
Για το βιβλίο του Τάκη Ψαρίδη «Η απαξία της Αριστεράς – Ένα ψυχοπολιτικό ρεπορτάζ» (εκδ. Εύμαρος). Εικόνα: Σύνταγμα, 5 Ιουλίου 2015, ©Γιώργος Δουκανάρης, istock by Getty Images.
Γράφει ο Γιώργος Σιακαντάρης
Ο συγγραφέας του πλούσιου σε νοήματα και περιεχόμενο βιβλίου Η απαξία της Αριστεράς – Ένα ψυχοπολιτικό ρεπορτάζ (εκδ. Εύμαρος) εξετάζει τη θέση της Αριστεράς σε ένα κόσμο στον οποίο κλονίζεται κάθε βεβαιότητα, σ’ ένα ρευστό, κατά Μπάουμαν, κόσμο. Όπως γράφει γλαφυρά, «το φάντασμα του απανθρωπισμού πλανιέται πάνω απ’ τον κόσμο» (σ. 10). Η Αριστερά, αν δεν συνειδητοποιήσει πως ο κόσμος αλλάζει, θα απαξιωθεί ακόμη περισσότερο. Πώς όμως οδηγήθηκε η ευρωπαϊκή και η ελληνική Αριστερά στη σημερινή απαξίωση;
Αυτό εξετάζει ο δημοσιογράφος και συγγραφέας Τάκης Ψαρίδης, αλλά επίσης προχωρά παραπέρα: επιδιώκει να χαράξει μια άλλη «πυξίδα» (της μόδας η λέξη) για την Αριστερά, αν αυτή θέλει να συνεχίσει να υπάρχει και να δίνει νόημα στη διάκριση Αριστερά-Δεξιά. Αυτή η απαξία δεν είναι συγκυριακή. Συνδέεται με τα φαινόμενα της μεταπολιτικής, της μεταδημοκρατίας και της μετα-αλήθειας, τα οποία ο συγγραφέας περιγράφει με πολύ πρωτότυπο και διεισδυτικό τρόπο. Και επειδή πλέον αυτοί οι όροι είναι του συρμού, η ειδοποιός διαφορά του συγγραφέα είναι ότι τους προσεγγίζει σαν ένα «ψυχοπολιτικό ρεπορτάζ», όπως λέει και στον υπότιτλο του βιβλίου του. Γι’ αυτό και καινοτομεί όταν υποστηρίζει πως η μεταδημοκρατία, η μεταπολιτική και η μετα-αλήθεια «δεν είναι γεννήματα της κοινωνίας, αλλά οι σύγχρονοι τρόποι χειραγώγησής της» (σ. 9). Αν και διατηρώ επιφυλάξεις γι’ αυτήν την απόφανση -δεν μπορεί να μην είναι γεννήματα και της κοινωνίας-, δεν μπορώ να παραγνωρίζω πως η προσέγγισή τους (και) ως τρόπους χειραγώγησης των πολιτών στο πνεύμα του νεοφιλελεύθερου ατομικισμού προσφέρει πολλά στην πολιτική σκέψη.
Είναι αυτό το βιβλίο ένα απαισιόδοξο βιβλίο; Καθόλου. Θα μπορούσα να πω πως συνδυάζει την αισιοδοξία της βούλησης και την απαισιοδοξία της γνώσης, όπως είχε γράψει ο Ρομέν Ρολάν και όχι ο Αντόνιο Γκράμσι. Αλλά πάει πέρα και από αυτό. Είναι ένα βιβλίο που εξετάζει το πώς η απαξία μπορεί να γίνει εφαλτήριο για την επιστροφή στον κόσμο των αξιών και όχι των «άξιων» και της «αξιοκρατίας». Η απαξία της Αριστεράς, που στα καθ’ ημάς κατέληξε στο kasselification της, μπορεί να αποτελέσει και τη «χρυσή ευκαιρία» της για ένα νέο αριστερό «παράδειγμα»; Ας το δούμε αυτό.
Η άνοδος του ασήμαντου
Η άνοδος της Ακροδεξιάς, την οποία πολλοί αναθεματίζουν, λίγα όμως κάνουν για να την αναχαιτίσουν, ευνοείται από την πολιτική και κοινωνική παθολογία που έχει ενσωματωθεί στις δομές της εξατομικευμένης κοινωνίας. Ο Ψαρίδης αναζητεί τις ρίζες «του κακού» στην αποκοινωνικοποίηση του κοινωνικού και στην αποπολιτικοποίηση του πολιτικού. Τι σημαίνει αυτό όσον αφορά το θέμα μας; Σημαίνει πως δεν υπάρχει αριστερή αντιπολίτευση, όπως υποστηρίζουν τα κυρίαρχα ΜΜΕ;
Ο συγγραφέας διαφωνεί. Γι’ αυτόν αριστερή αντιπολίτευση υπάρχει. Και έχει δίκιο. Δεν υπάρχει όμως αριστερή αφήγηση που να δένει με αυτήν την αντιπολίτευση. Και πάλι έχει δίκιο. Η Αριστερά δεν δίνει νόημα στους ανθρώπους, δεν έχει ακόμη αντιληφθεί την ψυχοπολιτική και πολιτισμική δύναμη της απαξίας στις εξελίξεις. Ζούμε σε εποχές που οι πλουσιότεροι δεν αρκούνται να «τοποθετούν» παρασκηνιακά τους δικούς τους ανθρώπους στις κυβερνήσεις, αλλά ανέρχονται ευθέως και χωρίς προσχήματα στην πολιτική εξουσία για να κυβερνούν οι ίδιοι. Ο μύθος του αυτοδημιούργητου επιχειρηματία βασίζεται στην κυριαρχία των πρότυπων της νεοφιλελεύθερης «αξιοκρατίας». Μύθος που κυριαρχεί ακόμη και σε μεγάλα τμήματα του κόσμου της Αριστεράς και σ’ ακόμα μεγαλύτερα στον κόσμο της σοσιαλδημοκρατίας. Αυτό δεν ανατρέπεται με προτάσεις για την καθημερινότητα επί του ενός ή του άλλου θέματος (υγεία, παιδεία, ασφάλιση), αλλά από μια ριζοσπαστική πρόταση για την άνοδο του ρόλου του κόσμου της εργασίας.
Έτσι, στο πεδίο της πολιτικής, την κοινωνική δυσαρέσκεια απορροφά ο αντισυστημισμός και το αντιπολιτικό ρεύμα.
Αντί αυτού, βλέπουμε να αντιμετωπίζεται με παθητικό τρόπο η σύμπραξη του εθνικιστικού νεοφιλελευθερισμού με την Ακροδεξιά. Στο βιβλίο διερευνάται το πού οφείλεται η σύνδεση του τραμπικού συνασπισμού των υπερπλούσιων κολοσσών της τεχνολογίας με τα ευάλωτα στρώματα της κοινωνίας. Και η απάντηση εντοπίζεται στ’ ότι η Αριστερά είναι εγκλωβισμένη στον κόσμο των άξιων και της «αξιοκρατίας». Αυτό που ο Πικετί ονομάζει «βραχμανική Αριστερά». Έτσι, στο πεδίο της πολιτικής, την κοινωνική δυσαρέσκεια απορροφά ο αντισυστημισμός και το αντιπολιτικό ρεύμα. Από την άλλη, όμως, πολύ ορθά τονίζει ο Ψαρίδης, η κοινωνική δικαιοσύνη δεν μπορεί να ταυτίζεται μόνο με την πάλη κατά των ανισοτήτων και κατά της φτώχειας, αλλά και με τη μάχη για την κατάκτηση των συναισθημάτων και των οραμάτων για μια καλύτερη κοινωνία. Με δικά μου λόγια, θα έγραφα πως η «επιστροφή» στη μεγάλη συμμαχία των μεσαίων με τα κατώτερα στρώματα, δεν μπορεί να γίνει μόνο στο πεδίο της λογικής. Θα γίνει και στο πεδίο των συναισθημάτων (Σαντάλ Μουφ). Θα γίνει στο πεδίο της μάχης κατά της απαξίωσης του σημαντικού, όπως γράφει ο συγγραφέας. «Η απαξίωση του σημαντικού και η ηγεμονία του ασήμαντου αποτελούν τη γενική κατάσταση ανθρώπων και πραγμάτων στην πολιτισμένη Δύση» (σ. 30).
Ο ρόλος της επικοινωνίας και των μίντια
Πιάνοντας το νήμα από εκεί που το είχε αφήσει στο προηγούμενο βιβλίο του, Χειραγωγική ελευθερία (εκδ. Ευμαρος, 2023), ο συγγραφέας τονίζει πως η μάχη θα δοθεί κατά των «αξιών» και των «άξιων» της αγοράς στην πιο νεοφιλελεύθερη και χυδαία μορφή τους. Αυτή η απαξία του κόσμου των προοδευτικών ιδεών απαξιώνει ό,τι δεν πουλάει για χάρη της ανεξέλεγκτης αγοράς. Απαξιώνεται η ιδιότητα του πολίτη για χάρη της ιδιότητας του καταναλωτή. Ο πολιτικός πουλά προϊόντα και όχι ιδέες για το παρόν και το μέλλον. Τον ψηφίζουν ως καταναλωτικό προϊόν και όχι ως πολιτική πρόταση. Εκεί όμως που ο νεοφιλελευθερισμός κυριαρχεί απόλυτα είναι στην επικοινωνία και τα μίντια, παραδοσιακά και ψηφιακά.
Η επιτήρηση δεν ευνοούσε τις πωλήσεις, αυτό το κάνει η χειραγώγηση. Αυτό κορυφώνεται με τη χρήση των δεδομένων μας από τους τεχνολογικούς κολοσσούς. Από την οικειοθελή μας παραχώρησή τους σ’ αυτές.
Έχουμε πλέον περάσει από την εποχή της επιτήρησης στην εποχή της ψυχοπολιτικής εξατομικευμένης και ατομικής χειραγώγησης. Ο στόχος πλέον δεν είναι ο επιτηρούμενος, αλλά ο χειραγωγούμενος για τους σκοπούς των αγορών πολίτης. Η επιτήρηση δεν ευνοούσε τις πωλήσεις, αυτό το κάνει η χειραγώγηση. Αυτό κορυφώνεται με τη χρήση των δεδομένων μας από τους τεχνολογικούς κολοσσούς. Από την οικειοθελή μας παραχώρησή τους σ’ αυτές. Η χειραγωγική ελευθερία είναι η χειραγώγηση που αγαπήσαμε και το νόημα που επιθυμούμε. Εφόσον βεβαίως, θα προσθέσω, δεν υπάρχει κάποιο άλλο νόημα που να απαντά στο νόημα των «ελεύθερων αγορών». Αυτή η ψυχοπολιτική ελέγχει τη σκέψη και τα συναισθήματά μας. Αυτή οδηγεί σ’ ένα αναστοχασμό που δεν έχει κοινωνικό και ηθικό περιεχόμενο, κοινωνικές και ηθικές αναφορές. Επί της ουσίας δεν έχουμε εδώ κανένα αναστοχασμό, αλλά μόνο «υπολογισμό».
Η κοινωνική αναγνώριση και η Ακροδεξιά
Και κατά τη γνώμη μου εδώ φτάνουμε στο μείζον. Στην εποχή του λάικ και των μέσων κοινωνικής δικτύωσης χάνεται το αίσθημα της κοινωνικής και της ατομικής αναγνώρισης. Ο άνθρωπος στα μέσα μαζικής δικτύωσης «αναγνωρίζεται μόνο μέσα από τον εαυτό του». Μια τέτοια αυτο-αναγνώριση, χωρίς «αμοιβαία αναγνώριση» μεταξύ των ανθρώπων, είναι παθολογική. Έτσι πολλοί νιώθουν πως υπάρχουν μέσα από την αντιπαράθεση και την εχθρότητα. Η κατάληξη αυτού του δρόμου οδηγεί στην Ακροδεξιά, μάστορα του διχαστικού και τοξικού λόγου. Βεβαίως, πολύ σωστά παρατηρεί ο συγγραφέας πως για αυτή την εξέλιξη δεν ευθύνεται η αυτονόητη ανάγκη της αναγνώρισής μας από τους άλλους, αλλά οι στρεβλοί τρόποι μέσα από τους οποίους αναγνωριζόμαστε και επιβεβαιωνόμαστε.
Στη χώρα μας, μάλιστα, την εποχή της πρώιμης Μεταπολίτευσης κυριαρχούσε η υπερπολιτικοποίηση, ενώ τώρα αυτήν την αντικατέστησε η κυριαρχία της απο-πολιτικοποίησης. Και της αντιπολιτικής, θα πρόσθετα.
Προφανώς, η Αριστερά «θα έπρεπε να έχει αντιληφθεί ότι η έννοια της "κοινωνικής δικαιοσύνης" είναι ελλειμματική και ανεπαρκής χωρίς την κοινωνική αναγνώριση, όχι μόνο στον τομέα των δικαιωμάτων, αλλά και στον ιστό της κοινωνίας…» (σ. 61). Πώς όμως να γίνει κάτι τέτοιο, συμπληρώνω, όταν δεν μπορεί να ενσωματώσει στη «θεωρία» της την ιδέα της κριτικής στη νεοφιλελεύθερη «αξιοκρατία»; Τίποτα το παράξενο που όλα αυτά οδηγούν στην απαξίωση του πολιτικού. Στη χώρα μας, μάλιστα, την εποχή της πρώιμης Μεταπολίτευσης κυριαρχούσε η υπερπολιτικοποίηση, ενώ τώρα αυτήν την αντικατέστησε η κυριαρχία της απο-πολιτικοποίησης. Και της αντιπολιτικής, θα πρόσθετα.
Οι Χάριτες της μεταδημοκρατίας, της μεταπολιτικής και της μετα-αλήθειας συνθέτουν ένα ζοφερό σκηνικό τόσο για την πολιτική όσο και για την πολιτική Αριστερά. Η μεταδημοκρατία συνδέεται με τα προβλήματα της εκπροσώπησης και την αποϊδεολογικοποίηση των κομμάτων εξουσίας. Κυριαρχούν οι επικοινωνιακές τεχνικές της εξουσίας και τα κόμματα χωρίς καμία εσωκομματική δημοκρατία και κίνηση ιδεών. Η μεταπολιτική υπερβαίνει αυτό που παλιά ονομάζαμε «δημαγωγία». Αυτή είναι η ανάδειξη του ασήμαντου στη θέση του σημαντικού ως του κυρίαρχου τρόπου πειθούς και χειραγώγησης των μαζών.
Η πολιτική των δρόμων και των πλατειών αντικαθίσταται από το θέαμα και το λάιφ στάιλ.
Στη μεταπολιτική, η πολιτική υπάγεται στη λογική της αγοράς και ο πολιτικός, τα κόμματα και τα προγράμματα «πλασάρονται» ως ίδια προϊόντα σε διαφορετική συσκευασία. Η πολιτική των δρόμων και των πλατειών αντικαθίσταται από το θέαμα και το λάιφ στάιλ. Το κύριο χαρακτηριστικό της όμως είναι η αντικατάσταση της πολιτικής από την επικοινωνία και το θέαμα. Τέλος η μετα-αλήθεια απαξιώνει και αντιστρέφει την ίδια την πραγματικότητα για χάρη της κατανάλωσης. Η απαξίωση του πραγματικού αποτελεί τη βάση της μετα-αλήθειας. Όλα αυτά «εκβάλλουν» στο ποτάμι της παθολογίας του εαυτού και οδηγούν στον τραμπισμό και στα καθ’ ημάς στο kasselification της Αριστεράς.
Το Kasselification
Πώς έφτασε η ελληνική Αριστερά σ’ αυτό το έσχατο σκαλοπάτι του ευτελισμού της; Πώς η παράταξη της προώθησης του κόσμου των ιδεών οδηγήθηκε στην εκλογή αυτού του αστείου, για τη λογική της, φαινομένου που άκουγε στ’ όνομα Κασσελάκης; Πώς ακόμη και διανοούμενοι από τον χώρο της θέλχτηκαν από ένα τόσο αποκρουστικό πολιτικό υπόδειγμα;
![]() |
|
Ο Στέφανος Κασσελάκης εξελέγη πρόεδρος του ΣΥΡΙΖΑ ΠΣ τον Σεπτέμβριο 2023. Αποχώρησε από τη θέση αυτή ένα χρόνο μετά, τον Σεπτέμβριο 2024. |
Ο προσεχτικός αναγνώστης όλων των προηγούμενων γραμμών είναι εφοδιασμένος με τα κατάλληλα θεωρητικά και πνευματικά εργαλεία για να κατανοήσει τους λόγους της εκλογής του Κασσελάκη στην ηγεσία του ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ.
Για να μη ξαναβρεί θέση στους κόλπους της Αριστεράς ο μεσσιανισμός. Αλλά και για να πάμε παρακάτω, για να μη μετατραπεί η Αριστερά από πολιτικός οργανισμός σ’ ένα απολίτικο υβρίδιο.
Ο συγγραφέας παραθέτει το ιστορικό αυτής της κατάπτωσης, αλλά το μείζον εδώ είναι η ανασύνθεση των αιτιών του. Όχι για κανένα άλλο λόγο, αλλά για να μη επαναληφθεί η εκλογή ενός νάρκισσου και απολιτικού ατόμου, ενός «ουρανοκατέβατου» επιχειρηματία με νεοφιλελεύθερες απόψεις, στην ηγεσία ενός αριστερού σχήματος. Για να μη ξαναβρεί θέση στους κόλπους της Αριστεράς ο μεσσιανισμός. Αλλά και για να πάμε παρακάτω, για να μη μετατραπεί η Αριστερά από πολιτικός οργανισμός σ’ ένα απολίτικο υβρίδιο. Για όλους αυτούς τους λόγους αξίζει να διαβαστεί αυτό το βιβλίο, ακόμη και αν υπάρχουν ενστάσεις για κάποια από τα πορίσματά του και κάποιες απουσίες, όπως η έλλειψη αναφορών για τον ρόλο της σοσιαλδημοκρατίας στην Αριστερά, στην οποία και αναμφισβήτητα ανήκει στην ολότητά της.
* Ο ΓΙΩΡΓΟΣ ΣΙΑΚΑΝΤΑΡΗΣ είναι συγγραφέας και δρ. Κοινωνιολογίας. Το τελευταίο του βιβλίο «Τι δημοκρατίες θα υπάρχουν το 2050; – Μεταδημοκρατία, μεταπολιτική, μετακόμματα» κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Αλεξάνδρεια.
Απόσπασμα από το βιβλίο
«Ωστόσο, φαίνεται ότι δεν έχει κατανοηθεί από τους ειδικούς και την Αριστερά ότι το ψηφοδέλτιο που ρίπτεται στην κάλπη, δεν απεικονίζει τόσο την παραπληροφόρηση και προπαγάνδα που διοχετεύεται στην κοινωνία από τους ειδησεογραφικούς και ενημερωτικούς τομείς των μίντια, όσο και το ήθος που διοχετεύεται από τους ψυχαγωγικούς τομείς των σίριαλ, των ριάλιτι σόου, των «πρωϊνάδικων». Η παραπληροφόρηση και η προπαγάνδα είναι ορατές και, αργά ή γρήγορα, γίνονται αντιληπτές, αλλά αυτό που καθορίζει αόρατα και σχεδόν ασυνείδητα το σημαντικό και το ασήμαντο είναι οι τρόποι ζωής, επικοινωνίας και αναγνώρισης που διοχετεύονται κυρίως δια μέσου του λεγόμενου ψυχαγωγικού τομέα, που βρίσκεται στο απυρόβλητο από τις προοδευτικές δυνάμεις και την Αριστερά» (σ. 39-40).
Λίγα λόγια για τον συγγραφέα
Ο Τάκης Ψαρίδης έχει μακρά πορεία στη δημοσιογραφία και τον πολιτισμό. Δημοσιογράφος, μέλος της ΕΣΗΕΑ, σκηνοθέτης, πολιτισμιολόγος και Καθηγητής Επικοινωνίας σε σχολές δημοσιογραφίας. Δραστηριοποιήθηκε πολιτιστικά στη γενέτειρά του Νίκαια και στον Πειραιά. Πρωτοστάτησε στο πανελλαδικό κίνημα των κινηματογραφικών λεσχών μέσα από την εμβληματική Κινηματογραφική Λέσχη Πειραιά.

Ως δημοσιογράφος εργάστηκε κυρίως στην ΕΡΤ, όπου διετέλεσε Διευθυντής της ΕΡΑ2 και Διευθυντής των ενημερωτικών εκπομπών. Επίσης, εργάστηκε ως παραγωγός στο ιδιωτικό ραδιόφωνο, αρχισυντάκτης στην ιδιωτική τηλεόραση και αρθρογράφος σε έντυπες και ψηφιακές εφημερίδες.

























