
Για την τελευταία ταινία του Νοτιοκορεάτη Παρκ Τσαν-Γουκ [Park Chan-Wook] «Καμιά άλλη επιλογή», μεταφορά στον κινηματογράφο του μυθιστορήματος «Το τσεκούρι» του Ντόναλντ Ε. Γουέστλέικ.
Γράφει ο Αντώνης Κάπας
Στην μετάβαση από το βιβλίο στην οθόνη, μεγάλη σημασία έχει το ζήτημα της εποχής και του περιβάλλοντος. Το «Τσεκούρι»* του Donald E. Westlake διαδραματίζεται στην Αμερική του 1997 και το No other choice του Park Chan-Wook διαδραματίζεται στη Νότια Κορέα του 2025. Σχεδόν τριάντα χρόνια και δυο ήπειροι χωρίζουν τις δυο εκδοχές της ίδιας ιστορίας, και σε μεγάλο βαθμό, αυτό που κάνει το No other choice (γνωστό και με τον τίτλο I can’t help it) ένα τόσο σημαντικό επίτευγμα για τον Παρκ Τσαν-Γουκ, είναι η παγκοσμιότητα αυτής της υπόθεσης, την οποία και πάλι ριζώνει δυνατά στην ψυχή της Νότιας Κορέας.
Ίσως όμως το ότι είναι εύκολο να αντηχήσει παγκοσμίως μια υπόθεση όπου μια θέση εργασίας γίνεται θέμα ζωής και θανάτου να έχει να κάνει λιγότερο με το ταλέντο του καλλιτέχνη και πιο πολύ με την τωρινή κατάσταση του κόσμου μας, όπου η μεσαία τάξη συρρικνώνεται όλο και πιο πολύ κάτω από το βάρος της βουλιμίας των μεγάλων εταιριών.
Ο Μαν-Σου δεν εκπροσωπεί τον παραδοσιακό Κορεάτη άντρα, αλλά ένα παράδειγμα σύγχρονης υψηλής μεσαίας τάξης, που όμως βρίσκεται στα πρόθυρα της απώλειας της θέσης της.
Όταν ο Μαν-Σου, βετεράνος 25 χρόνων σε μια εταιρεία χαρτιού, χάνει την δουλειά του ως αποτέλεσμα της εξαγοράς της εταιρείας από αμερικανούς επιχειρηματίες, οι οποίοι απολύουν ένα μεγάλο ποσοστό του προσωπικού, ο κόσμος που έχει χτίσει για τον εαυτό του και την οικογένειά του αρχίζει να καταρρέει. Η οικογενειακή κατάσταση του Μαν-Σου είναι ένα από τα ιδιαίτερα σύγχρονα στοιχεία της ταινίας, καθώς έχει πρόσφατα παντρευτεί με μία γυναίκα με την οποία είναι ζευγάρι πάνω από μια δεκαετία ενώ το ένα από τα παιδιά τους (το έφηβο αγόρι) το είχε εκείνη από προηγούμενο γάμο, και μόνο το δεύτερο (ένα μικρό κορίτσι) το έχουν αποκτήσει μαζί. Με λίγα λόγια, ο Μαν-Σου δεν εκπροσωπεί τον παραδοσιακό Κορεάτη άντρα, αλλά ένα παράδειγμα σύγχρονης υψηλής μεσαίας τάξης, που όμως βρίσκεται στα πρόθυρα της απώλειας της θέσης της. Έναν χρόνο αργότερα, έχοντας αποτύχει να ξαναβρεί δουλειά, και χάνοντας λίγο λίγο την υπόληψή του, καθώς ρεζιλεύεται στους συνανθρώπους του και στην οικογένειά του, θα στραφεί προς ένα παλαβά βίαιο σχέδιο: να εντοπίσει και να εξοντώσει άλλους μεσήλικες άνδρες που αναζητούν παρόμοιες εργασιακές θέσεις με αυτόν, ώστε να εξαφανίσει έτσι τον ανταγωνισμό.
Παρά την αδικία της κατάστασης που υφίσταται ο πρωταγωνιστής, το σενάριο δεν αναζητά να προκαλέσει ενσυναίσθηση απέναντί του όταν παίρνει την απόφαση να δολοφονήσει άλλους ανθρώπους που βρίσκονται στην ίδια κατάσταση. Ο Μαν-Σου δεν είναι ένα ρεαλιστικό παράδειγμα ανθρώπου που εξωθείται στη βία από τις φρικτές συνθήκες, αλλά μια αναπαράσταση του κανιβαλισμού που επικρατεί στη σύγχρονη μεσαία τάξη, λόγω της συρρίκνωσης των θέσεων εργασίας.
Αν και η παρουσία τους στην ταινία σπανίζει, [οι Αμερικανοί επιχειρηματίες] βρίσκονται στο επίκεντρο του σχολίου του Παρκ Τσαν-Γουκ πάνω στην εξέλιξη της χώρας του τα τελευταία είκοσι χρόνια.
Οι Αμερικανοί επιχειρηματίες που έχουν προκαλέσει αυτή την κατάσταση που βιώνει ο ήρωας της ταινίας εμφανίζονται για μόλις λίγα δευτερόλεπτα προς την αρχή, όταν ένας από αυτούς απαντά βιαστικά στην απόπειρα του Μαν-Σου να τους μιλήσει λέγοντας «We’re sorry but there’s no other choice» (η πρώτη από πολλές φορές που θα ακουστεί ο τίτλος της ταινίας). Αν και η παρουσία τους στην ταινία σπανίζει, αυτοί οι άνθρωποι βρίσκονται στο επίκεντρο του σχολίου του Παρκ Τσαν-Γουκ πάνω στην εξέλιξη της χώρας του τα τελευταία είκοσι χρόνια. Αν η Υπηρέτρια ήταν το έργο του πάνω στη σχέση καταπίεσης ανάμεσα στην Ιαπωνία και στην Κορέα, και το Απόφαση φυγής έχει στο κέντρο του τη σχέση Κορέας και Κίνας, τότε το Καμιά άλλη επιλογή φέρνει στο προσκήνιο την επιρροή της αμερικανικής κουλτούρας στον σύγχρονο νοτιοκορεάτικο κόσμο.
Αυτή η καπιταλιστική νοοτροπία του «Νόμου της ζούγκλας» βρίσκεται πλέον στον πυρήνα της δομής των εργασιακών σχέσεων στη χώρα, και η ιδέα πίσω από την ταινία είναι η ανάδειξη του πόνου και της βίας που αυτές οι ιδεολογίες προκαλούν. Ο Μαν-Σου δεν έγινε φονιάς απλώς επειδή έχασε την δουλειά του και πολλές από τις ευκολίες ζωής που του έφερνε το υψηλό πόστο που είχε, αλλά επειδή έχει μεγαλώσει και ζήσει την ζωή του μέχρι στιγμής πιστεύοντας πως το να έχει μια καλά αμειβόμενη εργασία είναι αυτό που ορίζει την αξία του ως άνθρωπο και ως άντρα. Για 25 χρόνια ήξερε και εκτιμούσε τον εαυτό του μόνο ως μάνατζερ σε εταιρεία χαρτιού, και έχοντας χάσει την ίδια του την ταυτότητα θεωρεί ότι δεν έχει άλλη επιλογή από το να στραφεί στη βία και τον φόνο για να την ανακτήσει.
Μια μαύρη κωμωδία, μια μακάβρια φάρσα
Παρά το δραματικό βάθος της, η ταινία είναι πάνω από όλα μια μαύρη κωμωδία. Οι φονικές βιαιοπραγίες του Μαν Σου δεν έχουν το νοσηρό ύφος που συναντάμε σε κάποιες από τις πρώτες ταινίες του Παρκ Τσαν-Γουκ, με την ξεκαρδιστική κωμωδία να αγγίζει σε σημεία τα όρια του slapstick. Στην ουσία, το Καμιά άλλη επιλογή είναι μια μεγάλη μακάβρια φάρσα, που ανοίγει και κλείνει μέσα σε δυο ψεύτικους κόσμους, και οι δυο χτισμένοι από τον Μαν Σου, που όμως ελέγχονται από ένα σύστημα του οποίου όλοι οι χαρακτήρες είναι σκλάβοι.
Το στοιχείο που εντυπωσιάζει πιο πολύ εδώ, όπως και στην προηγούμενη ταινία του, είναι ο θαυμάσιος τρόπος με τον οποίο σκηνοθετεί της σύγχρονες τεχνολογικές επικοινωνίες.
Το σενάριο του Παρκ Τσαν Γουκ είναι εκκεντρικό, θέτοντας τα βαριά θέματα της ταινίας με ακραίο και νοσηρό χιούμορ, αλλά εξίσου εκκεντρική είναι, όπως συνήθως, η σκηνοθεσία του. Εδώ, ο σκηνοθέτης δίνει μεγαλύτερη έμφαση από ό,τι σε οποιαδήποτε άλλη του ταινία στις ιδιαίτερες «μεταβάσεις» από σκηνή σε σκηνή. Φυσικά, πέρα από αυτά, η συνήθης κινούμενη υποκειμενικά κάμερα του (pov), και οι έντονες χρωματικές παλέτες του είναι παρούσες, αλλά το στοιχείο που εντυπωσιάζει πιο πολύ εδώ, όπως και στην προηγούμενη ταινία του, είναι ο θαυμάσιος τρόπος με τον οποίο σκηνοθετεί τις σύγχρονες τεχνολογικές επικοινωνίες. Σε γενικές γραμμές, πράγματα σαν τις ανταλλαγές μηνυμάτων ή τις βιντεοκλήσεις δεν χαρακτηρίζονται ως τρόποι επικοινωνίας οι οποίοι εντάσσονται σε σκηνές με υψηλή δραματουργία. Όπως όμως είχε μετατρέψει τα τηλεφωνικά μηνύματα σε στιγμές αγχωτικού και μυστήριου δράματος μέσω δημιουργικής χρήσης του μοντάζ και των οπτικών εφέ στην Απόφαση φυγής, έτσι κι εδώ οι βιντεοκλήσεις είναι οπτικά εργαλεία για την ενίσχυση της κωμωδίας, όπου το κινητό με το πρόσωπο του ανθρώπου στην οθόνη καδραρίζεται με παλαβές καταστάσεις από πίσω του. Γενικά, ο Παρκ εκμεταλλεύεται πολύ το πλεονέκτημα που προσφέρει το να μπορείς να έχεις το πρόσωπο ενός χαρακτήρα σε ένα μικρό κουτάκι όταν σκηνοθετείς διάλογους, χρησιμοποιώντας δημιουργικά την ελευθερία που αποκτά με αυτή την επιλογή το κάδρο. Τέτοια επινοητικότητα στην κινηματογράφηση των τεχνολογικών επικοινωνιών είναι κάτι πραγματικά σπάνιο, και για την ώρα ο Παρκ Τσαν-Γουκ είναι ο μόνος σκηνοθέτης που έχω δει να αναπτύσσει αυτήν την πλευρά της σύγχρονης κινηματογραφικής γλώσσας.
Η Νότια Κορέα έχει πλέον γίνει χώρα-φετίχ στη Δύση, με τη μουσική, την ιστορία και τη γλώσσα της να γίνονται όλο και πιο πολύ της μόδας. Κι αν και η πρόοδος που έχει κάνει η χώρα τα τελευταία τριάντα χρόνια είναι πράγματι αξιοθαύμαστη, έργα σαν αυτό μας υπενθυμίζουν ότι πρόκειται για έθνος που βρίσκεται την ίδια στιγμή σε βαθιά κρίση, παγιδευμένο ανάμεσα στη βάναυση εργασιακή κουλτούρα της Ανατολής και στον ψυχρό καπιταλισμό της Δύσης.
* Το ίδιο μυθιστόρημα είχε μεταφέρει στον κινηματογράφο ο Κώστας Γαβράς, με το Τσεκούρι (2004). Σε ένδειξη αναγνώρισης, ο Κορεάτης σκηνοθέτης του αφιερώνει την ταινία του.
* Ο ΑΝΤΩΝΗΣ ΚΑΠΑΣ είναι φοιτητής κινηματογράφου.




















