
Για τη συλλογή διηγημάτων της Κατερίνας Παπαδημητρίου «Σαν α σαν ο» (εκδ. Εύμαρος). Εικόνα: Ο πίνακας του Έντουαρντ Χόπερ «Δωμάτιο στη Νέα Υόρκη».
Γράφει η Μαρία Βέρρου
«Μια φορά κι έναν καιρό ήταν μία νύφη… με χίλια νυφικά που είχαν μπαλώματα γιατί κάηκαν απ’ το μαγκάλι. Εκεί που τριγυρνούσε η αλεπού, μια φορά κι έναν καιρό, που εσύ ανέμιζες τα παραμύθια κι εκείνος τα σφήνωνε παραστατικά ανάμεσα στα κάρβουνα» (σελ. 20). Μια φορά ήταν μια νύφη πεντάμορφη που έμαθε τον φόβο…
Ο αρχέγονος μύθος, η Εύα, η γυναίκα του Λωτ, οι βιβλικές αναφορές και ο ψαλμικός λόγος είναι τα ίχνη πάνω στα οποία η Κατερίνα Παπαδημητρίου περπατά στη συλλογή της Σαν α σαν ο για ν’ αμφισβητήσει την παμπάλαια αφήγηση για το αρσενικό και το θηλυκό.
«Σπάει τα οστά της λεκάνης του για να της κάνει χώρο» (σελ. 25). Ένα σώμα που προκύπτει από ένα άλλο σώμα, μια διαφορά που υποτίθεται πως ολοκληρώνει την ενότητα. Κι όμως, κάπου ανάμεσα στη δημιουργία και στην ιστορία, αυτή η παραχώρηση αρχίζει να μεταλλάσσεται και να γίνεται απειλή. Κι η αυτονόητη συμπλήρωση μετατρέπεται σ’ έναν δύσκολο και καταστροφικό τόπο συνύπαρξης. «Εκείνος είχε ξεχάσει εδώ και χρόνια να μιλά […] Μα ένα ρήμα πάντα μου επέτρεπε. Επέτρεπε να πνίγω κάθε όνειρο, κάθε κραυγή, να κόβω τα φτερά μου κάθε μέρα, ν’ αγνοώ τις ελπίδες μου απ’ το πρωί ως τη νύχτα…» (σελ. 37).
Η «μία σάρκα» της Γένεσης μοιάζει στα διηγήματα να έχει διαμελιστεί σε δύο υπάρξεις που, ενώ αναζητούν η μία την άλλη, αδυνατούν να κατοικήσουν πραγματικά η μία μέσα στην άλλη. Και ίσως η πιο οδυνηρή διαπίστωση του βιβλίου να είναι ακριβώς αυτή: πως ο άλλος μπορεί να βρίσκεται τόσο κοντά μας, ώστε να αποτελεί μέρος της σάρκας μας, και ταυτόχρονα να παραμένει, μέχρι το τέλος, ένας ξένος. «Όλοι το ξέρατε ότι λιγόστευα, εκείνος όχι. Δεν ήθελε να με δει» (σελ. 37).
Το σώμα, πεδίο διεκδίκησης, απώλειας, σιωπής
Οι άνδρες και οι γυναίκες των διηγημάτων της Κατερίνας Παπαδημητρίου πλησιάζουν ο ένας τον άλλον κουβαλώντας ήδη μέσα τους τη γλώσσα, τις επιταγές, τις ενοχές και τις προκατασκευασμένες εικόνες που τους χωρίζουν – τι σημαίνει να είσαι άνδρας, τι σημαίνει να είσαι γυναίκα, ποιος επιθυμεί, ποιος παραχωρεί, ποιος αποφασίζει, ποιος ανήκει σε ποιον. Η έλξη δεν αρκεί για να γεφυρώσει την απόσταση. Το σώμα που θα μπορούσε να γίνει κοινός τόπος μετατρέπεται συχνά σε πεδίο διεκδίκησης, εξουσίας, απώλειας και σιωπής.
Το άλφα και το όμικρον, το αρσενικό και το θηλυκό, δεν συναντιούνται σε μια αδιατάρακτη ενότητα, αλλά σε μια διαρκή προσπάθεια να αναγνωρίσουν ο ένας τον άλλον μέσα από τις παραμορφώσεις που έχει δημιουργήσει η ίδια η ιστορία τους.
«πόσο θα ’θελε να ξαπλώσει. Να τον παρατηρεί να κινείται ολότελα παραδομένος. Όπως εκείνη τη νύχτα, τη μοναδική νύχτα που ταξίδεψε με πάθος απάνω στο κορμί της. Κι ύστερα εκείνη επέστρεψε το πρωί στο καμαράκι του φούρνου, μα την περίμενε ο όμορφος, ο επιπόλαιο, ο θυμωμένος Πιερ, ο αδερφός της, δεν πρόλαβε να τού πει πως δεν ήθελε πια, δεν ήθελε τη μυρωδιά από το προζύμι, πριν γίνει ψωμί, πριν ερωτευτεί τα χρώματα, τις σκιές και τα πουλιά μιας ταπετσαρίας…» (σελ. 53).
Έτσι, ο τίτλος Σαν α σαν ο, μέσα απ’ το ομότιτλο διήγημα, αποκτά ουσιαστική σημασία, ερμηνεύοντας όχι μόνο ολόκληρη τη συλλογή, αλλά κι αυτό που κρύβεται πίσω της. Η αμφιβολία, εκείνο το μικρό «σαν». Δεν είμαστε ακριβώς αυτό που υποτίθεται ότι είμαστε: είμαστε «σαν». Το άλφα και το όμικρον, το αρσενικό και το θηλυκό, δεν συναντιούνται σε μια αδιατάρακτη ενότητα, αλλά σε μια διαρκή προσπάθεια να αναγνωρίσουν ο ένας τον άλλον μέσα από τις παραμορφώσεις που έχει δημιουργήσει η ίδια η ιστορία τους. Στο ίδιο μάλιστα διήγημα, η συγγραφέας μετατρέπει ακόμη και τη μορφή των γραμμάτων σε συμβολικό παιχνίδι πάνω στην έμφυλη διάκριση.
Η καταστροφική συνύπαρξη των δύο φύλων δεν γεννιέται μόνο από την αδυναμία να αγαπήσουν. Γεννιέται και από την αδυναμία να δουν τον άλλον έξω από τον ρόλο που του έχουν μάθει να του αποδίδουν. Εκεί, ανάμεσα στο «είναι» και στο «σαν», η συγγραφέας τοποθετεί τα πρόσωπά της και μαζί τους, τον ίδιο τον αναγνώστη.
Το ύφος
Το διηγήματα διατρέχουν τις σελίδες σαν αερικά, παρά το δύσκολο θέμα τους, τις στιγματίζουν με υπέροχες εικόνες, δυνατές περιγραφές που ξυπνούν τις αισθήσεις, γεννούν αισθήματα, αγγίζοντας με ευγένεια τα όρια της ποίησης: «ίσως την άνοιξη που έρχεται ανθίσεις» (σελ. 120).
Ο θραυσματικός λόγος και η εναλλαγή των αφηγηματικών τεχνικών καθρεφτίζουν αυτό το ράγισμα των σχέσεων. Όσα τα πρόσωπα αδυνατούν να ενώσουν, η αφήγηση δεν επιχειρεί να συμφιλιώσει. Η επανασυναρμολόγηση των κομματιών σε ένα απόλυτα λειτουργικό σύνολο πάντως αναζητείται, παρά την ολοφάνερη αβεβαιότητα επιτυχίας του εγχειρήματος. «Κάθε πρωί, σου ορκίζομαι, το προσπαθώ να ξεριζώσω τα πόδια μου, ν’ αναστηθώ […], άσε που τελευταία με επισκέπτονται εικόνες, σπασμένες σαν κομμάτια ενός μωσαϊκού που πρέπει να ενώσω […]» (σελ. 119).
Κι όμως, μέσα στα θραύσματα παραμένει κάτι που μοιάζει με ελπίδα: η επίμονη, η ίσως μάταιη, αλλά βαθιά ανθρώπινη επιθυμία να γεφυρωθεί κάποτε η απόσταση και τα δύο να μπορέσουν, έστω για μια στιγμή, να γίνουν ένα.
Κάθε κομμάτι της συλλογής καλλιεργεί μια αναγνωστική εμπειρία που δεν εξαντλείται στην πρώτη ανάγνωση. Κάθε επιστροφή στις σελίδες της αποκαλύπτει και μια άλλη όψη των προσώπων και των σχέσεων, έστω και σαν θραύσμα. Ο ζόφος δεν εξαφανίζεται, ούτε η απόσταση ανάμεσα στα δύο φύλα παύει να υπάρχει. Κι όμως, μέσα στα θραύσματα παραμένει κάτι που μοιάζει με ελπίδα: η επίμονη, η ίσως μάταιη, αλλά βαθιά ανθρώπινη επιθυμία να γεφυρωθεί κάποτε η απόσταση και τα δύο να μπορέσουν, έστω για μια στιγμή, να γίνουν ένα.
Δεν θα μπορούσαμε να κλείσουμε αυτόν τον μικρό σχολιασμό αν δεν αναφερόμασταν στο ιδιαίτερο ενδιαφέρον που παρουσιάζουν τόσο η δομή της συλλογής, όσο και οι προμετωπίδες της κάθε ομάδας διηγημάτων. Τα διηγήματα είναι χωρισμένα σε έξι ενότητες που υιοθετούν τον λιτό και ουδέτερο τρόπο των λατινικών αριθμών, πιθανότατα για να μετακυλήσουν το βάρος στους τίτλους και στο σώμα των κειμένων. Οι προμετωπίδες και τα μικρά, με μορφή θραυσμάτων, κείμενα που ακολουθούν, μπορούν να διαβαστούν και σαν ξεχωριστή ενότητα. Αποτελούν μία μορφή δεύτερης, υπόγειας αφήγησης, θα λέγαμε, που συμπυκνώνει τον προβληματισμό ολόκληρης της συλλογής. Πλάνη, υποταγή, αποκαθηλώσεις δηλώνουν την ανθρώπινη ευθραυστότητα, ερεθίζοντας τον αναγνώστη να μπει βαθύτερα στην καρδιά των κειμένων που ακολουθούν. Δεν υπόσχονται τη λύτρωση, αλλά υποβάλλουν την αποδοχή αυτού που είναι η ανθρώπινη ύπαρξη.
*Η ΜΑΡΙΑ ΒΕΡΡΟΥ είναι συγγραφέας, κάτοχος MSc.
Λίγα λόγια για τη συγγραφέα
Η Κατερίνα Ι. Παπαδημητρίου είναι εκπαιδευτικός Ειδικής Αγωγής, με εξειδίκευση στην Ειδική Αγωγή και μεταπτυχιακές σπουδές στη «Δημιουργική γραφή» - «Συγγραφή» στο ΠΜΣ του Πανεπιστημίου Δυτικής Μακεδονίας. Διδάσκει δημιουργική γραφή, ενώ άρθρα, βιβλιοκριτικές και διηγήματα της έχουν δημοσιευτεί στο διαδίκτυο και σε ηλεκτρονικά και έντυπα λογοτεχνικά περιοδικά.

Πρώτη της εκδοτική εμφάνιση, με οκτώ διηγήματά της, στον συλλογικό τόμο Οδός δημιουργικής γραφής (εκδ. Γραφομηχανή). Ακολουθούν: Το ελληνικό διήγημα του 20ου αιώνα – Προσεγγίσεις (εκδ. Κομνηνός). Το 2023 και το 2024 συμμετέχει στους συλλογικούς τόμους Η φωνή της (εκδ. Καστανιώτη) και Κάτοπτρα της γλυκείας χώρας Κύπρου (εκδ. Ελληνοεκδοτική).
























