Ο Μπρους Ντάντλεϊ νύχτες φεγγαροφωτισμένες στις όχθες, στη σκιά των δέντρων, άκουγε τις ομιλίες των ανθρώπων από τα χωριά ολόγυρα, κοιτούσε τα ποταμόπλοια που περνούσαν μέσα στο ποτάμι, παρατηρούσε τους μαύρους που δούλευαν στα μπαμπάκια ή ψάρευαν κοντά του. Τον ενδιέφεραν οι μαύροι πάντα. Τους έβλεπε ότι σιγά σιγά αφομοιώνονταν με τους λευκούς και το μαύρο τους χρώμα γινόταν πιο ανοιχτό καφέ, όλο και πιο ανοιχτό. Τους έβλεπε τις τρυφερές νύχτες του νότου να χορεύουν και να γελούν, να τραγουδούν. Η ζωή στην Αμερική είχε ποικιλία και πολλή ομορφιά. Ο ίδιος ήταν Αμερικανός. Ευαίσθητος, χωρίς εμπιστοσύνη στον εαυτό του, άτολμος. Σαν να ήταν η σύνθεση στον πίνακα ενός ζωγράφου. Μόνο η σύνθεση. Άλλοι έβαζαν τα χρώματα. Οι μαύροι ήταν αποφασισμένοι, ορμούσαν στη ζωή. Εντάσσονταν στη ζωή της Αμερικής γρήγορα και αθόρυβα αλλά με γέλια και χορούς. (Από την παρουσίαση στο οπισθόφυλλο του βιβλίου)




















