπρούλης είναι Αριστούχος Διδάκτωρ του Τμήματος Κοινωνικής Πολιτικής του Παντείου Πανεπιστημίου, με γνωστικό αντικείμενο την Κοινωνιολογία της Εργασίας.

Έχει διδάξει Κοινωνιολογία της Εργασίας και Ψηφιοποίηση και Νέες Μορφές Εργασίας στο Πάντειο Πανεπιστήμιο και Κοινωνιολογία της Εργασίας με έμφαση στις περιόδους κρίσης, στη μετανάστευση και στα ζητήματα έμφυλων ανισοτήτων στο Πανεπιστήμιο Δυτικής Μακεδονίας. Διδάσκει στα Προγράμματα Μεταπτυχιακών Σπουδών «Επιστήμες της Αγωγής: Η Αξιολόγηση στην Εκπαίδευση και στη Διά Βίου Κατάρτιση - Επιμόρφωση» του Πανεπιστημίου Δυτικής Μακεδονίας και «Δημιουργική Γραφή, Θέατρο και Πολιτιστικές Βιομηχανίες» του Πανεπιστημίου Πελοποννήσου. Έχει δημοσιεύσει σε διεθνή και ελληνικά επιστημονικά περιοδικά. Στον τομέα του πολιτισμού εργάζεται ως θεατρικός συγγραφέας, ενώ διατελεί, από το 2014 Διευθυντής Επικοινωνίας του Θεάτρου Τέχνης Καρόλου Κουν, από το 2024 Διευθυντής Επικοινωνίας του Δημοτικού Θεάτρου Πειραιά και από το 2015 Σύμβουλος Επικοινωνίας του Πολιτιστικού Οργανισμού «Λυκόφως».























