
Για την ανθολογία ποιημάτων «Άφθαρτοι στίχοι για φθαρτά σώματα» (επιλογή: Χριστίνα Λιναρδάκη, εκδ. Μετρονόμος). Εικόνα: Η ανθολόγος Χρ. Λιναρδάκη.
Γράφει η Σοφία Βούλγαρη
Στην παρουσίαση της ανθολογίας ποιημάτων Άφθαρτοι στίχοι για φθαρτά σώματα που έγινε στις 26 Σεπτεμβρίου στο βιβλιοπωλείο «Ιανός» της Θεσσαλονίκης συμμετείχαν οι Σοφία Βούλγαρη (Αν. Καθηγήτρια Νεοελληνικής Φιλολογίας, Δημοκρίτειο Πανεπιστήμιο), Γεωργία Ντεμίρη (Διδάκτωρ Νεοελληνικής Φιλολογίας) και Χριστίνα Λιναρδάκη (Ανθολόγος). Ένα βιβλίο όπου το ποίημα γίνεται χώρος ορατότητας και εξομολόγησης.
Ακολουθούν όσα είπε στην παρουσίαση του βιβλίου η Σοφία Βούλγαρη
Σε μια εποχή παγκόσμιων κρίσεων, ανακατατάξεων και αντιφάσεων κι ενώ η ρητορική του μίσους επιχειρεί να καταργήσει τον ανθρωπισμό ισοπεδώνοντας την ανεκτικότητα και την αλληλεγγύη, η ποίηση της αναπηρίας, η οποία όλο και περισσότερο διαβάζεται και συζητιέται τα τελευταία χρόνια διεθνώς, εγκαθιστά έναν δυναμικό λόγο για τη συμπερίληψη και αντιτάσσει στην περιθωριοποίηση των ανθρώπων που πάσχουν από κάποια νόσο ή ζουν με κάποια αναπηρία τη δυνατότητα ανάδυσης μιας συλλογικής ταυτότητας η οποία υπερβαίνει τον κοινωνικό αποκλεισμό, αρνείται τον στιγματισμό και επιζητά τη δίκαιη μεταχείριση. Σε αυτό το κίνημα, που τα τελευταία χρόνια αποκτά φωνή και υπόσταση και στην Ελλάδα, ορίζοντας ένα πεδίο πολιτικής αντίστασης και κοινωνικής διεκδίκησης όπου το ατομικό και το συλλογικό συμπλέκονται, εντάσσεται η ανθολογία Άφθαρτοι στίχοι για φθαρτά σώματα, σε επιμέλεια της Χριστίνας Λιναρδάκη, με κείμενα ποιητριών και ποιητών τα οποία επικεντρώνονται στην αναπηρία και την ασθένεια όπως την βιώνουν και όπως την βλέπουν, στις διάφορες διαστάσεις, εκφάνσεις και συνιστώσες της, οι ίδιες/ίδιοι.
Τα «αυτοπαθογραφικά» αυτά κείμενα αποτελούν γέφυρες, κατωφλιακούς χώρους συνάντησης συγγραφέων και αναγνωστών, χώρους ηθικής απόφασης και στάσης, ορατότητας και εξομολόγησης, αναμέτρησης με αυτό που δύσκολα περιγράφεται, δύσκολα λέγεται. Γιατί στα κείμενα αυτά το σώμα μιλάει, προσπαθεί να μιλήσει, να πει τον πόνο, να διεκδικήσει την ορατότητά του, να αρθρώσει τη φθαρτότητα και την αδυναμία του, να αντιπαρατεθεί στη σιωπή, την άγνοια, την περιθωριοποίηση – να γεμίσει τα κενά κατανόησης που έχουν οι «κανονικοί», οι «υγιείς», οι οποίοι δεν είναι, δεν είμαστε, παρά «προσωρινά υγιείς»1 ή, αλλιώς, «δυνάμει ασθενείς». Διότι η ποίηση της νόσου και της αναπηρίας δεν είναι μόνο καταγγελία, εξομολόγηση, αναμέτρηση, έκφραση ή/και δοκιμαστική απελευθέρωση· είναι κυρίως το σημείο όπου αποκαλύπτεται η ριζική ευαλωτότητα και η θνητότητα, έννοιες που ορίζουν και καθορίζουν την ανθρωπινότητα.
Η αμηχανία, η ενοχή, ίσως, της «προσωρινά υγιούς» αναγνώστριας, δεν μπορεί να υπερκαλύψει, τελικά, εντελώς μια, κατά προσέγγιση έστω, ταύτιση με αυτήν/αυτόν που νοσεί όχι μόνο μέσω του φόβου ή μέσω του δέους προς αυτό που μπορεί να βιώνεται ή να γίνεται αντιληπτό ως «άχρηστη ζωή», ως ζωή στο όριο, αλλά κυρίως μέσω της υπενθύμισης του τυχαίου της ζωής και της ύπαρξης: της ριζικής επισφάλειας που χαρακτηρίζει την ανθρώπινη μοίρα. Όπως γράφει ο Κωνσταντίνος Σύρμος στο ποίημα «Σαν μαύρη έρημος» (σ. 83):
θέλω να πω πως είμαστε όλοι αγνοούμενοι
Είμαστε όλοι τυχαίες μοίρες
είμαστε όλοι γλυπτά
εκείνης της μαύρης αμμουδιάς
που κάποτε ξέβρασε έναν γλύπτη
Μόλις ανοίξαμε τα μάτια
εκείνος είχε χαθεί
Για τον Βασίλη Αμανατίδη η ίδια η νόσος είναι γλύπτρια:
η νόσος μου είναι γλύπτρια. Σμιλεύει πάνω μου καθημερινά το νέο μου καλούπι. Με θέλει πιο σκυφτό; Με ξαναφτιάχνει με κύφωση. Με θέλει πιο γυρτό; Με σπρώχνει μήνες προς τη μια πλευρά μου, και μου πλάθει και σκολίωση. («Σημείωμα», σ. 25)
Αλλά «η νόσος είναι ο θεός», γράφει σε άλλο ποίημα ο Αμανατίδης: «έρχεται σαν αποκάλυψη. Την αρνείσαι, την υποδέχεσαι, σε κατακλύζει». («Η νόσος είναι ο θεός», σ. 27)
Όταν το σώμα μιλάει
Και σαν θεός η νόσος παραμένει παντοδύναμη, αόρατη και ασύλληπτη. Στην ανθολογία αυτή, στην ποίηση της νόσου και της αναπηρίας, το σώμα μιλάει, διεκδικεί τον λόγο του. Η ποίηση αντιμάχεται την κενότητα. Προσπαθεί να γεμίσει τη σιωπή με νόημα, την έλλειψη με πληρότητα, το σκοτάδι με φως. Η ποίηση της νόσου και της αναπηρίας είναι όμως το αποκορύφωμα ίσως της αναμέτρησης της γλώσσας με το ανείπωτο, το απερίγραπτο, με αυτό που πονάει τόσο, που διαφεύγει τόσο, που αγγίζει το όριο της έκφρασης. Πώς να μιλήσεις για το σώμα που φθίνει, για το μυαλό που χάνεται; Ποια γλώσσα πρέπει να εφεύρεις;
Μήπως η νόσος είναι το πεδίο όπου η κυριολεξία και μεταφορά συγκρούονται μεταξύ τους, το όριο που απογυμνώνει τη μεταφορά, όπου ο μεταφορικός λόγος ισοπεδώνεται και συνθλίβεται από την πραγματικότητα;
Για αυτό η ποίηση της νόσου και της αναπηρίας δοκιμάζει όποιους δρόμους μπορεί για να εκδηλωθεί, ταλαντεύεται μεταξύ κυριολεξίας και μεταφοράς («οι νευρώνες μου γίνονται νεκρώνες / θάλαμοι λήθης / καλυμμένοι με τέφρα / λειτουργικότητας και αναμνήσεων», γράφει η Πηνελόπη Αλεξίου, σ. 24, «ο μυελός μου / ένα πεδίο μάχης», γράφει η Χριστίνα Λιναρδάκη, σ. 57), καταδεικνύοντας τα όρια και των δύο – αφού η νόσος αντιστέκεται στην κοινή αντίληψη και την τρέχουσα γλωσσική σύμβαση, μοιάζει να διανοίγει αδιάβατα μονοπάτια. Μήπως η νόσος είναι το πεδίο όπου η κυριολεξία και μεταφορά συγκρούονται μεταξύ τους, το όριο που απογυμνώνει τη μεταφορά, όπου ο μεταφορικός λόγος ισοπεδώνεται και συνθλίβεται από την πραγματικότητα; Το ποίημα «Πεταλούδες» της Χ. Λιναρδάκη (σ. 58) δείχνει τη σύγκρουση αυτή, τη ριζική απομάγευση που χαρακτηρίζει το βίωμα της νόσου:
Μπλε και πράσινες πεταλούδες
χύμα
μέσα σε άσπρα κουτιά
στα ράφια του εγχυτηρίου
Θα ήταν ωραιότερες
κι απ’ το πιο ωραίο ηλιοβασίλεμα
αν δεν ήταν από κείνες
που προορίζονται για ορούς
Η μεταφορά ωστόσο, από την άλλη μεριά, απελευθερώνεται στην ποίηση της νόσου και της αναπηρίας από την αρνητική ερμηνεία της Σούζαν Σόνταγκ2, η οποία εστιάζει στις μεταφορές της ασθένειας και την κοινωνική τους χρήση, που νοθεύει και διαστρεβλώνει το βίωμα και την αλήθεια σχετικά με την ασθένεια. Η αυτοπαθογραφική ποίηση, όσο κι αν αποδομεί τη λειτουργία της μεταφοράς ως εργαλείου μυθοποίησης, ωραιοποίησης, δαιμονοποίησης ή περιθωριοποίησης της ασθένειας, είναι διαποτισμένη από το ανείπωτο, από τον αγώνα της γλώσσας να δώσει φωνή στο σώμα – έναν αγώνα που παράγει το ποιητικό μέσα από την αντίσταση σε αυτό.
Η δοκιμασία του σώματος
Υποβόσκει όμως πίσω και μέσα στην ποίηση αυτή ο κίνδυνος της αυτο-ακύρωσης, ο τρόμος του κενού και του ανώφελου, η δαμόκλειος σπάθη της ματαιότητας. Τι νόημα έχει η ποίηση, όταν το σώμα καταρρέει; «Αυτά δεν είναι ποιήματα» μας ανακοινώνει σε τίτλο κείμενου που υποτίθεται ότι είναι ποίημα, πετώντας στα μούτρα της αναγνώστριας την οξύτητα του οξύμωρου, η Δανάη Σιώζου: είναι η εμπειρία του σώματος που δεν μας ανήκει πια, που παραδίδεται στην επιστήμη και «μου φωνάζει για τον πόνο» (σ. 73). Αυτά λοιπόν δεν είναι ποιήματα. Είναι η δοκιμασία του σώματος, σε μια μεθόριο που δεν έχει όνομα, όπου η ανάγκη για επικοινωνία προσκρούει στην επίγνωση της αδυνατότητάς της και καταφεύγει στην οδυνηρή (τόσο για την ποιήτρια όσο και για την αναγνώστρια) ειρωνεία και τον αυτο-σαρκασμό – χαστούκι στο πρόσωπο των αναγνωστών και των λογοτεχνικών κριτικών.
«Η νοσηλεία στο ψυχιατρείο», γράφει ο Μανώλης Νανούρης στο ποίημα «Το πρώτο άσυλο» / δεν είναι λέξεις γραμμένες σε χαρτί, / δεν είναι διαγωνιστικό ποίημα / με έπαθλο το χειροκρότημα του κόσμου. / Είναι κραυγές αποκλεισμένες στο περιθώριο / για ένα μήνα, δύο μήνες, για μια ζωή» (σ. 67). Ενώ το ποίημα της Ειρήνη Παραδεισιάνου με τον αυτο-υπονομευτικό τίτλο «Ποιητική» (σ. 70) εκθέτει τους όρους μιας ποιητικής που χλευάζει κάθε ποιητική αυταρέσκεια, αλλά θέτει το κρίσιμο ερώτημα μιας ποιητικής της αναπηρίας και της νόσου:
Κάποτε θα καταφέρω να μιλήσω
για το κομμάτι σίδερο
που’ χω καρφωμένο στα σπλάχνα
για το μέταλλο που σπρώχνει το μεδούλι
στις δυο χαράδρες
δεξιά κι αριστερά στους κροτάφους
και δεν αφήνει τα μάτια να δουν τίποτα
πέρα απ’ το βουνό της άγριας λαχτάρας.
Μέχρι τότε
ας αρκούμαι σε ασκήσεις ύφους
που μύωπες οι ειδήμονες
θα βαφτίζουν ποιήματα.
Ω, είναι ωραίο να σε λένε ποιήτρια.
Είναι κι αυτό μια δίκαιη ανταλλαγή.
Δίνεις τα σπλάχνα σου, παίρνεις τον τίτλο.
*Η ΣΟΦΙΑ ΒΟΥΛΓΑΡΗ είναι Αναπληρώτρια καθηγήτρια στο Δημοκρίτειο Πανεπιστήμιο Θράκης.
1Bλ. Χ. Λιναρδάκη «Ανιχνεύοντας την υπόθεση μιας ελληνικής ποίησης της αναπηρίας», Poetry Crisis, University of Michigan, https://sites.lsa.umich.edu/poetrycrisis/2026/08/29/χριστίνα-λιναρδάκη-ανιχνεύοντας-την/ …., 29/8/2026, 5.
2Σ. Σόνταγκ, Η νόσος ως μεταφορά/Το ΑIDS και ο μεταφορές του, μετάφραση Γ. Λυκιαρδόπουλος, Αθήνα: Ύψιλον/βιβλία, 1993.
























