
Για το μυθιστόρημα του Τζον Γουίλιαμς (John Williams) «Ο Στόουνερ» (μτφρ. Αθηνά Δημητριάδου, εκδ. Gutenberg). Εικόνα: Ο πίνακας του Τόμας Ίκινς «Ο στοχαστής».
Γράφει η Δήμητρα Φούνταλη
Το περασμένο καλοκαίρι, στην εισαγωγή του Ερρίκου Σοφρά για τα σαιξπηρικά Σονέτα (εκδ. Αντίποδες) διάβασα αυτές τις φράσεις: «Κι όμως, σ’ ένα σύμπαν φθοράς, έχοντας επίγνωση πως όλα είναι λειψά και λίγα, αποζητά επίμονα κάτι που θα διαρκέσει μετασχηματίζοντας τον πόνο, την αδυναμία και το εύθραυστο του έρωτα σε πρωτάκουστη μουσική και πυκνό νόημα». Φέτος, κάτω από έναν παρόμοιο ήλιο, ανακαλώ τις φράσεις. Κι αυτές, σαν να ξεκολλάνε για λίγο από το αρχικό τους υποκείμενο, τον Άγγλο ποιητή, ταιριάζουν τώρα στο δέρμα του Στόουνερ, του κεντρικού χαρακτήρα στο βιβλίο του Τζον Γουίλιαμς.
Με σώμα ισχνό και πρόσωπο χλωμό, χαρακτήρα χλιαρό, αλλά με ένταση εσωτερική, ο Γουίλιαμ Στόουνερ περιφέρεται σε έναν κόσμο φθοράς αναζητώντας νόημα. Πόλεμοι και στρατεύσεις φίλων, πανεπιστήμιο και ακαδημαϊκή καριέρα, σκόρπιες διαμάχες, ένας άνυδρος έρωτας, ένας γάμος, ένα παιδί. Από το 1910 έως το 1950, όλα τα γεγονότα της ζωής του φαίνεται να εκτυλίσσονται με την επιμέλεια που τακτοποιεί κανείς ένα ράφι. Σωστά και άνευρα. Αν κάτι κινείται και μεταμορφώνεται στο πέρασμα των εποχών είναι μια υπόγεια πίστη, μια προσωπική έλξη που τρέφει ο Στόουνερ προς τη διδασκαλία, τη γνώση, τη λογοτεχνία. Αξίες τις οποίες συναντά για πρώτη φορά όσο σπουδάζει στο πανεπιστήμιο του Μιζούρι.
Μια μέρα σε ένα τυχαίο μάθημα, βρίσκεται να διαβάζει στίχους του Σαίξπηρ. Κι εκεί, κάτι σχεδόν σωματικό συμβαίνει. Οι λέξεις, οι στίχοι, όταν φτάνουν στα χείλη του, γίνονται ο εαυτός του. Καθώς εκφέρει τις φράσεις, η αίθουσα μεγεθύνεται και φως μπαίνει με ορμή από τα παράθυρα. Τα χαρακτηριστικά στα πρόσωπα των συμφοιτητών αποκτούν διαστάσεις αιχμηρές, απτές. Από εκεί που το μέλλον φαντάζει θολό, αποκτά ξαφνικά στόχο. Μέσα σε μια στιγμή. Κι οι αποφάσεις ακολουθούν. Ο Στόουνερ παρατάει τη γεωπονική σχολή και στρέφεται προς την αγγλική φιλολογία. Με αυτή του την επιλογή, αφήνει πίσω την επαρχία και το αγρόκτημα των γονιών του. Τη ζωή που μέχρι τότε θεωρούσε δική του. Θυσιάζει κάτι, κερδίζει κάτι άλλο. Σχεδόν εσώκλειστος στον ακαδημαϊκό χώρο, αφοσιώνεται στις σπουδές του, ρουφώντας τις σελίδες των βιβλίων σαν ο κόσμος να βρίσκεται μέσα σε αυτές. Από μαθητής γίνεται επιτέλους καθηγητής. Το κομμάτι της δουλειάς, μέσα σε όλες του τις αντιφάσεις, τις διαφωνίες, τις δυσκολίες, μετατρέπεται σε τόπο στέρεο. Αντίθετα, ο γάμος με την Ίντιθ βαλτώνει από το ξεκίνημά του. Το κορίτσι με την απρόσιτη ομορφιά, από πρόσωπο λατρείας, μετατρέπεται σε ξένη μορφή. Υπήρξε άραγε ποτέ συγγενής;
- Διαβάστε επίσης: Η εμμονή στις εμμονές ή ο Στόουνερ ως Μπάρτλμπυ
Κλεισμένοι στο ίδιο κλουβί
Η γραφή, προσεκτικά ζυγισμένη, αποδίδει στο σημείο αυτό συναισθήματα αμηχανίας, ψυχρότητας κι ίσως απέχθειας μεταξύ των δύο. Μέσα από τις περιγραφές των σφιγμένων χεριών, των παγωμένων εκφράσεων, των συμβατικών συνομιλιών, βλέπει κανείς δύο ανθρώπους που «δεν ζούνε μαζί, είναι απλώς κλεισμένοι στο ίδιο κλουβί» (φράση από τη Λυσσασμένη γάτα του Tennessee Williams). Κι εδώ διαπιστώνει κανείς την αντίθεση. Ο Γουίλιαμ έχοντας εντοπίσει αυτό το «πυκνό νόημα», στη δουλειά του, ακόμα και στις χειρότερες στιγμές, βρίσκει παρηγοριά στα αδιάβαστα βιβλία, στις σημειώσεις, τις ατέλειωτες αδιάβαστες εργασίες, ακόμα και στις διαμάχες του πανεπιστημίου. Ενώ η Ίντιθ μένει εγκλωβισμένη, διάφανη και ωχρή. Όπως στην πρώτη αρχή, εκτελεί καθήκοντα, εκπληρώνει συμβάσεις. Μακιγιάρεται, παίζει θέατρο, ζωγραφίζει. Σε καμία από αυτές τις ασχολίες δεν βρίσκει μια αγάπη στέρεη, μια αφορμή να πλάσει την προσωπικότητα της κομμάτι κομμάτι. Καταλήγει για τη κόρη της, η ίδια φυλακή που υπήρξε για την ίδια η μεγαλοαστική της οικογένεια.
Ούτε ο έρωτας, ούτε η γνώση σώζουν συνολικά τη ζωή. Αλλά μπορούν να μετατοπίσουν το βλέμμα μας απέναντι σε αυτή.
Η μορφή της Ίντιθ μού φέρνει στο μυαλό την «αναπόδραστη τραγικότητα της ζωής», αυτή που ο Άρης Μπερλής τονίζει στο επίμετρο ως κεντρική ιδέα του βιβλίου. Αντίθετα, της Κάθριν (μυστικής σχέσης του Στόουνερ), μια δεύτερη, επίσης κομβική ιδέα του αναγνώσματος: τον έρωτα. Έτσι όπως αυτός, με περιγραφές θερμά χρωματισμένες, σαν από έμπνευση ή ένστικτο, αποδίδεται στις κρυφές τους συναντήσεις. Στα μέρη όπου ο τόπος και ο χρόνος δεν έχουν καμία σημασία ακριβώς γιατί η ουσία που κράτα τη σχέση είναι άλλη: η κοινή φλόγα για κάτι. Στη προκειμένη, για τη γνώση, την έρευνα, τη γραφή. Πράγματα που πλαισιώνουν ή ορίζουν το βαθύ, κόκκινο πάθος. Αν όχι για πάντα, έστω για λίγο. Αφού στο βιβλίο, όλα φαίνονται και είναι προσωρινά. Ούτε ο έρωτας, ούτε η γνώση σώζουν συνολικά τη ζωή. Αλλά μπορούν να μετατοπίσουν το βλέμμα μας απέναντι σε αυτή.
Ο Στόουνερ, το τρίτο μυθιστόρημα του Τζον Γουίλιαμς, κυκλοφόρησε στα ελληνικά από τις εκδόσεις Gutenberg το 2017. Στη σαφή και ατμοσφαιρική μετάφραση της Αθηνάς Δημητριάδου συνεχίζει να διατίθεται μέχρι και σήμερα.
* Η ΔΗΜΗΤΡΑ ΦΟΥΝΤΑΛΗ είναι φοιτήτρια στο τμήμα Δημοσιογραφίας του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης.
Λίγα λόγια για τον συγγραφέα
Ο Τζον Έντουαρντ Γουίλιαμς (1922–1994) ήταν Αμερικανός συγγραφέας, ποιητής και ακαδημαϊκός. Γεννήθηκε στο Τέξας και υπηρέτησε στην αμερικανική αεροπορία κατά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο.
Δίδαξε στο Πανεπιστήμιο του Ντένβερ. Έγραψε τα μυθιστορήματα Το πέρασμα του μακελάρη, Ο Στόουνερ και Αύγουστος, το οποίο τιμήθηκε με το National Book Award το 1973.
























